2.3.12

Άβυσσος

| | 1 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες

Previously on Tales From the CryptΟ Πιο Απαιτητικός Αφέντης





Εκείνη τη στιγμή, ένοιωσα τα πάντα να σβήνουν από το μυαλό μου. Τα όσα είχαν προηγηθεί και το πόσο καθόλου περήφανος δεν αισθανόμουν γι' αυτά, το πώς θα κοίταζα ξανά τη Ραίην στα μάτια χωρίς να τα σκέφτομαι και -κυρίως- το πώς θα κατάφερνα να βγω αλώβητος απ' αυτήν την υπόθεση. Δεν υπήρχε τίποτα. Το μόνο που υπήρχε ήταν οι Θεριστές μπροστά μου και η επικείμενη μάχη. Το μυαλό μου ήταν μια μαύρη οθόνη στην οποία θέση είχαν μόνο οι υπολογισμοί για το ποιες τακτικές θα προσέφεραν τη μέγιστη αποτελεσματικότητα και το ελάχιστο κόστος. Το κύριο μέλημά μου ήταν να προστατεύσω τη Ραίην και τον εαυτό μου. Δεν ανησυχούσα για την Κορνηλία. Ήμουν σίγουρος πως θα τα έβγαζε πέρα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Όχι πως την είχα δει ποτέ να μάχεται, αλλά ας πούμε πως τη θεωρούσα απόλυτα ικανή να τους εξουδετερώσει με άλλους τρόπους. Για παράδειγμα να τους αποπλανήσει και να τους πηδήξει μέχρι θανάτου. Αυτή μου η βεβαιότητα δεν κλονίστηκε διόλου όταν είδα πως οχτώ από τους Θεριστές κατευθύνθηκαν προς το μέρος της ενώ μόνο δύο ασχολήθηκαν με μας. Δεν είχε σημασία. Το μόνο που υπήρχε ήταν οι Θεριστές μπροστά μου και η επικείμενη μάχη. Αν οι οχτώ κατάφερναν να περάσουν από την Κορνηλία, τότε θα ανησυχούσα και γι' αυτούς. Για την ώρα, δεν είχε νόημα.

Ένα πράγμα πρέπει να έχει κανείς στο μυαλό του όταν έχει να κάνει με Θεριστές κι αυτό είναι πως οτιδήποτε κι αν συμβεί -οτιδήποτε- δεν πρέπει να τους αφήσει να τον ακινητοποιήσουν για παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα. Οι Θεριστές είναι τα χαϊδεμένα παιδιά των Δώδεκα και, όσο είναι ζωντανοί, το αίμα τους είναι ευλογημένο από αυτούς. Ως εκ τούτου, μπορούν να το χρησιμοποιήσουν για να ανοίξουν πύλες στα βασίλεια τους και να στείλουν τις ψυχές μας εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται αν δεν είχαμε ξεγελάσει τους αφέντες τους. Αυτό δεν τους κάνει περισσότερο ή λιγότερο επικίνδυνους από τα πλάσματα της Άλλης πλευράς, αλλά τους κάνει μακράν πιο φονικούς. Η αθανασία έρχεται μαζί με κάποια πλεονεκτήματα. Όσοι ξεφύγαμε από το θάνατο δεν γερνάμε, ούτε αρρωσταίνουμε και υπάρχουν πολύ λίγα πράγματα που μπορούν να μας σκοτώσουν. Μόνο που ο θάνατος είναι οι Δώδεκα και οι Δώδεκα δεν ξεχνάνε αυτούς που τους κορόιδεψαν ούτε φημίζονται για τη μεγαλοψυχία τους. Εξού και οι Θεριστές.

Αλλά δεν σκεφτόμουν τίποτε από αυτά. Είδα τη Ραίην να τραβάει το όπλο της, ενώ ο ένας από τους Θεριστές ετοιμαζόταν να της επιτεθεί. Ο δικός μου ήταν πιο κοντά ή πιο γρήγορος, πάντως κατάφερε να με πλησιάσει νωρίτερα από όσο υπολόγιζα. Έστρεψα το σώμα μου στο πλάι, κι αισθάνθηκα τη λεπίδα του να περνάει σχεδόν ξυστά από το στομάχι μου. Καθώς με προσπερνούσε, παρασυρμένος από την ίδια του τη φόρα, τον χτύπησα στην πλάτη με τον αγκώνα μου. Παραπάτησε και σκόνταψε στο γραφείο, αλλά κατάφερε να διατηρήσει την ισορροπία του. Από κάπου κοντά μου, άκουσα έναν πυροβολισμό. Κι άλλον έναν. Κι έναν τρίτο. Με την άκρη του ματιού μου, είδα την Κορνηλία να στέκεται ακίνητη σαν άγαλμα και να τους αφήνει να την περικυκλώσουν. Ίσα που πρόλαβα να αναρωτηθώ τι σκατά είχε στο μυαλό της γιατί μια γροθιά ετοιμαζόταν να φλερτάρει με τα πλευρά μου. Κραυγές απερίγραπτης οδύνης άρχισαν να φτάνουν στ' αφτιά μου και θα στοιχημάτιζα ό,τι είχα και δεν είχα πως δεν ήταν η Ραίην υπεύθυνη γι' αυτές. Με το ένα μου χέρι άρπαξα τον καρπό του και τον εμπόδισα να με χτυπήσει, ενώ με το άλλο τον έπιασα από το λαιμό και τον έσπρωξα στο πάτωμα. Τέταρτος πυροβολισμός. Όπως στεκόμουν στο ένα γόνατο από πάνω του, τίναξε το γόνατό του προς τα πάνω και πλάγια κι ένας έντονος πόνος στο πλάι του κεφαλιού μου με έριξε πίσω. Κι άλλες κραυγές. Πέμπτος πυροβολισμός. Μια γροθιά με έστειλε να γλείψω το αίμα μου από το χαλί και μια έντονη πίεση στην πλάτη μου με ακινητοποίησε. 

Μέσα μου, άρχισα να βρίζω θεούς και δαίμονες. Το δεξί μου χέρι βρέθηκε ξαφνικά πίσω μου, να πιέζεται με τόση δύναμη που για λίγα δευτερόλεπτα πίστεψα ότι θα έσπαγε. Όταν αυτό δεν συνέβη, το μυαλό μου κατέγραψε βιαστικά το πόσο αυτοκρατορικά είχε γαμηθεί η κατάσταση και με πρόσταξε να
κουνηθώ. Δεν είχα πολύ χρόνο, αυτό ήταν δεδομένο. Επίσης, η πίεση στην πλάτη μου και η αφύσικη θέση του χεριού μου είχαν μειώσει την κινητικότητά μου στο ελάχιστο. Έκτος πυροβολισμός. Τα ουρλιαχτά είχαν σταματήσει. Λύγισα το ένα μου γόνατο όσο μπορούσα και τοποθέτησα το πέλμα μου με τρόπο τέτοιο ώστε τα δάχτυλά μου να ακουμπάνε στο πάτωμα. Η μέση και το χέρι μου πονούσαν φρικτά, αλλά με τον πόνο μπορούσα να ζήσω. Με τον θάνατο, από την άλλη, κάπως δύσκολο. Έδωσα ώθηση με το λυγισμένο μου πόδι και τίναξα το άλλο προς τα επάνω, στα τυφλά. Αισθάνθηκα τη φτέρνα μου να εφάπτεται απότομα με κάτι. Ακολούθησε ένα μουγκρητό πόνου και η πίεση στη μέση μου χαλάρωσε. Ο ελεύθερος αγκώνας μου δεν έχασε την ευκαιρία να χωθεί στα πλευρά του. Δεύτερο μουγκρητό πόνου, συνοδευόμενο από έναν ακόμη πυροβολισμό. Άφησε το χέρι μου και, χωρίς να αφήσω ούτε σε αυτό ούτε σε εκείνον χρόνο να συνέλθουν, τον άρπαξα από τα ρούχα και τον τράβηξα στο πάτωμα. Έπεσε δίπλα μου ανάσκελα και ήξερα πως κάθε δευτερόλεπτο ήταν κρίσιμο. Ήδη ετοιμαζόταν να σηκωθεί. Τα δάχτυλά μου έψαξαν το εσωτερικό του μανικιού μου μανιασμένα, μέχρι που κατάφεραν να βρουν, επιτέλους, το κούμπωμα του φερμουάρ. Το τράβηξα με δύναμη και μια μακριά, λεπτή βελόνα που έμοιαζε με ακτίνα ποδηλάτου τινάχτηκε από μέσα και καρφώθηκε στο λαιμό του Θεριστή διαπερνώντας και την καρωτίδα και τη σφαγίτιδα. Έβγαλα τη βελόνα και σηκώθηκα με κόπο. Ο Θεριστής σφάδαζε και πίσω από την ανατριχιαστική του μάσκα μπορούσα να διακρίνω την αγωνία που ήταν ζωγραφισμένη στα μάτια του.

Πονούσα ολόκληρος και ήθελα να τελειώνω μ'αυτό το συντομότερο δυνατό. Άπλωσα το χέρι μου προς τη γενικότερη κατεύθυνση της Ραίην. Κάτι μεταλλικό και βαρύ προσγειώθηκε στην παλάμη μου και, χωρίς να κοιτάξω ή να μιλήσω, έστρεψα το όπλο προς το μέρος του Θεριστή και του φύτεψα μια σφαίρα στο κεφάλι. Και λένε μετά πως εμείς τα Αναθέματα δεν έχουμε αισθήματα. Επέστρεψα στη Ραίην το όπλο της κι έριξα μια ματιά στο χάος γύρω μου. Αυτός που της είχε επιτεθεί ήταν πεσμένος μπρούμυτα, με τρεις πληγές από σφαίρες στην πλάτη του και το μισό περιεχόμενο του κρανίου του σκορπισμένο στο πάτωμα. Αλλά τίποτα δεν συγκρινόταν με το χάος που υπήρχε γύρω από την Κορνηλία. Ένα μικρό βουνό από διαμελισμένα πτώματα, με ανοιγμένους λαιμούς και λειψά μέλη, βγαλμένα μάτια, σκισμένες μύτες, κομμένα αφτιά, εντόσθια και σπασμένα κόκκαλα που προεξείχαν σε αφύσικες γωνίας την περιτριγύριζε. Η ίδια στεκόταν ατάραχη και βουτηγμένη στο αίμα, κατά μεσής του χαμού. Τα χέρια της έσταζαν, το ίδιο και το πρόσωπο και τα μαλλιά της. Οι κυνόδοντές της είχαν επιμηκυνθεί και η άβυσσος στα μάτια της ανάβλυζε λεπτές τολύπες μαύρου καπνού. Ήταν απόκοσμο.

Κορνηλία”; ρώτησα διστακτικά.

Στράφηκε προς το μέρος μου και, καθώς εκείνα τα δίδυμα κομμάτια από σκοτάδι καρφώθηκαν πάνω μου, ένοιωσα την ακατανίκητη παρόρμηση να κρυφτώ σε κάποια γωνία.

Πρέπει να φύγουμε”.

Έσμιξα τα φρύδια μου. Αν ήταν ποτέ δυνατό, η φωνή της ακουγόταν ακόμη περισσότερο βραχνή και νωχελική από ότι συνήθως. Και τότε κατάλαβα.

Ξημέρωσε”.

Ένευσε αργά.

Έχει δίκιο, Σεζάρ”, παρενέβη η Ραίην. “Πρέπει να φύγουμε. Κι οι τρεις μας. Μπορεί να έρθουν κι άλλοι από στιγμή σε στιγμή όταν δουν πως αυτοί δεν επέστρεψαν”.

Και πώς ακριβώς προτείνεις να το κάνουμε αυτό χωρίς ένας από μας να γίνει στάχτες”; την αποπήρα.

Η αλήθεια ήταν πως ήξερα πολύ καλά ότι αυτό που έλεγε ήταν απόλυτα λογικό. Από την άλλη, δεν μπορούσα να αφήσω την Κορνηλία εκεί. Και γιατί δεν μπορείς; ψιθύρισε μια σατανική φωνούλα μέσα μου. Μήπως αυτή δεν σε άφησε να πεθάνεις τρία χρόνια πριν; Όμως δεν ήταν το ίδιο. Όσο κι αν διαφωνούσα με τις ακραίες απόψεις της Ραίην, σε ένα πράγμα τουλάχιστον δεν έκανε λάθος. Οι Νυκτόβιοι ήταν τέρατα. Η Κορνηλία ήταν τέρας. Κι αν την πλήρωνα με το ίδιο νόμισμα...τι θα ήμουν εγώ, μετά;

Από τους υπονόμους”, είπε ξερά η Κορνηλία. “Υπάρχει ένα πέρασμα στο υπόγειο που θα μας βγάλει εκεί”.

Κι εγώ που νόμιζα ότι είχε σκοπό να μείνει πίσω και να θυσιαστεί για χάρη μας. Χα.

Δεν θες να...” αποτόλμησε η Ραίην δείχνοντας αόριστα προς τα αιματοβαμμένα χέρια της και τα κατεστρεμμένα ρούχα της.

Το σκοτάδι στα μάτια της υποχώρησε και το φωτεινό πράσινο σπίθισε εύθυμα.

Για να μπω στους υπονόμους”; σχολίασε ανασηκώνοντας τα φρύδια της.

Η Ραίην χαμήλωσε το βλέμμα της και κοκκίνισε. Ω, όχι. Όχι. Αυτό ακριβώς ήταν που φοβόμουν όταν επέμενα να φύγουμε το προηγούμενο βράδυ. Η Ραίην ήταν συνεργάτης μου. Ήταν εκείνη που φρόντιζε να μην κάνω του κεφαλιού μου και να κρατιέμαι μακριά από μπελάδες. Και με ξελάσπωνε όταν τίποτα από τα προηγούμενα δεν έπιανε. Αν αποσυντονιζόταν, θα ήμουν ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω κι αυτό δεν θα ήταν καλό για κανέναν από τους δυο μας. Επίσης, αν αποσυντονιζόταν, ήταν πολύ πιθανό την επόμενη φορά που θα συναντούσαμε Θεριστές -και ήλπιζα να μην καθόλου σύντομα αυτή η φορά- να μην ήταν τόσο τυχερή. Η συγκέντρωση ήταν το παν για ένα Ανάθεμα. Το παν. Ή, τουλάχιστον, αυτή ήταν η θεωρία γιατί εγώ δεν την είχα ακολουθήσει ποτέ κι εξακολουθούσα να έχω το κεφάλι μου στους ώμους μου. Για τη Ραίην, όμως, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος.

Πάμε”, είπα απότομα και, χωρίς να περιμένω να δω αν θα με ακολουθούσαν, κατευθύνθηκα προς την πόρτα.

Με την άκρη του ματιού μου, είδα την Κορνηλία να ανασηκώνει τους ώμους. Το σπίτι ήταν σκοτεινό και ήσυχο και δεν έφερε κανένα σημάδι των δραστηριοτήτων της προηγούμενης νύχτας. Αν μη τι άλλο, όφειλα να της το παραδεχτώ. Το προσωπικό της ήταν ιδιαίτερα ικανό. Εκτός από ικανό, όμως, ήταν και απόν. Κοντοστάθηκα.

Πού είναι όλοι”; ρώτησα χαμηλόφωνα.

Δεν χρειάζεται να ψιθυρίζεις. Δεν υπάρχει κανείς στο σπίτι”.

Από μια άποψη, αυτό ήταν θετικό μιας και σήμαινε ότι δεν χρειαζόταν να ανησυχούμε άμεσα για άλλους Θεριστές. Από μια άλλη άποψη...

Οι υπηρέτες σου”;

Μυρίζω αίμα”, ήταν το μόνο που είπε και το ύφος της μου έδωσε να καταλάβω πως δεν επρόκειτο να επεκταθεί.

Γλιστρήσαμε στο διάδρομο αθόρυβοι και αθέατοι σαν σκιές. Άπλωσα το χέρι μου στο πόμολο και η πόρτα του υπογείου άνοιξε με ένα ηχηρό τρίξιμο. Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, χαμογέλασα χωρίς να το θέλω. Πάντα της έλεγα ότι έπρεπε να λαδώσει τους μεντεσέδες, αλλά εκείνη πάντα επέμενε ότι το προτιμούσε έτσι. Ποιος ξέρει, ίσως να της θύμιζε το παρελθόν. Κατεβήκαμε τα σκαλιά και η Κορνηλία κλείδωσε πίσω μας. Έκανε παγωνιά εκεί κάτω και η υγρασία δεν βοηθούσε καθόλου την κατάσταση. Η Ραίην σχεδόν κόλλησε πάνω μου στην προσπάθειά της να ζεσταθεί. Η Κορνηλία, πάλι, δεν έδειχνε να επηρεάζεται. Κατευθύνθηκε στον πίσω τοίχο, όπου υπήρχαν σειρές ράφια γεμάτα μπουκάλια. Τα περισσότερα από αυτά ήταν σκονισμένα, αλλά δεν μου διέφυγε πως δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία και πήγε κατευθείαν σε ένα συγκεκριμένο, το οποίο έμοιαζε να έχει αφήσει τη θέση του πολύ πιο πρόσφατα. Το έστριψε και το τράβηξε προς τα έξω, ανοίγοντας έτσι ένα μυστικό πέρασμα που οδηγούσε σε ένα εξίσου παγωμένο, εξίσου σκοτεινό και εξίσου υγρό τούνελ.

Αμυδρά, την είδα να απλώνει το χέρι της στο πλάι και να πατάει έναν διακόπτη. Το τούνελ φωτίστηκε από χλωμά, κίτρινα φώτα, που έδιναν στο όλο κατασκεύασμα μια απόκοσμη εικόνα. Ήταν πέτρινο, στο μεγαλύτερο μέρος του, κάτι που μάλλον σήμαινε πως δεν είχε δημιουργηθεί πρόσφατα. Το έδαφος ήταν τσιμεντένιο και έμοιαζε να είναι πιο καινούριο. Το ίδιο και η ηλεκτρική εγκατάσταση, υπέθετα. Αναρωτήθηκα αν το έκανε συχνά αυτό. Αν τρύπωνε στους υπονόμους την ημέρα και τι μπορεί να έκανε εκεί κάτω. Ένας άλλος διακόπτης έκλεισε την πόρτα από την οποία μπήκαμε.

Πού πάμε”; έσπασε τη σιωπή η Ραίην.

Κάπου όπου θα είμαστε ασφαλείς και θα μπορούμε να σκεφτούμε τις επόμενες κινήσεις μας μέχρι να έρθουν να μας πάρουν”.

Δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω το πλεόνασμα πληθυντικού αριθμού σ'αυτήν την πρόταση. Ώστε θεωρούσε τον εαυτό της σύμμαχό μας. Ή αυτό ήθελε να πιστέψουμε. Ή ήθελε να με κάνει να πιστέψω πως αυτό ήθελε να πιστέψουμε. Και πίστευα ότι δεν μπορούσα να γίνω περισσότερο παρανοϊκός. Η Ραίην τράβηξε έξω τη λεπτή αλυσίδα που κρεμόταν από το λαιμό της. Στην άκρη της βρισκόταν ένα μικρό, γυάλινο φιαλίδιο, γεμάτο με ένα φωτεινό, πρασινοκίτρινο υγρό απόχρωσης τοξικής.

Είναι ώρα”; τη ρώτησα.

Είσαι αδιόρθωτος”, αναστέναξε μελοδραματικά.

Η Κορνηλία κοίταζε απορημένη μία εμένα και μία τη Ραίην. Κρυφογέλασα μέσα μου. Ήταν ωραίο να ξέρω ότι μπορούσα ακόμη να την εκπλήξω.

Ναι, ναι, ξέρω. Είναι ώρα”;

Ένευσε. Άνοιξα το μπουφάν μου κι ετοιμάστηκα να τραβήξω τη δική μου αλυσίδα. Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Δεν ήταν εκεί που έπρεπε. Σταμάτησα απότομα. Η Ραίν άνοιξε το φιαλίδιο και ήπιε το περιεχόμενό του με έναν μορφασμό αηδίας. Δεν την αδικούσα. Ήταν απαίσιο. Αλλά, όσο απαίσιο κι αν ήταν, εκείνη τη στιγμή θα έδινα τα πάντα προκειμένου να το βρω στη θέση του.

Σεζάρ”;

Ο τόνος της Ραίην ήταν προσεκτικός και καχύποπτος. Ήξερε πως κάτι πήγαινε πολύ στραβά και δεν ήθελε να επιτρέψει στον εαυτό της να πιστέψει πως ήταν ακριβώς αυτό που φοβόταν.

Θα πρέπει να μου έπεσε στη μάχη”, είπε ξεψυχισμένα.

Ή την ώρα που σε πήδαγα, σκέφτηκα, αλλά θεώρησα καλύτερο να μην το πω. Τα μάτια της Κορνηλίας καρφώθηκαν επάνω μου κι έμοιαζαν επικίνδυνα στενά. Δυο φωτεινές, πράσινες σχισμές, τα μάτια ενός φιδιού έτοιμου να δαγκώσει. Η παρομοίωση μου ήρθε τελείως αυθόρμητα και δεν με καθησύχε ούτε στο ελάχιστο.

Τι συμβαίνει”; ρώτησε.

Η φωνή της φανέρωνε ανυπομονησία κι εκνευρισμό. Δεν την αδικούσα. Κι εγώ ήθελα να απομακρυνθώ όσο περισσότερο γινόταν από τους Θεριστές. Αλλά, την παρούσα στιγμή, είχα πολύ πιο σημαντικά προβλήματα να σκεφτώ. Πώς να μην τρελαθώ, για παράδειγμα. Η Ραίην της έριξε ένα βλέμμα στα όρια της απελπισίας.

Το φάρμακό του. Το έχασε”, της απάντησε, σαν αυτό να εξηγούσε τα πάντα.

Φυσικά, επειδή η Κορνηλία δεν ήταν Ανάθεμα, αλλά Νυκτόβια, δεν εξηγούσε απολύτως τίποτα. Κάτι που η Ραίην φάνηκε να θυμάται με μια μικρή καθυστέρηση. Δάγκωσε τα χείλη της αναποφάσιστα. Μπορούσα να φανταστώ ακριβώς τι συνέβαινε μέσα στο μικρό, όμορφο κεφαλάκι της. Από τη μία, ήθελε να πει στην Κορνηλία τα πάντα. Από την άλλη, οι κανονισμοί της υπηρεσίας απαγόρευαν κάτι τέτοιο. Αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου.

Καταπιέζει τις αναμνήσεις του σώματος από τον προηγούμενο κάτοχό του. Αν δεν επιστρέψουμε στο Λεβιάθαν σύντομα...υπάρχει περίπτωση οι αναμνήσεις να μου κάνουν τέτοιο κακό που να χάσω τον έλεγχό μου πάνω σ'αυτό το σώμα και να πεθάνω. Τελείως. Κι αυτή είναι η ευχάριστη προοπτική”.

Προσπάθησα να χαμογελάσω στωικά, να το παίξω μυστήριος, άντρας πολλά βαρύς ή ό,τι άλλο το παίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Αλλά με ήξεραν κι οι δυο τους αρκετά καλά και δεν είχα την παραμικρή πιθανότητα να τις ξεγελάσω. Διπλώθηκα στα δύο ξαφνικά, καθώς μια απρόσμενη σουβλιά στο κεφάλι με διαπέρασε με τέτοια ισχύ που νόμιζα ότι θα πέθαινα εκεί, επιτόπου.




Βγαίνω από το κλαμπ παραπατώντας, έχω πιει λίγο παραπάνω, δεν θυμάμαι πόσο ούτε γιατί, μάλλον κάποια γιορτή θα ήταν, όχι, όχι γιορτή, ήταν γενέθλια, τα γενέθλια κάποιου, αλλα ποιου, τα δικά μου; Δεν θυμάμαι. Πάω για την πλατεία, να πάρω ταξί, είμαι κομμάτια, δεν την παλεύω, θέλω το σπίτι μου, θέλω το κρεβάτι μου, μήπως να πάω στη Ρένα; Μπα, άσε καλύτερα, θα με κράζει πάλι που την ξύπνησα, θα έχει δουλειά το πρωί, αλλά ποια δουλειά, αύριο έιναι Σάββατο ή μήπως δεν είναι, δεν θυμάμαι. Με πιάνει αναγούλα και μπαίνω στο πρώτο στενό που βρίσκω μπροστά μου, είναι αδιέξοδο, χώνομαι πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών και ξερνάω ό,τι ήπια νωρίτερα και μερικά πράγματα που θα ορκιζόμουν ότι δεν ήπια. Ακούω έναν θόρυβο από πίσω μου, βλέπω έναν τεράστιο σκύλο με κατακόκκινα μάτια, έτοιμο να μου επιτεθεί. Σκύλο; Όχι σκύλο, δεν είναι σκύλος, είναι λύκος, ξέρω πώς μοιάζουν οι λύκοι, έχω δει ντοκιμαντέρ. Ακούω ένα σφύριγμα και νομίζω πως θα σπάσουν τα τύμπανά μου, ο λύκος δεν δείχνει να είναι σε καλύτερη μοίρα και...




Ένας οξύς πόνος στο μάγουλο με επανέφερε στην πραγματικότητα και, καθώς η όρασή μου ξεθόλωνε, μπόρεσα να διακρίνω το πρόσωπο της Κορνηλίας από πάνω μου. Φαίνοταν ανήσυχη. Ήμουν ξαπλωμένος κάπου που δεν ήταν ούτε το σπίτι της Κορνηλίας ούτε το τούνελ. Ήταν σκοτεινά και και το μόνο που έσπαγε την ησυχία ήταν ο ήχος του νερού που έσταζε και τα βήματα της Ραίην. Με κάποιον μυστήριο τρόπο είχαμε φτάσει στους υπονόμους, λοιπόν.

Πώς νοιώθεις”; με ρώτησε η Κορνηλία με απρόσμενα απαλή φωνή.

Η Ραίην σταμάτησε να περπατάει πάνω-κάτω, κάτι για το οποίο της ήμουν αφάνταστα ευγνώμων μιας και το κεφάλι μου εξακολουθούσε να πονάει φρικτά.

Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα”, κατάφερα να πω.

Μου χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο ανακούφιση και κάτι ακόμα που, αν δεν την ήξερα καλύτερα, θα ορκιζόμουν πως επρόκειτο για τρυφερότητα. Αλλά την ήξερα καλύτερα, οπότε επέλεξα να το καταχωρήσω στο μυαλό μου ως “άλλο” και να αποδεχτώ το γεγονός πως ήταν ένα ακόμη από τα πράγματα -μαζί με τα λουκάνικα- για του οποίου την προέλευση όσο λιγότερα γνώριζες τόσο λιγότερο κινδύνευε η πνευματική σου υγεία.

Ανασηκώθηκα και ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο. Ήταν υγρός και γλιτσερός, αλλά τον προτιμούσα από την ορθοστασία. Φοβόμουν πως, αν προσπαθούσα να σταθώ όρθιος, τα πόδια μου θα με πρόδιδαν. Παρά τον πονοκέφαλο, η ομίχλη στο μυαλό μου άρχισε σταδιακά να ξεκαθαρίζει.

Πώς βγαίνουμε από δω”; ρώτησα την Κορνηλία. “Πρέπει να γυρίσω στο Λεβιάθαν άμεσα”.

Εκείνη έριξε μια ματιά πρώτα στη Ραίην και μετά σε μένα. Έμοιαζε...νευρική. Την έπιασα από το πηγούνι κι έστρεψα το πρόσωπό της προς το μέρος μου, αναγκάζοντάς την να με κοιτάξει. Ανασήκωσα τα φρύδια μου, προτρέποντάς την να πει ό,τι κι αν ήταν αυτό που την προβλημάτιζε.

Πώς ήξεραν πού να με βρουν, Σεζάρ; Κι ακόμη κι αν το έμαθαν, εντελώς τυχαία, διάλεξαν τη νύχτα που βρισκόσασταν κι εσείς εκεί”;

Όφειλα να παραδεχτώ πως το σκεπτικό της είχε μια λογική. Στο Λεβιάθαν, ο φάκελος της Κορνηλίας έπιανε ένα δωμάτιο και κάπου εκεί μέσα βρισκόταν κι η διεύθυνση του συγκεκριμένου σπιτιού. Αλλά δεν ήταν κοινή γνώση. Επιπλέον, το ότι επέλεξαν τη συγκεκριμένη νύχτα, ήταν όντως πολύ μεγάλη σύμπτωση. Μόνο που δεν πίστευα στις συμπτώσεις.

Ποιος πιστεύεις ότι μας πρόδωσε”; ρώτησε η Ραίην.

Ακουγόταν εξαιρετικά ήρεμη, κάτι που μου έδωσε να καταλάβω πως ήταν μια πιθανότητα που είχε δει σκεφτεί -μάλλον όση ώρα ήμουν αναίσθητος. Έξυπνο κορίτσι. Η Κορνηλία ανασήκωσε τους ώμους της, σαν να ήθελε να πει πως δεν είχε ιδέα, αλλά το ύφος της μαρτυρούσε άλλα.

Κορνηλία”, είπα επιτακτικά. “Αν δεν το έχεις καταλάβει, έχουμε πέσει στα σκατά. Αν ξέρεις κάτι που θα μας βοηθήσει να κολυμπήσουμε, τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να το μοιραστείς”.

Αυτό φάνηκε να πιάνει. Έπλεξε τα δάχτυλά της μεταξύ τους και αγκάλιασε τα γόνατά της. Ματωμένα μαλλιά γλίστρησαν στο στήθος της και κάλυψαν ματωμένα ρούχα. Ακόμη και τα χείλη της ήταν αιματοβαμμένα και παρόλα αυτά, εξακολουθούσε να είναι σαγηνευτική και πανέμορφη όπως πάντα.

Ποιος ήξερε ότι θα ερχόσασταν να με βρείτε”; είπε προσεκτικά.

Κοίταξα τη Ραίην.

Κανείς. Εμείς...”, ξεκίνησε να λέει.

Αυτό δεν είναι αλήθεια” τη διέκοψα. “Ο Βαρούχ ήξερε. Πρέπει να ήξερε. Μας το είπε σχεδόν ξεκάθαρα πως θα μας παρακολουθούσε. Στη θέση σας θα πρόσεχα πολύ τις επόμενες κινήσεις μου...θυμάσαι”;

Δεν μπορεί να ήταν ο Βαρούχ”! διαμαρτυρήθηκε.

Γιατί όχι, είσαι και μ'αυτόν ερωτευμένη”; σχολίασε σαρκαστικά η Κορνηλία.

Η Ραίην έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Καταλάβαινα πολύ καλά πώς ένοιωθε. Είχα βρεθεί στη θέση της, πέντε χρόνια πριν, όταν ο Βαρούχ με είχε στείλει να ερευνήσω την αποστασία εκείνης της Νυκτόβιας, της Μορτίσια, που είχε βαλθεί να αποκαλύψει στους θνητούς την ύπαρξη της Άλλης πλευράς. Πέντε χρόνια, πριν, τότε που είχα μόλις γνωρίσει την Κορνηλία και μου φαινόταν περισσότερο ανθρώπινη από κάθε άλλο Νυκτόβιο που είχα δει ποτέ μου κι όταν με πήγε στο κρεβάτι της είχα αφεθεί να πιστέψω πως μπορεί και να υπήρχε κάτι πέρα από αυτό μεταξύ μας. Μετά ξύπνησα. Την άρπαξα από τα μαλλιά και τράβηξα το κεφάλι της προς τα πίσω, κοντά στα χείλη μου.

Στο λέω για τελευταία φορά, κινδυνεύουμε. Αν δεν έχεις τίποτα χρήσιμο να πεις, καλύτερα να βγάλεις το σκασμό και να αφήσεις τους υπόλοιπους από εμάς, που ενδιαφερόμαστε για το τι θα μας συμβεί, να σκεφτούμε”.

Κάποιες φορές, ο πονοκέφαλος με έκανε ηλίθιο, άποψη την οποία φαινόταν να ασπάζεται και η Ραίην, αν έκρινα από το σοκαρισμένο ύφος με το οποίο με κοίταζε. Με κυρίευσε μια ακατανίκητη παρόρμηση να την κλωτσήσω μπας και συνέλθει. Είκοσι τέσσερις ώρες πριν πίστευε ότι η Κορνηλία ήταν όλα τα τέρατα της Κολάσεως και η πόρνη της Βαβυλώνας μαζί και τώρα θα μου έκανε παρατήρηση που την αποπήρα. Αυτό μας έλειπε. Και πίστευα ότι εγώ σκεφτόμουν με το λάθος κεφάλι.

Σεζάρ...”

Η φωνή της Κορνηλίας ήταν ένας βραχνός ψίθυρος που προκάλεσε αθέλητα ρίγη σε όλο μου το σώμα. Τράβηξα τα μαλλιά της πιο δυνατά κι ένα βογκητό ευχαρίστησης ξέφυγε από τα χείλη της. Η αντίδραση του σώματός μου ήταν άμεση. Είχα ξαναβρεθεί σ'αυτό το μέρος, τρία χρόνια πριν. Ήταν σκοτεινό και ηδονικό και απίστευτα αυτοκαταστροφικό.




Τα δάχτυλά της ταξίδεψαν στο στήθος μου και τυλίχτηκαν, τελικά, γύρω από το λαιμό μου, σφίγγοντάς με σαν ατσάλινη τανάλια. Σκαρφάλωσε πάνω μου και μακριά, κατακκόκινα μαλλιά γαργάλησαν το πρόσωπό μου και τα μπράτσα μου. Χαμογελούσε σαν τον ίδιο το διάβολο και, κάθε φορά που το έκανε, ήξερα πως δεν είχα την παραμικρή ελπίδα να της αντισταθώ. Όχι πως το ήθελα, δηλαδή. Παρότι οι ψίθυροι και τα κουτσομπολιά με ακολουθούσαν παντού μέσα στο Λεβιάθαν, δεν θα άλλαζα με τίποτα στον κόσμο τις ώρες που περνούσα μαζί της. Και δεν ήταν λίγες. Απλά, δεν ήταν και αρκετές. Δεν υπήρχε κάποιος κανονισμός που να το απαγορεύει, ωστόσο τέτοιου είδους σχέσεις ανάμεσα σε Αναθέματα και πλάσματα της Άλλης πλευράς θεωρούνταν ταμπού από τους περισσότερους. Όμως ήταν κάτι στιγμές όπως αυτή, που τα πάντα εξαφανίζονταν και το μόνο που έμενε ήταν εκείνη. Με τα κόκκινα μαλλιά της, τα πράσινα μάτια της, το δροσερό, αλαβάστρινο δέρμα της και το χαμόγελο της πλανεύτρας. Πολύ θα ήθελα να έβλεπα κάποιον από αυτούς που με κουτσομπόλευαν να της λέει όχι αν την έβλεπε έτσι όπως την είχα δει εγώ. Γλίστρησε επάνω μου και, προτού προλάβω να κάνω το οτιδήποτε, την ένιωσα να με τυλίγει. Άρχισε να κινείται, υπερβολικά, βασανιστικά αργά. Θα πούλαγα και την ψυχή μου για να μην τελειώσει ποτέ αυτό το βασανιστήριο. Αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο. Σταμάτησε απότομα και μου έκλεισε το στόμα πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ.

Άκουσέ με προσεκτικά”, ψιθύρισε δίπλα στο αφτί μου. “Δεν είμαστε μόνοι μας. Ανθρωπομορφικοί, αν κρίνω από τη μυρωδιά”.

Μου έκανε εντύπωση που χρησιμοποίησε τον επίσημο χαρακτηρισμό και τους αποκάλεσε “Ανθρωπομορφικούς”. Συνήθως τους έλεγε “τριχόμπαλες” ή “λυκανθρώπους”. Όλοι μας αυτό κάναμε, απλά όχι μπροστά τους. Αλλά όχι εκείνη τη στιγμή. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να μου δείξει πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση. Ήθελα να ρωτήσω πόσοι ήταν, αλλά κρατούσε ακόμη το στόμα μου κλειστό.

Ήρθαν για μένα”, είπε κοιτώντας με στα μάτια.

Κι έπειτα συνέχισε να κινείται και, αν ήταν ποτέ δυνατό, με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο απ' ότι πριν. Είχα ένα σωρό αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον αυτό ήταν το σοφότερο πράγμα που μπορούσαμε να κάνουμε δεδομένων των περιστάσεων. Ήμουν σίγουρος πως είχα. Απλά, δεν μπορούσα να θυμηθώ καμία από αυτές. Οι αισθήσεις μου δεν ήταν τόσο οξυμένες όσο οι δικές της, αλλά σχεδόν μπορούσα να ακούσω τα βήματά τους. Ήταν έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας την ώρα που τελειώσαμε.

Πάρε με τηλέφωνο όταν βγεις από το νοσοκομείο”, μου είπε και οι κυνόδοντές της βυθίστηκαν στο λαιμό μου.

Ένα δεύτερο κύμα ηδονής με παρέσυρε και ίσα που πρόλαβα να καταλάβω ότι είχε εξαφανιστεί μέσα στις σκιές όταν άκουσα την πόρτα να σπάει.




Όπως και τότε, ένα κομμάτι του εαυτού μου ήθελε να της σκίσει τα ρούχα και να την πηδήξει ανελέητα. Αλλά ένα άλλο κομμάτι του εαυτού μου, εκείνο που δεν άκουγα όσο συχνά θα έπρεπε, μου έλεγε να μην είμαι μαλάκας και ότι υπήρχαν σημαντικότερα πράγματα με τα οποία έπρεπε να ασχοληθώ. Ήταν μία από τις λίγες φορές που αποφάσισα να συμφωνήσω μ' αυτό το άλλο κομμάτι. Έσπρωξα την Κορνηλία μακριά μου και σηκώθηκα. Ο πόνος στο κεφάλι μου με γονάτισε. Η Ραίην βρέθηκε ξαφνικά στο πλευρό μου, να με υποβαστάζει. Κάπου από πάνω μας, άκουσα θόρυβο. Δεν έβλεπα τίποτα, η όρασή μου είχε γεμίσει από μαύρα στίγματα. Αλλά ήξερα πως δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Φως ξεχύθηκε από ψηλά κι ένοιωσα το μυαλό μου να εκρήγνυται σε δεκάδες χιλιάδες μικροσκοπικά κομματάκια καθώς λιποθυμούσα για δεύτερη φορά.






Read more...

1.2.12

Ο Πιο Απαιτητικός Αφέντης

| | 9 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες



Previously on Tales from the Crypt - Οι Μέρες της Στάχτης


Δεν ήταν το είδος της μουσικής που θα άκουγες σε ένα μπαρ ή ένα κλαμπ. Αντίθετα, ήταν το είδος της μουσικής που κάποιος θα περίμενε να συναντήσει σε μια ταινία στη σκηνή της αποπλάνησης. Μπορεί τα επιχειρήματά μου το προηγούμενο βράδυ να μην είχαν καταφέρει να πείσουν τη Ραίην ότι ίσως αυτή η προσέγγιση να μην ήταν η καλύτερη αλλά, ρίχνοντας μια κλεφτή ματιά στο πρόσωπό της καθώς ο εγκέφαλός της επεξεργαζόταν αυτό που είχαμε αντικρίσει μπαίνοντας στην έπαυλη της Κορνηλίας, οι ελπίδες μου αναπτερώθηκαν. Φυσικά, θα βοηθούσε περισσότερο αν δεν είχε κοκαλώσει στη θέση της παρατηρώντας το θέαμα που έμοιαζε να έχει ξεπηδήσει από την αναγεννησιακή απεικόνιση κάποιου ρωμαϊκού οργίου.

Ραίην; Μήπως να το αφήναμε για κάποια άλλη στιγμή”; τη ρώτησα προσπαθώντας συγχρόνως να ακουστώ πάνω από τη μουσική και να κρύψω τη νότα θριάμβου από τη φωνή μου.

Δεν μου απάντησε. Προφανώς, εκτός από στήλη άλατος είχε μείνει και άφωνη. Ζύγισα για λίγο τις επιλογές μου και αποφάσισα πως εφόσον η Ραίην δεν επρόκειτο να πάψει να παριστάνει το άγαλμα κάποια στιγμή σύντομα -κάτι το οποίο ήταν ιδιαίτερα εκνευστικό αν το έβλεπε κάποιος από τη δική μου πλευρά, δεδομένου ότι δεν ήθελα καν να πάω- το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να περιπλανηθώ στο χώρο και να βρω είτε την Κορνηλία είτε κάτι να πιούμε όσο θα την περιμέναμε να κάνει την εμφάνισή της. Είχα την ελπίδα πως όταν θα τη βρίσκαμε θα μπορούσαμε να απομονωθούμε κάπου ήσυχα και η Ραίην θα είχε την ευκαιρία να συνέλθει από το σοκ.

Την κάθισα στην άκρη ενός ως επί το πλείστον ελεύθερου καναπέ -ήταν κατηλειμμένος από ένα μόνο ζευγάρι σε αντίθεση με όλους τους υπόλοιπους- και, προσευχόμενος πως θα κατόρθωνε να παραμείνει ασφαλής και να κρατηθεί μακριά από μπελάδες κατά την απουσία μου, έσπευσα να ερευνήσω. Οι φιλοξενούμενοι της Κορνηλίας δεν έδειξαν να παραξενεύονται ή να ενοχλούνται από την παρουσία δύο τόσο ντυμένων προσώπων ανάμεσά τους. Από την άλλη, βέβαια, ούτε κι εγώ συνήθιζα να προσέχω τα ρούχα όταν επιδιδόμουν σε τέτοιες δραστηριότητες. Μόνο την έλλειψή τους. Η Κορνηλία ήταν άφαντη, αλλά κατάφερα να βρω το μπαρ το οποίο έμοιαζε εγκαταλελειμμένο. Χωρίς ντροπή, σερβιρίστηκα και ξεκίνησα το μακρύ και επίπονο ταξίδι της επιστροφής.

Αυτή τη φορά, παρατήρησα πως πολλοί από τους θαμώνες μπορεί να έμοιαζαν με ανθρώπους αλλά δεν ήταν. Η αφύσικη λάμψη των ματιών, η ομορφιά τους που ήταν αμυδρά λάθος, όλα αυτά συνηγορούσαν προς ένα και μόνο συμπέρασμα. Έπρεπε να βγάλω τη Ραίην από εκεί μέσα το συντομότερο δυνατό. Προς μεγάλη μου ανακούφιση, την βρήκα ακριβώς στο ίδιο σημείο όπου την είχα αφήσει και χωρίς πτώματα γύρω της. Συνειδητοποίησα πως τόση ώρα κρατούσα την ανάσα μου μόνο όταν την άφησα να βγει.

Την έπιασα από το χέρι και τη σήκωσα. Αν ήθελα να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου, αυτή η συμπεριφορά δεν ήταν καθόλου χαρακτηριστική από πλευράς της και άρχιζε να με ανησυχεί. Άφησα τα γεμάτα ποτήρια σε ένα μικρό, στρογγυλό τραπεζάκι στο πλάι του καναπέ, θεωρώντας πως το απασχολημένο ζεύγος θα τα έβρισκε πολύ πιο χρήσιμα από ότι εμείς όταν θα έβρισκε ελεύθερο χρόνο -και ελεύθερα μέλη.

Δεν δείχνεις ιδιαίτερα σοκαρισμένος”, σχολίασε η Ραίην.

Έπρεπε να το περιμένω πως το πρώτο πράγμα που θα έκανε μόλις ξαναέβρισκε τη φωνή της θα ήταν να με επικρίνει. Ενοχλητικό μεν, πλην όμως βελτίωση σε σχέση με την αφωνία. Ανασήκωσα τους ώμους ρίχνοντας μια ματιά γύρω μου. Δεν ήξερα τι ήθελε να της πω, αλλά ήξερα σίγουρα τι δεν έπρεπε να της πω κι αυτό ήταν η αλήθεια. Στην πραγματικότητα, αυτή δεν ήταν η πρώτη φορά που βρισκόμουν παρών σε μια τέτοια “συνάθροιση” -με την πολύ ευρεία έννοια του όρου- στο σπίτι της Κορνηλίας. Τις προηγούμενες φορές, μάλιστα, η συμμετοχή μου ήταν σαφώς πιο ενθουσιώδης.

Καλύτερα να φύγουμε”, ήταν η μόνη απάντηση που της έδωσα.

Ίσως μερικές φορές η άγνοια να ήταν πράγματι ευλογία.

Από τώρα; Με πληγώνεις Σεζάρ. Θυμάμαι ότι άλλες φορές δεν ήσουν τόσο βιαστικός”.

Φυσικά. Κάπου μέσα μου σχεδόν το περίμενα. Επίσης, κάπου μέσα μου ήμουν σίγουρος πως το είχε κάνει επίτηδες να εμφανιστεί έτσι, την τελευταία στιγμή, ακριβώς πριν προλάβουμε να φύγουμε. Ήταν αρπακτικό και της άρεσε να παίζει με το θήραμά της. Γιατί μου έκανε εντύπωση;

Στράφηκα προς το μέρος της και, όπως συχνά συνέβαινε όταν την αντίκριζα, έμεινα άφωνος. Δεδομένης της έλλειψης ρούχων των προσκεκλημένων της και μιας και είχα πρότερη εμπειρία στο θέμα, περίμενα πως θα την έβλεπα ομοίως μη ενδεδυμένη. Ωστόσο, όπως συχνά συνέβαινε, με εξέπληξε. Όχι πως αυτό που φορούσε άφηνε πολλά στη φαντασία, βέβαια. Ήταν ένα μαύρο, μεταξωτό κιμονό με κεντημένα πράσινα και κόκκινα πουλιά τα οποία έμοιαζαν να έχουν επιλεγεί ακριβώς στα κατάλληλα χρώματα προκειμένου να ταιριάζουν με τα μαλλιά και τα μάτια της. Κάτι που δεν θα μου φαινόταν ολοσδιόλου απίθανο, εδώ που τα λέμε. Το κιμονό ήταν χαλαρά δεμένο στη μέση της, σαν ρόμπα και το ένα του μανίκι είχε γλιστρήσει, αποκαλύπτοντας έναν αψεγάδιαστο, αλαβάστρινο ώμο. Πάνω που η Ραίην είχε ξαναβρει τη φωνή της.

Ήρθαμε να σου μιλήσουμε, αλλά προφανώς η στιγμή δεν είναι κατάλληλη. Έπρεπε να έχουμε τηλεφωνήσει πρώτα. Δεν πειράζει, άλλη φορά”, είπα βιαστικά.

Πολύ βιαστικά. Σαν να μην ήθελα να κάτσω εκεί μέσα ούτε λεπτό παραπάνω. Κι αυτό, τελικά, ήταν το μεγάλο μου λάθος. Έκλινε το κεφάλι της στο πλάι και μου χάρισε ένα μικρό, διαβολικό χαμόγελο.

Δεν το νομίζω”, σχολίασε μελιστάλαχτα.

Σκατά.

Και πώς ακριβώς σκοπεύεις να μας εμποδίσεις”; ρώτησε επιθετικά η Ραίην.

Αυτό πήγαινε από το κακό στο χειρότερο. Ξαφνικά, αδυνατούσα να θυμηθώ για ποιο λόγο είχα συμφωνήσει να το κάνω. Η Κορνηλία έκανε δυο βήματα προς το μέρος μας κι η μυρωδιά της με τύλιξε. Ήταν ένα ακόμη πράγμα στο οποίο διέφερε από τους περισσότερους Νυκτόβιους. Εκείνοι ήταν αναγκασμένοι να φοράνε πανάκριβα αρώματα προκειμένου να καλύπτουν την ελαφριά μυρωδιά μούχλας και τάφου που έμοιαζε να τους ακολουθεί παντού. Από την άλλη, η Κορνηλία είχε μια τελείως δική της οσμή, βαριά και ελκυστική σαν αμαρτία. Θύμιζε νύχτα, άγρια τριαντάφυλλα και αρχαίο αίμα. Προσπάθησα να μείνω ασυγκίνητος, αλλά δεν είχαν όλα τα μέλη του σώματός μου την ίδια άποψη. Το χαμόγελό της πλάτυνε.

Δεν σκοπεύω να σας εμποδίσω. Αλλά ίσως, για παράδειγμα, να μην έχω την ίδια διάθεση να συνεργαστώ μαζί σας αν φύγετε. Στο κάτω-κάτω, δεν είναι ευγενικό να αποχωρείς στη μέση της γιορτής, έτσι δεν είναι”;

Συγκρατήθηκα και δεν σχολίασα ότι δύσκολα κάποιος θα το χαρακτήριζε αυτό γιορτή. Προς μεγάλη μου έκπληξη, η Ραίην ακολούθησε το παράδειγμά μου.

Ίσως ακόμη και να θυμηθώ πως με προσβάλλατε κατ' επανάληψη την προηγούμενη φορά που ήσασταν εδώ και κάτι μου λέει πως δεν θα το θέλατε αυτό”, συνέχισε η Κορνηλία ατάραχη.

Η Ραίην με κοίταξε ερωτηματικά και, όταν είδε πως δεν είχα τίποτα έξυπνο ή έστω καυστικό να απαντήσω, στράφηκε στην Κορνηλία εξοργισμένη. Την έπιασα από τον αγκώνα και έσφιξα. Με δύναμη. Μια κραυγή πόνου και έκπληξης της ξέφυγε, αλλά τουλάχιστον δεν είχε πει ό,τι κι αν ήταν αυτό που είχε στο μυαλό της. Και ήμουν σίγουρος πως αυτό που είχε στο μυαλό της δεν ήταν καθόλου καλό.

Η Κορνηλία έριξε πίσω το κεφάλι της και ξέσπασε σε γέλια. Την είχα δει πολλές φορές να χαμογελάει, αλλά το γέλιο -το πραγματικό γέλιο- ήταν κάτι σπάνιο γι'αυτήν. Το διασκέδαζε τόσο πολύ που, για μια στιγμή, μπήκα στον πειρασμό να τη χτυπήσω προκειμένου να την αναγκάσω να σταματήσει. Κάτι που έκανε μόνη της, εξίσου απότομα όσο είχε αρχίσει. Με κοίταξε και τα μάτια της έλαμπαν επικίνδυνα. Όχι επικίνδυνα του τύπου “μπορώ να σε σκοτώσω πριν προλάβεις να ανοιγοκλείσεις τα βλέφαρά σου”, αλλά επικίνδυνα του τύπου “θα σε φάω ζωντανό κι όταν τελειώσω μαζί σου και γλύψω και τα κόκαλα, θα με παρακαλάς να συνεχίσω”. Ήταν τρομαχτικό και ερεθιστικό ταυτόχρονα. Έκανε δυο βήματα προς το μέρος μας, έτσι που πλέον βρισκόμασταν σε απόσταση αναπνοής και η δροσιά του σώματός της διαχεόταν στο χώρο γύρω της και διαπερνούσε και το δικό μου σώμα. Δεν ήμουν σίγουρος για τη Ραίην, αλλά την αισθάνθηκα να τρέμει κάτω από τα δάχτυλά μου, οπότε μάλλον το ένοιωθε κι αυτή.

Έστρεψε το βλέμμα της στη Ραίην που προσπάθησε να πισωπατήσει, αλλά η λαβή μου δεν της το επέτρεψε.

Με μισείς, έτσι δεν είναι; Όχι μόνο αυτό που είμαι, αυτό που αντιπροσωπεύω...μισείς εμένα την ίδια. Με κοιτάς και σκέφτεσαι γιατί αυτήν και όχι εμένα, τι παραπάνω έχει; Με κοιτάς και σκέφτεσαι πώς είναι δυνατόν να προτιμάει μια πόρνη όπως αυτή; Και συνεχίζεις να είσαι το καλό κορίτσι, ελπίζοντας πως κάποια στιγμή θα δει το φως και θα γυρίσει να σε κοιτάξει. Ελπίζοντας πως κάποτε θα συνειδητοποιήσει ότι σε θέλει και θα κάνετε παθιασμένο έρωτα πάνω σε μεταξωτά σεντόνια και μετά θα σε πάρει αγκαλιά και θα σου πει πως σ' αγαπάει, πως πάντα σ' αγαπούσε αλλά απλά δεν το είχε καταλάβει”.

Η φωνή της ήταν απαλή, αλλά ο τόνος της τόσο σκληρός. Μου έφερε στο νου λεπίδες να σκίζουν αυτό το πανέμορφο, μεταξωτό κιμονό που φόραγε κι ίσως ακόμη και το βελούδινο, αψεγάδιαστο δέρμα από κάτω του. Αυτό, βέβαια, ήταν μέχρι να πάρω χαμπάρι ότι μιλούσε για μένα. Γύρισα σαστισμένος προς το μέρος τους. Η Ραίην ετοιμάστηκε να πει κάτι, αλλά η Κορνηλία ακούμπησε ένα δάχτυλο στα χείλη της -σχεδόν τρυφερά- αναγκάζοντάς την να σωπάσει. Κούνησε το κεφάλι της απηυδησμένη, μ' ένα μικρό, εύθυμο μειδίαμα ζωγραφισμένο στα χείλη της.

Μη με ρωτήσεις πάλι αν διαβάζω τις σκέψεις σου. Έχω ζήσει στη Βικτωριανή Αγγλία και δεν έχει περάσει τόσος καιρός ώστε να μη θυμάμαι πώς ήταν. Πίστεψέ με, έχω γνωρίσει πολλούς σαν κι εσένα. Καταπιέζετε τις επιθυμίες σας γιατί νομίζετε πως αυτό είναι το σωστό ή το αποδεκτό και καταλήγετε να περνάτε τις μέρες και τις νύχτες σας μίζεροι και ανικανοποίητοι, με μόνη παρηγοριά την έγκριση των γύρω σας. Μάντεψε, όμως. Μπορεί ο φίλος μας ο Σεζάρ να σε θεωρεί το πιο καλό κορίτσι του κόσμου, αλλά, ακόμη κι αν εγώ δεν ήμουν στο προσκήνιο, πάλι άλλη θα πήδαγε”.

Ήθελα να της πω να σταματήσει. Αλήθεια το ήθελα. Αλλά τα δάκρυα που κρέμονταν από τα βλέφαρα της Ραίην μου έκοψαν τη μιλιά. Δεν την είχα δει ποτέ έτσι. Τόσο ευάλωτη. Και το γεγονός ότι η Κορνηλία το είχε καταφέρει μόνο με μερικές λέξεις, χωρίς πνευματικό έλεγχο, χωρίς κανένα από τα κόλπα που χρησιμοποιούσε η ράτσα της, χωρίς καν να την κοιτάξει με τα κολασμένα, μαύρα-μέσα-σε-μαύρο μάτια των Νυκτόβιων...μου έλεγε πολλά. Μου έλεγε πολλά για τη Ραίην, καταρχήν, και για όσα από καιρό είχα υποπτευθεί αλλά προτιμούσα να αγνοώ γιατί ήταν πιο εύκολο. Αλλά μου έλεγε και πολλά για την Κορνηλία και το πόσο βαθιά νυχτωμένος ήμουν όταν ισχυριζόμουν ότι ήξερα το παιχνίδι της ή ότι την καταλάβαινα έστω και λίγο. Δεν είχα ιδέα.

Με μια ρευστή κίνηση, γεμάτη χάρη, τα δάχτυλά της τυλίχτηκαν γύρω από τον αυχένα της Ραίην και τα χείλη της πλησίασαν το αφτί της. Το κιμονό γλίστρησε λίγο πιο χαμηλά, αποκαλύπτοντας ακόμη περισσότερη λευκή σάρκα. Το δεύτερο χέρι της απομακρύνθηκε από το στόμα της Ραίην και κάλυψε απαλά τα μάτια της.

Άκου”, ψιθύρισε. “Έτσι ηχεί η ελευθερία. Αυτή είναι η οσμή της. Αυτό είναι το χρώμα της. Αυτή είναι η υφή της. Ο έρωτας δεν είναι αγνός και άσπιλος. Είναι σκοτεινός, άγριος και αδάμαστος. Δεν υπάρχει τίποτα το καθαρό ή το ήπιο στον έρωτα. Είναι ένα αιμοβόρο, αδηφάγο κτήνος που δεν σταματάει μπροστά σε τίποτα προκειμένου να τραφεί. Είναι ο πιο απαιτητικός αφέντης κι όταν σ' αφήνει μόνο, μελανιασμένο κι αιμόφυρτο μες στο σκοτάδι, εσύ ζητάς κι άλλο, πάντα κι άλλο”.

Η φωνή της ήταν ένα βαθύ, βραχνό μουρμούρισμα, η ηχώ μιας άγριας νύχτας κι όση ώρα της μιλούσε, η Ραίην έτρεμε όλο και πιο βίαια, μέχρι που κάποια στιγμή αναγκάστηκα να τραβήξω το χέρι μου που την κρατούσε ακόμη, προκειμένου να μην την πονέσω. Η Κορνηλία έκανε να απομακρυνθεί, αλλά λεπτά, χλωμά δάχτυλα μπλέχτηκαν στα μαλλιά της και την κράτησαν στη θέση της. Η Ραίην έκλινε το κεφάλι της στο πλάι, προσφέροντάς της το λαιμό της. Είχα περάσει πολλές νύχτες με την Κορνηλία κι είχα μελετήσει καλά τις εκφράσεις του προσώπου της. Αυτήν την έκφραση, όμως, ήταν η πρώτη φορά που την έβλεπα. Φαντάστηκα πως κάπως έτσι θα πρέπει να έμοιαζε μια αράχνη που μόλις είχε καταφέρει να πιάσει στον ιστό της ένα σπάνιο και θελκτικό θήραμα. Κι αυτό κάθε άλλο παρά με καθησύχασε.

Τα κατακόκκινα χείλη της τραβήχτηκαν για να αποκαλύψουν μακριούς, λευκούς κυνόδοντες, μυτερούς σαν βελόνες, ενώ το φωτεινό πράσινο των ματιών της βούλιαζε σ' ένα σκοτάδι μαύρο σαν την ίδια την άβυσσο. Κατάφερα να συνέλθω από το σοκ λίγα δευτερόλεπτα προτού τα δόντια της βυθιστούν στο λαιμό της Ραίην, μια προοπτική που δεν ήμουν σίγουρος αν μου ήταν δυσάρεστη ή όχι, αλλά όπως και να'χε, δεν ήθελα να το ανακαλύψω μπροστά σε όλον αυτόν τον κόσμο. Που, στην πραγματικότητα, δεν έδειχνε να μας προσέχει και ιδιαίτερα, όμως δεν είχε σημασία. Τις χώρισα απότομα και τις έσυρα προς τον άδειο διάδρομο και την τρίτη κλειστή πόρτα στα αριστερά. Ευτυχώς, η μνήμη μου δεν με πρόδωσε και ήταν όντως το γραφείο. Τις έσπρωξα μέσα κι έκλεισα την πόρτα πίσω μου.

Σταμάτα”! είπα επιτακτικά στην Κορνηλία. “Κι εσύ”, πρόσθεσα πικρόχολα, γυρνώντας προς τη Ραίην, “καλά θα κάνεις να θυμηθείς ότι ήρθαμε εδώ για δουλειά”.

Η Κορνηλία χαμογέλασε και δεν υπήρχε η παραμικρή αμφιβολία σχετικά με το ποιος πραγματικά έκανε κουμάντο εκεί μέσα. Ούτε οι κυνόδοντες, ούτε η άβυσσος είχαν υποχωρήσει.

Γιατί βιάζεσαι πάντα να με κατηγορήσεις”; ρώτησε με μια φωνή τόσο χαμηλή και τόσο βραχνή που θύμιζε γουργούρισμα γάτας.

Γιατί είσαι επικίνδυνη. Είσαι ένα άγριο ζώο κι εμείς, με τη Συνθήκη μας και με την αστυνόμευση που επιβάλλουμε στον κόσμο σου, σε έχουμε κλείσει σ' ένα κλουβί. Γιατί ξέρω καλά πως μπορείς να ξεφύγεις απ' αυτό το κλουβί οποιαδήποτε στιγμή το επιλέξεις και το γεγονός πως δεν το κάνεις...πως δεν το έχεις ήδη κάνει...με τρομοκρατεί. Γιατί μόλις τώρα αρχίζω να συνειδητοποιώ πως δεν είναι μόνο τα δικά μου κουμπιά αυτά που γνωρίζεις. Μπορείς να διακρίνεις τις αδυναμίες μας, τους πιο κρυφούς μας πόθους και τις πιο ανομολόγητες επιθυμίες μας και να τις χρησιμοποιείς για τη διασκέδασή σου. Γιατί το ότι δεν μπορώ να δω τον δάκτυλό σου πίσω από ό,τι κι αν είναι αυτό που συμβαίνει, δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει. Γιατί είσαι η ομορφότερη γυναίκα που έχω γνωρίσει ποτέ μου και δεν έχεις απολύτως κανέναν φραγμό, ήταν η απάντησή μου, παρόλο που είχα την εξυπνάδα να κρατήσω το στόμα μου κλειστό και τις σκέψεις μου για τον εαυτό μου.

Γιατί είναι χειρότερος από μένα. Μπορεί να μην αρνείται τις επιθυμίες του, αλλά κατηγορεί άλλους όταν υποκύπτει σε αυτές”, ψιθύρισε η Ραίην.

Η Κορνηλία γέλασε. Δεύτερη φορά μέσα σε μια νύχτα. Ακόμη κι αν δεν ήμουν ήδη στην τσίτα, αυτό από μόνο του θα ήταν ικανό να μου προκαλέσει ανησυχία. Πλησίασε τη Ραίην, αγνοώντας με επιδεικτικά. Τα μακριά, λευκά της δάχτυλα, έπαιζαν με τη μεταξωτή ζώνη που -μετά βίας- εμπόδιζε το κιμονό να υποκύψει στους νόμους της βαρύτητας. Κι εγώ είχα αρχίσει να χάνω την υπομονή μου. Ή την αυτοσυγκράτησή μου. Ή και τα δύο. Ήταν κάτι που μου συνέβαινε πολύ συχνά όταν εκείνη ήταν παρούσα.

Ραίην”! ύψωσα τη φωνή μου σχεδόν χωρίς να το θέλω. “Πάμε να φύγουμε. Τώρα”.

Δεν έδειξε να με προσέχει. Τα μάτια της ήταν μισόκλειστα και το μόνο που φαινόταν κάτω από τις βαριές, μαύρες βλεφαρίδες ήταν δύο σχισμές γαλάζιου που είχαν σκουρύνει τόσο πολύ που σχεδόν έμοιαζαν μαύρες. Η ανάμνηση με χτύπησε απότομα. Θυμόμουν πολύ καλά την τελευταία φορά που είχα δει αυτήν την έκφραση στο πρόσωπό της, μόνο που τότε τα χαρακτηριστικά της ήταν αλλιώτικα και δεν είχε γίνει ακόμη Ανάθεμα. Δεν είχε προλάβει να τινάξει τα μυαλά της στον αέρα, δεν είχε προλάβει να δει την Άλλη πλευρά. Ήταν σ'ένα σκοτεινό δρομάκι και ερωτοτροπούσε μ' έναν Νυκτόβιο που ήταν έτοιμος να την κατασπαράξει. Κι εκείνη θα τον άφηνε. Με τρόμο συνειδητοποιήσα ότι ακριβώς αυτό είχε σκοπό να αφήσει και την Κορνηλία να κάνει, μόνο που η Κορνηλία δεν ήταν ένας ασήμαντος Νυκτόβιος που είχε δημιουργηθεί χτες. Ήταν μιας εντελώς διαφορετικής κλίμακας τέρας και οι μέθοδοί της απείχαν πολύ από τις συνηθισμένες.

Έκανα δυο βήματα προς το μέρος τους με σκοπό να τις απομακρύνω, αλλά, τελείως απροσδόκητα, η Κορνηλία στράφηκε σε μένα και βρυχήθηκε σαν αιλουροειδές που με προειδοποιούσε να μείνω μακριά από τη λεία του, διαφορετικά θα αναγκαζόμουν να υποστώ τις συνέπειες. Κάτι που δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα. Κι ίσως, κάπου μέσα μου, να ήθελα να υποκύψω σ'εκείνη τη μικρή, σατανική φωνούλα που μου έλεγε πως έπρεπε να σκάσω και να απολαύσω το θέαμα. Από την άλλη, ήξερα πως, αν το έκανα, τίποτε πια δεν θα ήταν το ίδιο. Η Ραίην κι εγώ...δεν ήμουν σίγουρος πώς θα κατάφερνα να συνεργαστώ ξανά μαζί της αν έμενα σ'αυτό το δωμάτιο έστω και ένα λεπτό παραπάνω. Όμως, αν δεν έμενα κι όλα πήγαιναν κατά διαόλου, ποιος θα ήταν εκεί να τη βοηθήσει ή να την προφυλάξει από την Κορνηλία; Είτε όντως δεν υπήρχε λύση, είτε εγώ δεν ήθελα να τη βρω...δεν ήμουν σίγουρος. Πάντως δεν έφυγα.

Ο κορσές της Ραίην έπεσε στο πάτωμα μ'έναν πνιχτό γδούπο. Κάτω από τη λεπτή, μαύρη δαντέλα, το στήθος της ανεβοκατέβαινε γοργά, σαν να είχε μόλις διασχίσει μια μεγάλη απόσταση τρέχοντας. Η Κορνηλία την έσπρωξε προς τα πίσω και, πιάνοντάς την από τη μέση, την ανασήκωσε ελαφρά, βάζοντάς την να κάτσει επάνω στο γραφείο. Είχα μια έντονη αίσθηση déjà vu και θυμήθηκα τον εαυτό μου να κάνει ακριβώς το ίδιο στην Κορνηλία, όχι και τόσον πολύ καιρό πριν. Αναρωτήθηκα αν το θυμόταν κι εκείνη. Αν το έκανε επίτηδες. Ανασήκωσε το πόδι της Ραίην και αργά, τόσο αργά που έμοιαζε να κρατάει αιώνες, κατέβασε το φερμουάρ της μπότας της και την έβγαλε. Η άλλη μπότα ακολούθησε. Όταν την απάλλαξε και από το παντελόνι της, συνειδητοποίησα, με ένα τσίμπημα ενοχής, ότι ήταν η πρώτη φορά που έβλεπα τη Ραίην με τόσα λίγα ρούχα. Η ενοχή μου μεγάλωσε αισθητά όταν κατάλαβα ότι δεν με χάλαγε καθόλου.

Τα χλωμά δάχτυλα της Ραίην απλώθηκαν διστακτικά στη ζώνη Κορνηλίας και την τράβηξαν. Δεν χρειάστηκε κάτι παραπάνω απ' αυτό για να λυθεί και να επιτρέψει στο καταπιεσμένο κιμονό να γλιστρήσει στο πάτωμα. Η έκφραση της Ραίην θα πρέπει να έμοιαζε πολύ μ' αυτήν που είχα εγώ όταν είχα δει για πρώτη φορά την Κορνηλία γυμνή. Ήταν θαυμασμός και καύλα, από τη μία, γιατί ήταν αδύνατο να πιστέψεις πως κάτι τόσο τέλειο, κάτι τόσο όμορφο ήταν δυνατό να υπάρχει σ'αυτόν τον κόσμο. Από την άλλη, ήταν φόβος, διότι αυτή ακριβώς η τελειότητα, αυτή ακριβώς η ομορφιά ήταν τόσο εξωπραγματικές που δεν άφηναν καμία αμφιβολία σχετικά με την αληθινή της φύση. Την είδα να ψιθυρίζει κάτι στο αφτί της Ραίην, αλλά δεν κατάφερα να ακούσω τι. Το μόνο που άκουσα ήταν η απάντηση· ένα μικρό, χαμηλόφωνο και ικετευτικό κλαψούρισμα. Είδα την Κορνηλία να την κατεβάζει από το γραφείο, απαλά και σχεδόν με τρυφερότητα. Σχεδόν. Της πήρε τη μεταξωτή ζώνη από τα χέρια και την έσπρωξε προς τα κάτω. Γονάτισε πίσω της και την έδεσε χειροπόδαρα, κοιτώντας με μ'ένα μικρό, συνομωτικό χαμόγελο. Ω, ναι. Σίγουρα θυμόταν.

Σηκώθηκε με μια χάρη σχεδόν χορευτική και κατευθύνθηκε προς το μέρος μου. Η Ραίην δεν έκανε καμιά προσπάθεια να ξεφύγει ή να κουνηθεί από τη θέση της, κάτι που θα μου έκανε εντύπωση αν δεν ήμουν τοσο απασχολημένος με το να προσέχω την Κορνηλία. Χωρίς καλά-καλά να το καταλάβω, βρέθηκα να τη φιλάω τόσο βίαια που, αν ήταν ακόμη θνητή, όλο και κάποιο κόκαλο θα της είχα σπάσει. Με κάποιον τρόπο, καταλήξαμε στο πάτωμα και, την επόμενη φορά που ανασήκωσα το κεφάλι μου για να πάρω ανάσα, το πρώτο πράγμα που αντίκρισα ήταν δυο σκοτεινιασμένα, γαλάζια μάτια και το πρόσωπο της Ραίην, υγρό από βουβά δάκρυα. Σε απόσταση αναπνοής από το δικό μου. Η Κορνηλία γέλασε βλέποντας την έκφρασή μου, κάτι που με έκανε πολύ πιο βίαιο απ' ότι συνήθως και, σε κάποιο σκοτεινό και αραχνιασμένο σημείο στο πίσω μέρος του μυαλού μου, αναρωτήθηκα αν ήταν δυνατό να μισείς κάποιον και να τον ποθείς ταυτόχρονα. Ήξερα πολύ καλά την απάντηση, βέβαια. Και ήξερα και πόσο καταστροφικό ήταν. Αλλά αυτό δεν με σταμάτησε.

Δεν χρειάστηκε παραπάνω από μια απειροελάχιστη ώθηση για να αντιστρέψει τις θέσεις μας και να βρεθεί από πάνω μου. Οι κυνόδοντές της μπήχτηκαν στο λαιμό μου και, χωρίς να το θέλω, το σώμα μου παραδόθηκε σε σπασμούς ευχαρίστησης. Απομάκρυνε ελαφρά τα χείλη της και, παρόλο που δεν μπορούσα να τη δω, ήξερα πολύ καλά τι έκανε. Κοίταζε τη Ραίην, με το αίμα μου να στάζει από το πρόσωπό της και, πιθανότατα, χαμογελώντας σαν αρπακτικό. Το ήξερα γιατί ήταν κάτι που ταίριαζε απόλυτα με το χαρακτήρα της. Απολάμβανε τους καρπούς όσων έσπειρε και, για κείνη, αυτό το παιχνίδι δεν ήταν διαφορετικό από οποιοδήποτε άλλο.

Είναι τόσο αθώα και εύπλαστη”, μου ψιθύρισε. “Θα έκανε τα πάντα για σένα. Οτιδήποτε της ζητούσες, ακόμη κι αν το θεωρούσε ταπεινωτικό ή εξευτελιστικό. Ήδη το κάνει. Κάθεται σαν το καλό και υπάκουο κορίτσι που είναι και σε βλέπει να με πηδάς και δεν έχει αποστρέψει το βλέμμα της ούτε για ένα δευτερόλεπτο, παρόλο που μετά βίας το αντέχει. Και απεχθάνεται τον εαυτό της που την κάνεις τόσο ανήμπορη, αλλά ακόμη περισσότερο τον απεχθάνεται επειδή εξακολουθεί να είναι ερεθισμένη και εξακολουθεί να εύχεται να ήταν στη θέση μου”.

Την έσπρωξα απότομα μακριά μου ή, τουλάχιστον, αυτόν το σκοπό είχα, αλλά η δύναμή μου σε καμιά περίπτωση δεν έφτανε τη δική της. Ανασηκώθηκε και, πιάνοντας τη Ραίην από τον αυχένα, την τράβηξε κοντά της και τη φίλησε. Δεν την άκουσα να διαμαρτύρεται. Τελικά, η Κορνηλία έφυγε τελείως από πάνω μου, απελευθερώνοντάς με. Δεν ήμουν σίγουρος αν μπορούσα να κουνηθώ, οπότε παρέμεινα εκεί που ήμουν. Την είδα να κόβει με τα νύχια της τη μεταξωτή ζώνη, έτσι ώστε μόνο τα χέρια της Ραίην να είναι πλέον δεμένα κι έσπρωξε το κεφάλι της προς τα κάτω, στο πάτωμα. Δεν έμοιαζε να βάζει καθόλου δύναμη. Μαύρα-μέσα-σε-μαύρο μάτια καρφώθηκαν στα δικά μου και δεν χρειαζόταν να μιλήσει για να καταλάβω τι ήθελε να κάνω. Το έκανα, αγνοώντας κάθε μόριο της ύπαρξής μου που μου φώναζε πως ήταν λάθος. Αλλά, όπως είχα διαβάσει κάπου -όσο κι αν προσπαθούσα, εκείνη τη στιγμή αδυνατούσα να θυμηθώ πού ακριβώς, “όταν βρεθείς στο μαύρο δάσος, δεν υπάρχει γυρισμός”.

***


Ξύπνησα μέσα στη μέση της νύχτας, νοιώθοντας ένα χέρι να με ταρακουνάει βίαια. Μισάνοιξα τα βλέφαρά μου κι είδα δυο φωτεινά, πράσινα μάτια να γυαλίζουν στο σκοτάδι.

Τι συμβαίνει”; άκουσα δίπλα μου την απαλή, νυσταγμένη φωνή της Ραίην.

Σηκωθείτε. Τώρα”, ψιθύρισε επιτακτικά η Κορνηλία.

Δεν χρειάστηκε να το πει δεύτερη φορά. Ήμασταν κι οι δυο αρκετά καλά εκπαιδευμένοι ώστε να αναγνωρίζουμε αυτόν τον τόνο.

Θεριστές”; ρώτησα χαμηλόφωνα, ψάχνοντας ταυτόχρονα να βρω πού είχα παρατήσει τα ρούχα μου.

Ένευσε καταφατικά. Εγώ κι η Ραίην μόλις είχαμε προλάβει να ντυθούμε όταν είδαμε την πόρτα να σπάει και δέκα μαυροντυμένες μορφές με μαύρες μάσκες που κάλυπταν το πάνω μισό του προσώπου τους και των οποίων η μύτη ήταν πολύ μακριά και ελαφρώς γαμψή σαν ράμφος πουλιού. Οι διαθέσεις τους δεν έδειχναν καθόλου φιλικές.


Read more...

18.1.12

Οι Μέρες της Στάχτης

| | 9 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες


Previously on Tales from the Crypt - Πυθία




Μετά βίας κατάφερα να καταπνίξω την παρόρμησή μου να γυρίσω προς το μέρος του με τα χέρια σηκωμένα ψηλά όπως γίνεται στις ταινίες. Δεν ήταν ότι κάποιος κανονισμός ή πρωτόκολλο το επέβαλλε, μονάχα ότι ο τόνος του ήταν τέτοιος που σε προδιέθετε να κάνεις κάτι τέτοιο αν ήθελες να κρατήσεις το κεφάλι σου στους ώμους σου. Απέφυγα το βλέμμα της Ραίην. Με είχε ανάγει σε προσωπικό της ήρωα τόσο πρόσφατα που δεν ήθελα να της χαλάσω την ψευδαίσθηση προτού καν προλάβει να το χαρεί λιγάκι. Πράγμα που αναμφίβολα θα συνέβαινε αν της επέτρεπα να δει την έκφρασή μου καθώς άκουγα τα λόγια του Βαρούχ.

Στράφηκα αργά, πολύ αργά και,παρόλο που τα χέρια μου παρέμειναν φαινομενικά χαλαρά στα πλευρά μου, κάθε μυς του σώματός μου ήταν τεντωμένος, περιμένοντας μια επίθεση που, προς έκπληξή μου, δεν ήρθε ποτέ. Περίμενα πως ο Βαρούχ θα έδειχνε εξαγριωμένος. Όχι. Έδειχνε ίδιος, όπως πάντα. Θαρρείς και κάποιος του είχε βιδώσει τη συγκεκριμένη μάσκα παγερής αδιαφορίας στο πρόσωπο και, από τότε, δεν είχε καταφέρει να την ξεφορτωθεί μέχρι που κατέληξε να γίνει ένα μαζί της.

Βγείτε έξω. Τώρα”.

Η Ραίην μου έριξε μια κλεφτή ματιά, σαν να ζητούσε την άδειά μου. Της έκανα ένα αόριστο νεύμα, το οποίο προφανώς εξέλαβε ως κατάφαση και προχώρησε προς την έξοδο. Την ακολούθησα. Ο Βαρούχ μας περίμενε να βγούμε κι έπειτα έκανε κι αυτός το ίδιο, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Στάθηκε μπροστά από το δωμάτιο σιωπηλός κι ακίνητος σαν άγαλμα, παρατηρώντας μας μέχρι που αναγκαστήκαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα. Τα μάτια του έμοιαζαν μαύρα, αλλά αυτό ήταν το μόνο σημάδι οργής που μπορούσα να διακρίνω επάνω του και, από την άλλη, ήταν εξίσου πιθανό να έφταιγε ο χαμηλός φωτισμός γι' αυτό.

Χωρίς καμία προειδοποίηση, μας γύρισε την πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται. Δεν κοντοστάθηκε ούτε γύρισε να δει αν θα τον ακολουθούσαμε. Ήταν σίγουρος πως θα το κάναμε. Δεν είχε άδικο. Στρίψαμε στον κεντρικό διάδρομο και αμέσως κατάλαβα ότι μας οδηγούσε στο γραφείο του. Καθώς προχωρούσαμε, όλοι παραμέριζαν προκειμένου να μας αφήσουν να περάσουμε, κάτι που με έκανε να νοιώθω ξαφνικά τυχερός που έβλεπα μόνο την πλάτη του Βαρούχ και όχι το πρόσωπό του. Ίσως, τελικά, να μην έφταιγε ο φωτισμός.

Ένιωσα τα δάχτυλα της Ραίην να γλιστράνε ανάμεσα στα δικά μου και να με σφίγγουν καθησυχαστικά. Ωραίος ήρωας ήμουν. Την κοίταξα, επιτέλους, κι αυτό που είδα με έκανε να νοιώσω πολύ χειρότερα από οτιδήποτε κι αν μας περίμενε στο γραφείο του Βαρούχ. Το βλέμμα της ήταν τόσο γεμάτο εμπιστοσύνη που, για μια στιγμή, μπήκα στον πειρασμό να την ταρακουνήσω και να την αναγκάσω να συνέλθει. Δεν μου άξιζε αυτό το βλέμμα. Ήμουν ανώριμος, δεν έτρεφα τον παραμικρό σεβασμό προς οποιουδήποτε είδους κανόνες και είχα την τάση να σκέφτομαι με το λάθος κεφάλι. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήμουν υπεύθυνος για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τώρα. Ήταν σαν να είχα τραβήξει τη σκανδάλη ο ίδιος, παρόλο που η ίδια δεν έδειχνε να το καταλαβαίνει ή να ενδιαφέρεται. Όπως κι αν είχε το πράγμα, ήμουν ο τελευταίος που είχε δικαίωμα σε ένα τέτοιο βλέμμα. Μουδιασμένα, τράβηξα το χέρι μου. Ίσα που πρόλαβα να δω μια έκφραση πληγωμένου παιδιού να περνάει στιγμιαία από το πρόσωπό της προτού χαμηλώσει τα μάτια της.

Πήρα μια βαθιά ανάσα και μπήκα στο γραφείο του Βαρούχ προσπαθώντας να μη σκέφτομαι τι θα ακολουθούσε μέσα στα επόμενα λεπτά. Κάτι το οποίο δεν ήταν καθόλου εύκολο αν λάμβανε κανείς υπόψην ότι το παρουσιαστικό του θύμιζε νεκροθάφτη που είχε ξεμείνει σε λάθος αιώνα. Μας έκανε νόημα να καθίσουμε. Σπεύσαμε να υπακούσουμε, λες κι αυτό θα μας γλίτωνε από την επερχόμενη τιμωρία. Σύνελθε, Σεζάρ, προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου. Στη χειρότερη περίπτωση, θα σας πετάξει στη Δίνη. Στην καλύτερη, θα σας αποσύρει από την υπόθεση. Όπως και να'χει, τα βάσανά σου θα τελειώσουν.

Αν ήθελα να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου -κι αυτό ήταν ένα μεγάλο “αν”- έπρεπε να παραδεχτώ πως ανυπομονούσα να γίνει και πάλι η ζωή μου η ανιαρή ρουτίνα που ήταν προτού ξαναβρεθεί η Κορνηλία στο δρόμο μου. Τα πάντα είχαν πάρει την κάτω βόλτα από εκείνη τη νύχτα που είχε εμφανιστεί στο κατώφλι μου κρατώντας το χαρτοφύλακα που περιείχε τις “Μέρες του Αίματος”. Αλλά γιατί απορούσα; Αυτό ήταν το ταλέντο της, άλλωστε. Ή, μάλλον, ένα από τα ταλέντα της και το κακό ήταν ότι είχε πολλά. Και είχε την τάση να τα χρησιμοποιεί όλα δίχως έλεος.

Θα περιμένω πολύ ακόμα”;

Η φωνή του Βαρούχ με επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Ήταν προφανές πως περίμενε κάποιου είδους εξήγηση, μόνο που δεν ήμουν σίγουρος σχετικά με το τι έπρεπε να του πω. Αν η θεωρία μας ήταν σωστή, τότε το τελευταίο πράγμα που έπρεπε να κάνουμε ήταν να του πούμε πως τον υποπτευόμασταν. Από την άλλη, αν κάναμε λάθος, αυτό σήμαινε πως η Κορνηλία μας είχε χειραγωγήσει προκειμένου να παρακάμψουμε τον Βαρούχ και να πάμε απευθείας στην Πυθία για κάποιο λόγο που μου διέφευγε, αλλά για τον οποίο εκείνος μπορεί να είχε κάποια ιδέα.

Μιλήσαμε με την Κορνηλία. Προσπάθησε να μας πείσει ότι έχεις τη δική σου αντζέντα, ότι δεν μπορούμε να σε εμπιστευτούμε κι ότι, παρόλο που σου είχε πει για τις αποτυχημένες της προσπάθειες να εντοπίσει μόνη της τη συγγραφέα του βιβλίου, εσύ δεν έκρινες σκόπιμο ούτε να απευθυνθείς στην Πυθία, ούτε να μας το αναφέρεις προτού πάμε να τη δούμε”.

Τα φρύδια του υψώθηκαν τόσο που σχεδόν άγγιξαν τις ρίζες των μαλλιών του.

Υποθέτω πως για να μου τα λες αυτά έχεις ήδη καταλήξει πως είμαι αθώος”, είπε αργόσυρτα.

Ανασήκωσα τους ώμους μου με μια ανεμελιά που δεν ένοιωθα.

Αυτό στο οποίο έχω καταλήξει είναι πως η Κορνηλία έχει μάτια μέσα στην υπηρεσία και πως ήθελε πάση θυσία η Ραίην κι εγώ να πάμε στην Πυθία. Το γιατί δεν το γνωρίζω, αλλά έπρεπε να της δείξουμε ότι μας είχε πείσει. Θα μπορούσαμε, φυσικά, να σε έχουμε ενημερώσει προτού προβούμε σε οποιαδήποτε κίνηση, αλλά κάτι τέτοιο θα είχε σίγουρα κινήσει τις υποψίες του όποιου κατασκόπου έχει στο Λεβιάθαν”.

Έμεινε σιωπηλός για λίγη ώρα, κοιτώντας με εξεταστικά. Τελικά, στράφηκε στη Ραίην και, χωρίς να το θέλω, ένοιωσα να με κατακλύζει ανακούφιση.

Περίμενα πως εσύ, τουλάχιστον, θα είχες το μυαλό να τον συγκρατήσεις”.

Παραλίγο να κάνω κάποιο καυστικό σχόλιο, αλλά συγκρατήθηκα. Όπως είχε αποδείξει το πρόσφατο παρελθόν, δεν ήμουν εγώ αυτός που χρειαζόταν λουράκι. Αλλά άντε πες το αυτό στον Βαρούχ. Αναμφίβολα, θα μου απαντούσε κάτι εξίσου καυστικό, το οποίο πιθανότατα θα αφορούσε την άριστη γνώση της ανατομίας των Νυκτόβιων την οποία κατείχα.

Καμιά φορά αναρωτιόμουν αν θα ήταν πιο εύκολο να τους πω πως ήμουν ερωτευμένος με την Κορνηλία, πως την αγαπούσα παρά το γεγονός ότι ήταν ένα τέρας που σκότωνε και χειραγωγούσε χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Θα προσπαθούσαν, φυσικά, να με αποτρέψουν και να μου δείξουν το λάθος της απόφασής μου, αλλά στο τέλος θα τα παρατούσαν, παραδεχόμενοι πως η αγάπη είναι τυφλή και κανείς δεν μπορούσε να ελέγξει ποιον θα ερωτευόταν. Το πρόβλημα, εν προκειμένω, ήταν πως δεν ήμουν ερωτευμένος με την Κορνηλία. Ήξερε να πατάει τα κουμπιά μου όπως καμία άλλη, σίγουρα, όμως δεν ήταν κανένα βαθύ και αγνό συναίσθημα αυτό που με τράβαγε κοντά της. Αντιθέτως, ήταν άγριο, βρόμικο και γεμάτο αίμα, πόνο και καύλα. Ακριβώς όπως άρεσε και στους δυο μας, δηλαδή.

Ξέρεις πως είναι. Κανείς δεν μπορεί να τον συγκρατήσει όταν βάλει κάτι στο μυαλό του”, σχολίασε επικριτικά η Ραίην.

Τόσο επικριτικά που γύρισα ξαφνιασμένος προς το μέρος της. Έμοιαζε...ενοχλημένη. Αναρωτήθηκα τι είχα κάνει αυτή τη φορά. Ίσως είχε διαβάσει τις σκέψεις μου, κάτι το οποίο σίγουρα θα αρκούσε για να της αλλάξει τη διάθεση τόσο απότομα. Γυναίκες. Ο Βαρούχ δεν διαφώνησε, κάτι για το οποίο θα είχα σπεύσει να διαμαρτυρηθώ σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση αλλά, εν προκειμένω, δεν με έπαιρνε.

Πηγαίνετε”, μας είπε έπειτα από λίγο.

Αν δεν ήξερα καλύτερα, θα έλεγα πως ακουγόταν απελπισμένος. Σηκώθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και, ακόμη κι έτσι, δεν μου φάνηκε αρκετά γρήγορα. Καθώς πλησίαζα προς την πόρτα, ο Βαρούχ έβηξε διακριτικά. Δεν γύρισα να τον κοιτάξω.

Στο μέλλον θα πρόσεχα πάρα πολύ τις κινήσεις μου αν ήμουν στη θέση σας”, σχολίασε μελιστάλαχτα.

Ήταν ένας τόνος που δεν ταίριαζε στη φωνή του και, ξαφνικά, χάρηκα που δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό μου γιατί, το δίχως άλλο, θα διέκρινε τους κόμπους κρύου ιδρώτα που είχαν βρει ακριβώς εκείνη τη στιγμή να κάνουν την εμφάνισή τους στο μέτωπό μου. Σε γενικές γραμμές, δεν ήμουν δειλός ούτε φοβόμουν εύκολα. Ήταν κάτι που πήγαινε παρέα με το επάγγελμα, θα έλεγε κανείς. Όσο να πεις, δεν γίνεται να κρατάς τις ισορροπίες μεταξύ του θνητού κόσμου και της Άλλης πλευράς αν τρέχεις κάθε λίγο να κρυφτείς. Όχι. Όμως ο Βαρούχ είχε αυτήν την επίδραση σε όλους μας. Αν ήμουν προσεκτικός με την Κορνηλία, ήταν μια προσοχή που οφειλόταν στη γνώση της ηλικίας της και του πώς λειτουργούσε το καθόλου αμελητέο μυαλό της. Ήταν πρόληψη, περισσότερο, παρά οτιδήποτε άλλο. Το ίδιο και με όλα τα πλάσματα της Άλλης πλευράς που είχα συναντήσει και γνώριζα ότι, ανά πάσα στιγμή, μπορούσαν να με σαπίσουν στο ξύλο πριν προλάβω να βγάλω άχνα, εκτός κι αν είχα φροντίσει να πάω με ενισχύσεις. Ο Βαρούχ ήταν διαφορετική περίπτωση. Ήταν ένα μυστήριο για μένα και δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το πώς να το λύσω ή, έστω, να το καταλάβω. Και ήταν τρομακτικός με έναν τρόπο που ακόμη και τα μαύρα-μέσα-σε-μαύρο μάτια και οι μυτεροί σαν βελόνες κυνόδοντες δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι. Έφταιγε το ημίψηλο, αυτό ήταν το μόνο για το οποίο ήμουν σίγουρος.

Βγαίνοντας από το γραφείο, έγειρα στον τοίχο, έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Ένοιωθα σαν κάποιος που είχε μόλις βγει από μια λίμνη γλιτώνοντας βέβαιο πνιγμό. Όταν, τελικά, το πήρα απόφαση και κοίταξα τη Ραίην, είδα με μεγάλη μου έκπληξη ότι χαμογελούσε. Έφερε ένα δάχτυλο στα χείλη της και μου έδειξε την πόρτα. Ένευσα καταφατικά. Μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. Πάνω που πίστευα ότι η γυναικεία ψυχοσύνθεση δεν θα μπορούσε να κρύβει περισσότερα μυστικά. Ε, λοιπόν, το σύμπαν ποτέ δεν έπαυε να με εκπλήσσει.

Δεν είχα μπει ποτέ στο δωμάτιο της Ραίην. Όχι ότι δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία, απλά το είχα αποφύγει, θεωρώντας πως θα αντίκριζα κάτι που θα έμοιαζε με τη σπηλιά του Μπάτμαν ή τα ενδότερα του κάστρου του Κόμη Δράκουλα. Αν και η δεύτερη εικασία μου δεν ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα, η αλήθεια ήταν πως, παρά την ξεκάθαρα βικτωριανή διακόσμηση, το δωμάτιο ήταν ιδιαίτερα ζεστό.

Το ξέρεις πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποδυόμαστε τα άτομα των οποίων τα σώματα έχουμε πάρει, έτσι δεν είναι”;

Δεν ήμουν σίγουρος αν όντως το ήξερε. Δεν θυμόμουν να της το έχω αναφέρει ποτέ, αλλά αναμφίβολα θα βρισκόταν μέσα στο εγχειρίδιο της υπηρεσίας το οποίο αριθμούσε περί τις τρεις χιλιάδες σελίδες και από το οποίο είχα διαβάσει μόνο το εξώφυλλο. Ανασήκωσε τους ώμους της σαν να μην είχε ιδιαίτερη σημασία.

Το γνωρίζω. Αλλά εξακολουθεί να είναι το δικό της σώμα και, εφόσον κανείς δεν της ζήτησε την άδεια για να της το πάρει...τελοσπάντων, είναι απλά ο τρόπος μου να κρατάω ένα κομμάτι της ζωντανό”.

Αυτό ήταν κάτι που μπορούσα να καταλάβω. Είχε συμβεί σε όλους μας. Όταν πεθαίναμε και οι ψυχές μας εμφανίζονταν στο εσωτερικό του Λεβιάθαν, μας εξηγούσαν πώς δούλευε όλο αυτό. Φυσικά, κανείς μας δεν θα διάλεγε τη Δίνη αντί για μια δεύτερη ευκαιρία. Ωστόσο, όταν ξυπνούσαμε στο νέο μας σώμα, πολύ συχνά ευχόμασταν να είχαμε διαλέξει την κουρτίνα δύο. Εντάξει, θα καταλήγαμε καύσιμα για ένα πλωτό νησί που κινούνταν με ψυχική ενέργεια. Κυριολεκτικά. Αλλά δεν θα ήμασταν αναγκασμένοι να καταπιέζουμε τις ξένες αναμνήσεις με φάρμακα προκειμένου να μην τρελαθούμε, ούτε θα αισθανόμασταν τόσες τύψεις απέναντι στον άνθρωπο του οποίου τη ζωή κλέψαμε. Υπήρχαν, βέβαια, άπειροι τρόποι να πείσουμε τους εαυτούς μας πως έκαναν το σωστό. Η ανθρωπότητα χρειαζόταν κάποιον να κρατάει την ψευδαίσθηση στη θέση του, να την προστατεύει από την αλήθεια της Άλλης πλευράς. Εκτός αυτού, οι ασθενείς σε κώμα -πρακτικά- δεν είχαν ψυχή. Αν αυτοί οι λόγοι το έκαναν πιο εύκολο, τότε μάλλον εγώ κι η Ραίην ήμασταν οι εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν τον κανόνα. Όχι πως είχα κάποιον τρόπο να το γνωρίζω μιας και θεωρούνταν σχεδόν ταμπού να συζητάμε γι'αυτά τα θέματα. Αλλά είχα τις υποψίες μου.

Αυτό πήγε καλύτερα απ' όσο περίμενα”, είπε η Ραίην και το χαμόγελο επανήλθε στα χείλη της.

Έμοιαζε κάπως νευρική, αν και δεν μπορούσα να φανταστώ το λόγο. Δεν ήμουν καν σίγουρος αν ήθελα. Την κοίταξα δύσπιστα. Αυτή δεν ήταν που πριν λίγα λεπτά είχε κάνει κόμμα με τον Βαρούχ εναντίον μου; Κάπου εκεί παραιτήθηκα και αποφάσισα ότι το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να ακούσω τι είχε να μου πει, νεύοντας περιστασιακά και παριστάνοντας ότι καταλάβαινα έστω και το ένα δέκατο από το τι συνέβαινε μέσα στο κεφάλι της. Ήταν μια τακτική που έπιανε πάντα.

Αχά”, ήταν η ευφάνταστη απάντησή μου σ'αυτό το σχόλιο.

Καλή ιδέα να τον αφήσεις να πιστέψει πως είμαστε με το μέρος του και δεν τον υποψιαζόμαστε. Έτσι, είτε είναι αθώος είτε ένοχος, θα βγούμε κερδισμένοι. Υποθέτω πως οι στενές σου επαφές μαζί της σου έμαθαν κάτι, τελικά”.

Αναστέναξα με ανακούφιση.

Ώστε γι'αυτό συμφώνησες με τον Βαρούχ για την έλλειψη αυτοσυγκράτησής μου. Χαίρομαι που κατάλαβες τι προσπαθούσα να πετύχω”.

Τα μάτια της έλαμψαν πειρακτικά και το χαμόγελό της πλάτυνε.

Συμφωνήσα με τον Βαρούχ γιατί είναι γεγονός πως δεν έχεις ίχνος αυτοσυγκράτησης. Αλλά εννοείται πως κατάλαβα πού το πήγαινες, άλλωστε μην ξεχνάς πως εσύ με εκπαίδευσες, Σεζάρ”.

Δεν το ξεχνούσα. Αλλά αυτή δεν ήταν η ώρα να αναπολήσω το παρελθόν ούτε να ανοίξω πόρτες οι οποίες ήταν καλύτερο να παραμείνουν κλειστές. Πράγμα που μου θύμισε την Πυθία και τους μαστουρωμένους χρησμούς της.

Έβγαλες κανένα νόημα από τις ασυναρτησίες με το παζλ”; τη ρώτησα τρίβοντας τους κροτάφους μου.

Μπορούσα να νοιώσω τον πονοκέφαλο να πλησιάζει επικίνδυνα.

Όπως το είπες. Κανένα. Και είμαι σίγουρη πως όταν φτάσουμε να βγάλουμε, θα είναι πολύ αργά. Αλλά ίσως...”

Ο δισταγμός στη φωνή της δεν μου διέφυγε. Την κοίταξα ερωτηματικά. Απέφυγε το βλέμμα μου. Κάτι που με έκανε να σκεφτώ πως μάλλον αυτό που θα άκουγα θα ήταν τόσο απίθανο που θα της ζητούσα να το επαναλάβει τουλάχιστον άλλες δύο φορές προκειμένου να πειστώ πως όντως το είχα ακούσει. Όπως ήταν αναμενόμενο, είχα δίκιο.

Ίσως η Κορνηλία να μπορεί να μας βοηθήσει μ'αυτό. Άλλωστε, δική της ιδέα ήταν να μιλήσουμε με την Πυθία”.

Το είπε γρήγορα και χωρίς ανάσα, σχεδόν σαν να ντρεπόταν και μόνο που το ξεστόμιζε.

Τι πράγμα”;

Λέω, ότι ίσως η Κορνηλία να μπορεί να μας βοηθήσει”.

Είχα μια ξαφνική εικόνα του εγκεφάλου μου ως οθόνη υπολογιστή, να καταγράφει όλα τα λάθη αυτής της πρότασης. Πρώτον, είχε πει “η Κορνηλία” και όχι “αυτή η γαμημένη πουτάνα”, όπως συνήθιζε. Δεύτερον, είχε προτείνει να της ζητήσουμε βοήθεια. Τρίτον, θεωρούσε πως μπορούσαμε να την εμπιστευτούμε αρκετά ώστε να δεχτούμε πως θα μας έλεγε την αλήθεια στην περίπτωση που της ζητούσαμε την προαναφερθείσα βοήθεια. Το συμπέρασμα που έβγαλε ο φτωχός μου εγκέφαλος από όλα αυτά ήταν το ίδιο, όσες φορές κι αν προσπάθησα να επανεκκινήσω την επεξεργασία των δεδομένων: error, error, does not compute.

Τι πράγμα”;

Μη νομίζεις ότι μου είναι η πλέον ευχάριστη προοπτική”, με αποπήρε η Ραίην. “Αλλά, ειλικρινά, δεν βλέπω τι άλλη επιλογή έχουμε. Είναι ή ο Βαρούχ ή η Κορνηλία και, αυτή τη στιγμή, το να πάμε στον Βαρούχ θα ήταν, το λιγότερο, αυτοκτονικό. Άρα η μόνη που μας μένει είναι η Κορνηλία”.

Σίγουρα δεν κατάλαβες τίποτα από το χρησμό; Σκέψου καλύτερα, μπορεί να...”

Η νότα του πανικού στη φωνή μου ήταν εμφανής. Όχι, δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι της Κορνηλίας. Ή μάλλον ήθελα, αλλά όχι μαζί με τη Ραίην. Την πρώτη φορά απλά δεν μπορούσα να το αποφύγω. Η δεύτερη θα ήταν καθαρός μαζοχισμός. Αλλά η Ραίην δεν ήταν διατεθειμένη να με αφήσει να ξεφύγω τόσο εύκολα.

Σεζάρ. Δεν κατάλαβα Χριστό. Ούτε κι εσύ. Εξάλλου, φανταζόμουν πως θα ήσουν ιδιαίτερα χαρούμενος στην προοπτική να δεις τη γκόμενά σου δύο φορές την ίδια νύχτα. Αλλά αν δεν θέλεις, μπορώ πάντα να πάω μόνη μου. Φυσικά, δεν ξέρω πώς μπορεί να καταλήξει αυτό”.

Αναρωτήθηκα αν μπλόφαρε, το σκέφτηκα για περίπου δέκα δευτερόλεπτα και κατέληξα πως αυτό τουλάχιστον ήταν ένα ρίσκο που δεν ήμουν διατεθειμένος να πάρω.

Καλώς, καλώς. Θα έρθω. Αλλά προσπάθησε να μη μιλάς τόσο πολύ αυτή τη φορά, εντάξει”;

Ρουθούνισε εκνευρισμένη και μου γύρισε την πλάτη. Υπέθεσα πως αυτό, στο σκοτεινό άδυτο της συλλογικής γυναικείας μνήμης, σήμαινε ότι ήταν θυμωμένη μαζί μου. Αλλά δεν μπορούσα να νοιαστώ και γι'αυτό.




Τα μακριά, λευκά της δάχτυλα άγγιξαν την επιφάνεια της φωτογραφίας με κάτι που έμοιαζε με τρυφερότητα. Το βλέμμα της ταξίδεψε δύο ή τρεις φορές ανάμεσα στη φωτογραφία και σε μένα.

Ώστε έτσι έδειχνες πριν”, είπε σκεφτικά. “Αυτό το πρόσωπο σου ταιριάζει καλύτερα”.

Ανασήκωσα τους ώμους μου. Δεν ήταν ότι είχα και επιλογή στο όλο θέμα.

Πώς συνέβη; Πώς βρέθηκες να δουλεύεις για τον Βαρούχ”;

Αυτές οι πληροφορίες είναι απόρρητες και δεν έχω το δικαίωμα να τις συζητήσω μαζί σας”.

Τα κατακόκκινα χείλη της κύρτωσαν ελαφρά κι ευθύς αισθάνθηκα το σφυγμό μου να εντείνεται.

Καταλαβαίνω”.

Σταύρωσε δυο εγκληματικά μακριά πόδια και το φόρεμά της ανέβηκε μερικά εκατοστά. Ήταν ήδη υπερβολικά κοντό. Το βλέμμα μου, σαν να είχε δική του θέληση, καρφώθηκε στη μαύρη δαντέλα που διακρινόταν αμυδρά εκεί που τελείωναν οι κάλτσες της.

Θα...θα θέλατε να μου πείτε πώς ήταν δυνατό να μη γνωρίζετε τίποτα σχετικά με τις προθέσεις μία εκ των υπηκόων σας να αποκαλύψει την ύπαρξη της Άλλης πλευράς στους θνητούς”;

Έκλινε το κεφάλι της στο πλάι. Κατακόκκινα μαλλιά γλίστρησαν μπροστά, καλύπτοντας το λαιμό και το στήθος της. Το μυαλό μου αδυνατούσε να συλλάβει πώς ήταν δυνατό να κάνει τέτοιες ασήμαντες κινήσεις να φαντάζουν τόσο ερωτικές. Από την άλλη, βέβαια, το μυαλό μου αδυνατούσε να συλλάβει καν την πιθανότητα ότι ένα πλάσμα με τη δική της ομορφιά ήταν δυνατό να υπάρχει. Κάτι που μάλλον δεν έλεγε πολλά για τη φαντασία μου.

Η Μορτίσια είχε προσπαθήσει να με ανατρέψει, στο παρελθόν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά, είχε τη χρησιμότητά της γι'αυτό άλλωστε και δεν τη σκότωσα. Ήξερα πως οι ιδέες της ήταν κάπως...ακραίες, αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα έφτανε τόσο μακριά προκειμένου να πετύχει το σκοπό της. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πιστεύω πως ήταν θεότρελη. Αναμφίβολα η υπηρεσία σου δεν μπορεί να περιμένει από μένα να προβλέπω τις κινήσεις κάθε Νυκτόβιου που βρίσκεται στην επικράτειά μου, πόσω μάλλον κάποιου που είναι εμφανώς...ασταθής, όπως ήταν η Μορτίσια”.

Μου είχε φανεί απόλυτα λογικό. Φυσικά και δεν μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι τέτοιο από αυτήν. Η πιθανότητα να επηρέαζε το μυαλό μου με κάποιον τρόπο ούτε καν μου πέρασε από το νου. Το οποίο μάλλον θα έπρεπε να μου έχει δείξει πως πράγματι το έκανε, αλλά εκείνη τη στιγμή δυσκολευόμουν να σκεφτώ γενικότερα.

Και οι δικές σας απόψεις”;

Μου χαμογέλασε.

Δεν συνηθίζω να προκαλώ προβλήματα, κάτι το οποίο σίγουρα η υπηρεσία σας γνωρίζει. Είμαι ικανοποιημένη μ'αυτά που μπορώ να έχω. Πίστεψέ με, δεν τα θεωρώ λίγα. Ίσως κάποτε αλλάξω γνώμη. Ίσως αποφασίσω πως όλοι αυτοί οι περιορισμοί και η αστυνόμευση δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς μου. Θα είστε οι πρώτοι που θα το καταλάβετε. Ό,τι έχετε χτίσει με τόσο κόπο θα καεί συνθέμελα και το μόνο που θα απομείνει θα είναι αποκαΐδια. Θα είναι οι μέρες του αίματος, οι μέρες της στάχτης. Αλλά...”, πρόσθεσε εύθυμα “αυτό δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον, οπότε δεν έχετε λόγο να ανησυχείτε για μένα και τις προθέσεις μου”.


Read more...

About Me

Η Φωτό Μου
Writing is flying in dreams. When you remember. When you can. When it works. It's that easy.

Άλλες Κρύπτες

In Da Cryptarchivo