Έπρεπε να διαβάσω αλλά δεν μπορούσα να ξεκολλήσω. Όχι τόσο από την οθόνη - αν και τα προαναφερθέντα επεισόδια είναι όντως συγκλονιστικά - όσο απ'αυτήν την αίσθηση της ραστώνης και του χουχουλιάσματος κάτω από την κουβέρτα.
Και την επόμενη μέρα; Την επόμενη μέρα, χαρά θεού. Ο ήλιος έλαμπε σ'έναν ασυννέφιαστο ουρανό, η θάλασσα κάτω από το σπίτι μου ήταν λάδι και, για τέλη φθινοπώρου, έκανε ζέστη. Βγήκα για ψώνια, να πάρω κάνα ρούχο της προκοπής γιατί αυτά με τα οποία είχα έρθει από την Αθήνα κοντεύαν πια να λιώσουν πάνω μου κι είχα αρχίσει να νιώθω όπως ένιωθα στο Λύκειο. Και για όποιον με ξέρει καλά, το Λύκειο ήταν τα χειρότερά μου χρόνια.
Εδώ θα ανοίξω μια μεγάλη παρένθεση. Δεν είμαι άνθρωπος που ανοίγεται εύκολα. Κι ακόμη κι όταν το κάνω, συνήθως λέω λίγα πράγματα. Δεν ξέρω αν προτιμώ να ακούω τους άλλους να μιλάνε ή αν το κάνω από συνήθεια. Ίσως λίγο κι απ'τα δύο. Επίσης, δεν είμαι ιδιαιτέρως κοινωνική. Τι γιατί; Γιατί έχω ένα σκασμό κολλήματα και κόμπλεξ, τα οποία ο περισσότερος κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει.
Είχε έρθει η φίλη Razz να τη φιλοξενήσω, τις προάλλες, και μια νύχτα σαν άνθρωποι δεν κοιμηθήκαμε. Τέσσερις και έξι το πρωί πέφταμε για ύπνο κι όχι επειδή λιώναμε σε κλαμπάκια, αλλά επειδή μιλάγαμε ώρες ατέλειωτες. Είχα πολύ καιρό να το κάνω αυτό με κάποιον και μου'χε λείψει. Μου'χε λείψει αυτή η αίσθηση του να συζητάς με κάποιον και να νοιώθεις ότι σε "πιάνει". Ότι σε καταλαβαίνει, ρε γαμώτο.
Τις περισσότερες φορές δεν με καταλαβαίνουν. Φταίω κι εγώ. Κρατάω πολλά πράγματα μέσα μου και, συνήθως, δεν μιλάω όταν πρέπει. Είναι που δεν γουστάρω να πλακώνομαι. Γι'αυτό, προτιμώ να χάνομαι. Από ανθρώπους, από μέρη. Μερικές φορές χάνομαι μέσα στο ίδιο το μυαλό μου. Ίσως γιατί εκεί μέσα τα πράγματα είναι τόσο οικεία και τόσο σκοτεινά που βολεύομαι. Δεν ξέρω. Αλλά αν κάτι ή κάποιος με ξενερώνει, απλά δεν τον ξαναβλέπω. Ακούγεται πιο εύκολο από το να τσακωθείς και να λύσεις το πρόβλημα. Δεν είναι. Γιατί μερικές φορές, το πρόβλημα δεν λύνεται, όσο κι αν προσπαθείς.
Μερικές φορές οι άλλοι σε κάνουν πέρα κι όσο κι αν το παλεύεις, τελικά δεν βρίσκεις πια κοινό σημείο επαφής. Μερικές φορές στη φέρνουν άσχημα και δεν καταλαβαίνουν καν για ποιο λόγο πληγώθηκες. Δεν ξέρω τι μαλακία μας δέρνει εμάς τις γυναίκες. Δεν ξέρω γιατί 99% φορές ανάμεσα στη φίλη μας και το γκόμενο θα προτιμήσουμε το γκόμενο. Δεν ξέρω γιατί 99% φορές αντί να παραδεχτούμε το πραγματικό μας λάθος ισχυριζόμαστε ότι αιτία του τσακωμού είναι κάτι άλλο. Δεν ξέρω γιατί είμαστε τόσο καριόλες ούτε γιατί είμαστε τόσο κατίνες. Μακάρι να είχα τις απαντήσεις σ'όλα αυτά. Αν τις είχα ίσως και να είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα.
Κάποτε εμπιστευόμουν πολύ εύκολα τους ανθρώπους, αλλά έφαγα τα μούτρα μου πάρα πολλές φορές και πια έχω φτάσει σε σημείο να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Γιατί κάποτε καταλήγεις όχι να περιμένεις αν θα στη φέρουν, αλλά να περιμένεις το πότε θα στη φέρουν. Μπορεί να έφταιγε και το σχολείο μου, τα ιδιωτικά το κάνουν αυτό στους ανθρώπους. Μπορεί να έφταιγα κι εγώ που δεν ήμουν πιο πονηρεμένη. Τι να πω; Πραγματικά, δεν έχω ιδέα.
Αυτό που ξέρω, πάντως, είναι ότι όταν φτάνεις στο σημείο να σκέφτεσαι πως θα βγεις με κάποιον και σου γυρνάει το στομάχι - στην κυριολεξία - τότε οι τσακωμοί και οι προσπάθειες συμβιβασμού είναι χαμένος κόπος κι όσο νωρίτερα το αναγνωρίσεις αυτό , τόσο το καλύτερο για σένα.
Πριν πολύ-πολύ καιρό, κάτι είχε γίνει κι είχα ξεκόψει από τις παλιές μου παρέες κι είχα βρει νέες. Η μάνα μου τότε με έκραζε ότι με το που άλλαξε η ζωή μου ξέγραψα τις φίλες μου, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Όντως κάτι είχε γίνει, απλά δεν γούσταρα να μιλήσω γι'αυτό γιατί χαλιόμουν πάρα πολύ. Τελικά δεν άντεξα τη γκρίνια και τα κηρύγματα και της είπα τι είχε παιχτεί. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτά τα κορίτσια που ήξερε θα μπορούσαν να φερθούν έτσι. "Εγώ στη θέση σου ούτε καλημέρα δεν θα τους έλεγα". Τι να μου πεις κι εσύ, ρε μάνα; Σάμπως εσύ μου έδειξες καμιά εμπιστοσύνη; Τα φόρτωσες σε μένα και ησύχασες. Όπως πάντα.
Τελοσπάντων, για να κλείσει αυτή η τεράστια παρένθεση που άνοιξα με τα παιδικά και εφηβικά μου τραύματα, εκεί που ήθελα να καταλήξω είναι ότι τον τελευταίο καιρό, με την αλλαγή κλίματος, τη μοναξιά, το γεγονός ότι ήμουν μακριά απ' όλους και απ'όλα, είχα ξεχάσει πολλά πράγματα. Είχα ξεχάσει την υπόσχεση που είχα δώσει στον φίλο μου τον Χ. "Να λες αυτό που θες πριν σε ρωτήσουν, να φροντίζεις τον εαυτό σου και να τον μοιράζεσαι". Αλλά αυτές οι μέρες με τη Razz μου το θύμισαν. Για διάφορους λόγους. Αλλά, κυρίως, γιατί για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύν καιρό αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω και, αισθάνθηκα πως, ότι κι αν έλεγα, ότι κι αν έκανα, πολλές από τις παλιές μου ανασφάλειες ζουν και βασιλεύουν κι ίσως να μην πεθάνουν ποτέ. Αλλά τώρα θυμάμαι. Δεν έχει σημασία πόσες ανασφάλειες έχεις. Αυτό που έχει σημασία είναι να κάνεις αυτό που θες, παρά τις ανασφάλειές σου και να μην μετανιώνεις ποτέ για τίποτα. Και, στο τέλος της μέρας, δεν υπάρχει καλύτερη επιβράβευση από το ηλίθια χαρωπό χαμόγελο που έχει βιδωθεί στο πρόσωπό σου και δεν λέει να ξεκολλήσει.
Τέλος της παρένθεσης. Τι έλεγα; Α, ναι, πήγα για ψώνια, λοιπόν. Ήταν παράξενα χωρίς τη μάνα μου να μου υποδεικνύει συνέχεια τι να δοκιμάσω και τι να πάρω. Παράξενα, αλλά ωραία. Κι ήταν εντυπωσιακό το πόσο πιο γρήγορα τέλειωσα με τα ψώνια όταν δεν είχα το άγχος της έγκρισης κάποιου άλλου.
Είναι εντυπωσιακό πάντως. Όχι, αλήθεια είναι εντυπωσιακό. Εδώ, στο Brighton, βρίσκεις απίστευτα ρούχα και σε λογικότατες τιμές. Παρόλα αυτά, οι Αγγλίδες κυκλοφορούν με τα τρύπια καλσόν και χωρίς παπούτσια. Επίσης, αν ξαναδώ άλλο ένα ημιδιαφανές κολάν το οποίο δεν αφήνει τίποτα στη φαντασία, θα ουρλιάξω. Δεν τους έχει πει κανείς ότι αυτά τα φοράνε μέσα από άλλα ρούχα και όχι σκέτα γιατί γινόμαστε περίγελος; Προφανώς όχι. Άλλο πράγμα που μου τη σπάει στην Αγγλία είναι πως δεν υπάρχουν καφετέριες. Μόνο αλυσίδες τύπου Starbucks, Nero ή Costa. Και δεν φτάνει που δεν υπάρχουν καφετέριες, κανείς δεν κάθεται για καφέ πάνω από μισή ώρα. Τι να πρωτοπείς σε μισή ώρα; Πήζουμε που πήζουμε στο διάβασμα, δεν μπορούμε και να ξεσκάσουμε λίγο σαν άνθρωποι.
Στα θετικά; Καταρχήν το σπίτι μου. Είναι ένα κουκλίστικο, μικρό σπιτάκι που μοιάζει με χομπιτότρυπα. Έχει απίστευτη βεράντα και ακόμη πιο απίστευτη θέα. Κατά δεύτερον, το course μου, με το οποίο και είμαι παντελώς ερωτευμένη. Πραγματικά, η επιλογή μου ήταν η τελευταία που περίμεναν όλοι, η πιο απρόσμενη κι όμως, νομίζω τελικά ότι ήταν η πιο σωστή απ'όλες. Επίσης, είμαστε το πιο πολυπολιτισμικό μεταπτυχιακό της Ψυχολογίας. Έχουμε έναν Ταϊλανδό, μια Κινέζα (μεγαλωμένη στην Ιαπωνία, παρακαλώ), έναν Χιλιανό, μια Βραζιλιάνα, δύο Εγγλέζες, δυο Αμερικάνες, μια Νοτιοαφρικανή, έναν Τούρκο, μια Ολανδέζα, έναν Ιταλό, μια Πολωνέζα, έναν Γερμανό και μια Ουρουγουανή. Όπως καταλαβαίνει κανείς, εγώ κι ο Μητς (ο έτερος Έλληνας του course) προσπαθούμε διαρκώς να τους διαφθείρουμε και να τους πείσουμε ότι καφές της μισής ώρας δεν είναι καφές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ποιος ξέρει, ίσως μέχρι το τέλος της χρονιάς κάτι να έχουμε καταφέρει.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Είναι γαμάτα. Μοναχικά, αλλά γαμάτα. Παρόλα αυτά, να και κάτι που ποτέ δεν περίμενα να πω. Ανυπομονώ να γυρίσω στην Αθήνα για Χριστούγεννα! Μου έχουν λείψει τόσα μέρη, τόσα πράγματα, τόσοι άνθρωποι.
Μου έχει λείψει το κρεβάτι μου, σ'αυτό εδώ πιάνομαι συνέχεια.
Μου έχει λείψει το παντζούρι μου, εδώ δεν έχω και ξυπνάω από το χάραμα.
Μου έχει λείψει το τετράδιο με τα ποιήματά μου, που το ξέχασα σπίτι φεύγοντας.
Μου έχουν λείψει τα αγαπημένα μου βιβλία, που κάθε τόσο διάβαζα κάποιο απόσπασμά τους.
Μου έχει λείψει η μαγειρική της μαμάς μου και τα νόστιμα φρούτα.
Μου έχουν λείψει οι φίλοι μου, που με συγκίνησαν το τελευταίο μου βράδυ στην Αθήνα.
Μου έχουν λείψει τα sessions Vampire και Mage.
Μου έχει λείψει αυτή η χαλαρότητα της Ελλάδας και το "δεν βαριέσαι, κι αύριο μέρα είναι".
Περισσότερο απ'όλα, όμως, μου έχει λείψει η αγκαλιά σου.
Περνάω γαμάτα, αλήθεια. Αλλά μερικές φορές δεν την παλεύω.





