Previously on Tales From the Crypt - Ο Πιο Απαιτητικός Αφέντης
Εκείνη τη στιγμή, ένοιωσα τα πάντα να σβήνουν από το μυαλό μου. Τα όσα είχαν προηγηθεί και το πόσο καθόλου περήφανος δεν αισθανόμουν γι' αυτά, το πώς θα κοίταζα ξανά τη Ραίην στα μάτια χωρίς να τα σκέφτομαι και -κυρίως- το πώς θα κατάφερνα να βγω αλώβητος απ' αυτήν την υπόθεση. Δεν υπήρχε τίποτα. Το μόνο που υπήρχε ήταν οι Θεριστές μπροστά μου και η επικείμενη μάχη. Το μυαλό μου ήταν μια μαύρη οθόνη στην οποία θέση είχαν μόνο οι υπολογισμοί για το ποιες τακτικές θα προσέφεραν τη μέγιστη αποτελεσματικότητα και το ελάχιστο κόστος. Το κύριο μέλημά μου ήταν να προστατεύσω τη Ραίην και τον εαυτό μου. Δεν ανησυχούσα για την Κορνηλία. Ήμουν σίγουρος πως θα τα έβγαζε πέρα με τον έναν ή τον άλλο τρόπο. Όχι πως την είχα δει ποτέ να μάχεται, αλλά ας πούμε πως τη θεωρούσα απόλυτα ικανή να τους εξουδετερώσει με άλλους τρόπους. Για παράδειγμα να τους αποπλανήσει και να τους πηδήξει μέχρι θανάτου. Αυτή μου η βεβαιότητα δεν κλονίστηκε διόλου όταν είδα πως οχτώ από τους Θεριστές κατευθύνθηκαν προς το μέρος της ενώ μόνο δύο ασχολήθηκαν με μας. Δεν είχε σημασία. Το μόνο που υπήρχε ήταν οι Θεριστές μπροστά μου και η επικείμενη μάχη. Αν οι οχτώ κατάφερναν να περάσουν από την Κορνηλία, τότε θα ανησυχούσα και γι' αυτούς. Για την ώρα, δεν είχε νόημα.
Ένα πράγμα πρέπει να έχει κανείς στο μυαλό του όταν έχει να κάνει με Θεριστές κι αυτό είναι πως οτιδήποτε κι αν συμβεί -οτιδήποτε- δεν πρέπει να τους αφήσει να τον ακινητοποιήσουν για παραπάνω από μερικά δευτερόλεπτα. Οι Θεριστές είναι τα χαϊδεμένα παιδιά των Δώδεκα και, όσο είναι ζωντανοί, το αίμα τους είναι ευλογημένο από αυτούς. Ως εκ τούτου, μπορούν να το χρησιμοποιήσουν για να ανοίξουν πύλες στα βασίλεια τους και να στείλουν τις ψυχές μας εκεί που θα έπρεπε να βρίσκονται αν δεν είχαμε ξεγελάσει τους αφέντες τους. Αυτό δεν τους κάνει περισσότερο ή λιγότερο επικίνδυνους από τα πλάσματα της Άλλης πλευράς, αλλά τους κάνει μακράν πιο φονικούς. Η αθανασία έρχεται μαζί με κάποια πλεονεκτήματα. Όσοι ξεφύγαμε από το θάνατο δεν γερνάμε, ούτε αρρωσταίνουμε και υπάρχουν πολύ λίγα πράγματα που μπορούν να μας σκοτώσουν. Μόνο που ο θάνατος είναι οι Δώδεκα και οι Δώδεκα δεν ξεχνάνε αυτούς που τους κορόιδεψαν ούτε φημίζονται για τη μεγαλοψυχία τους. Εξού και οι Θεριστές.
Αλλά δεν σκεφτόμουν τίποτε από αυτά. Είδα τη Ραίην να τραβάει το όπλο της, ενώ ο ένας από τους Θεριστές ετοιμαζόταν να της επιτεθεί. Ο δικός μου ήταν πιο κοντά ή πιο γρήγορος, πάντως κατάφερε να με πλησιάσει νωρίτερα από όσο υπολόγιζα. Έστρεψα το σώμα μου στο πλάι, κι αισθάνθηκα τη λεπίδα του να περνάει σχεδόν ξυστά από το στομάχι μου. Καθώς με προσπερνούσε, παρασυρμένος από την ίδια του τη φόρα, τον χτύπησα στην πλάτη με τον αγκώνα μου. Παραπάτησε και σκόνταψε στο γραφείο, αλλά κατάφερε να διατηρήσει την ισορροπία του. Από κάπου κοντά μου, άκουσα έναν πυροβολισμό. Κι άλλον έναν. Κι έναν τρίτο. Με την άκρη του ματιού μου, είδα την Κορνηλία να στέκεται ακίνητη σαν άγαλμα και να τους αφήνει να την περικυκλώσουν. Ίσα που πρόλαβα να αναρωτηθώ τι σκατά είχε στο μυαλό της γιατί μια γροθιά ετοιμαζόταν να φλερτάρει με τα πλευρά μου. Κραυγές απερίγραπτης οδύνης άρχισαν να φτάνουν στ' αφτιά μου και θα στοιχημάτιζα ό,τι είχα και δεν είχα πως δεν ήταν η Ραίην υπεύθυνη γι' αυτές. Με το ένα μου χέρι άρπαξα τον καρπό του και τον εμπόδισα να με χτυπήσει, ενώ με το άλλο τον έπιασα από το λαιμό και τον έσπρωξα στο πάτωμα. Τέταρτος πυροβολισμός. Όπως στεκόμουν στο ένα γόνατο από πάνω του, τίναξε το γόνατό του προς τα πάνω και πλάγια κι ένας έντονος πόνος στο πλάι του κεφαλιού μου με έριξε πίσω. Κι άλλες κραυγές. Πέμπτος πυροβολισμός. Μια γροθιά με έστειλε να γλείψω το αίμα μου από το χαλί και μια έντονη πίεση στην πλάτη μου με ακινητοποίησε.
Μέσα μου, άρχισα να βρίζω θεούς και δαίμονες. Το δεξί μου χέρι βρέθηκε ξαφνικά πίσω μου, να πιέζεται με τόση δύναμη που για λίγα δευτερόλεπτα πίστεψα ότι θα έσπαγε. Όταν αυτό δεν συνέβη, το μυαλό μου κατέγραψε βιαστικά το πόσο αυτοκρατορικά είχε γαμηθεί η κατάσταση και με πρόσταξε να κουνηθώ. Δεν είχα πολύ χρόνο, αυτό ήταν δεδομένο. Επίσης, η πίεση στην πλάτη μου και η αφύσικη θέση του χεριού μου είχαν μειώσει την κινητικότητά μου στο ελάχιστο. Έκτος πυροβολισμός. Τα ουρλιαχτά είχαν σταματήσει. Λύγισα το ένα μου γόνατο όσο μπορούσα και τοποθέτησα το πέλμα μου με τρόπο τέτοιο ώστε τα δάχτυλά μου να ακουμπάνε στο πάτωμα. Η μέση και το χέρι μου πονούσαν φρικτά, αλλά με τον πόνο μπορούσα να ζήσω. Με τον θάνατο, από την άλλη, κάπως δύσκολο. Έδωσα ώθηση με το λυγισμένο μου πόδι και τίναξα το άλλο προς τα επάνω, στα τυφλά. Αισθάνθηκα τη φτέρνα μου να εφάπτεται απότομα με κάτι. Ακολούθησε ένα μουγκρητό πόνου και η πίεση στη μέση μου χαλάρωσε. Ο ελεύθερος αγκώνας μου δεν έχασε την ευκαιρία να χωθεί στα πλευρά του. Δεύτερο μουγκρητό πόνου, συνοδευόμενο από έναν ακόμη πυροβολισμό. Άφησε το χέρι μου και, χωρίς να αφήσω ούτε σε αυτό ούτε σε εκείνον χρόνο να συνέλθουν, τον άρπαξα από τα ρούχα και τον τράβηξα στο πάτωμα. Έπεσε δίπλα μου ανάσκελα και ήξερα πως κάθε δευτερόλεπτο ήταν κρίσιμο. Ήδη ετοιμαζόταν να σηκωθεί. Τα δάχτυλά μου έψαξαν το εσωτερικό του μανικιού μου μανιασμένα, μέχρι που κατάφεραν να βρουν, επιτέλους, το κούμπωμα του φερμουάρ. Το τράβηξα με δύναμη και μια μακριά, λεπτή βελόνα που έμοιαζε με ακτίνα ποδηλάτου τινάχτηκε από μέσα και καρφώθηκε στο λαιμό του Θεριστή διαπερνώντας και την καρωτίδα και τη σφαγίτιδα. Έβγαλα τη βελόνα και σηκώθηκα με κόπο. Ο Θεριστής σφάδαζε και πίσω από την ανατριχιαστική του μάσκα μπορούσα να διακρίνω την αγωνία που ήταν ζωγραφισμένη στα μάτια του.
Πονούσα ολόκληρος και ήθελα να τελειώνω μ'αυτό το συντομότερο δυνατό. Άπλωσα το χέρι μου προς τη γενικότερη κατεύθυνση της Ραίην. Κάτι μεταλλικό και βαρύ προσγειώθηκε στην παλάμη μου και, χωρίς να κοιτάξω ή να μιλήσω, έστρεψα το όπλο προς το μέρος του Θεριστή και του φύτεψα μια σφαίρα στο κεφάλι. Και λένε μετά πως εμείς τα Αναθέματα δεν έχουμε αισθήματα. Επέστρεψα στη Ραίην το όπλο της κι έριξα μια ματιά στο χάος γύρω μου. Αυτός που της είχε επιτεθεί ήταν πεσμένος μπρούμυτα, με τρεις πληγές από σφαίρες στην πλάτη του και το μισό περιεχόμενο του κρανίου του σκορπισμένο στο πάτωμα. Αλλά τίποτα δεν συγκρινόταν με το χάος που υπήρχε γύρω από την Κορνηλία. Ένα μικρό βουνό από διαμελισμένα πτώματα, με ανοιγμένους λαιμούς και λειψά μέλη, βγαλμένα μάτια, σκισμένες μύτες, κομμένα αφτιά, εντόσθια και σπασμένα κόκκαλα που προεξείχαν σε αφύσικες γωνίας την περιτριγύριζε. Η ίδια στεκόταν ατάραχη και βουτηγμένη στο αίμα, κατά μεσής του χαμού. Τα χέρια της έσταζαν, το ίδιο και το πρόσωπο και τα μαλλιά της. Οι κυνόδοντές της είχαν επιμηκυνθεί και η άβυσσος στα μάτια της ανάβλυζε λεπτές τολύπες μαύρου καπνού. Ήταν απόκοσμο.
“Κορνηλία”; ρώτησα διστακτικά.
Στράφηκε προς το μέρος μου και, καθώς εκείνα τα δίδυμα κομμάτια από σκοτάδι καρφώθηκαν πάνω μου, ένοιωσα την ακατανίκητη παρόρμηση να κρυφτώ σε κάποια γωνία.
“Πρέπει να φύγουμε”.
Έσμιξα τα φρύδια μου. Αν ήταν ποτέ δυνατό, η φωνή της ακουγόταν ακόμη περισσότερο βραχνή και νωχελική από ότι συνήθως. Και τότε κατάλαβα.
“Ξημέρωσε”.
Ένευσε αργά.
“Έχει δίκιο, Σεζάρ”, παρενέβη η Ραίην. “Πρέπει να φύγουμε. Κι οι τρεις μας. Μπορεί να έρθουν κι άλλοι από στιγμή σε στιγμή όταν δουν πως αυτοί δεν επέστρεψαν”.
“Και πώς ακριβώς προτείνεις να το κάνουμε αυτό χωρίς ένας από μας να γίνει στάχτες”; την αποπήρα.
Η αλήθεια ήταν πως ήξερα πολύ καλά ότι αυτό που έλεγε ήταν απόλυτα λογικό. Από την άλλη, δεν μπορούσα να αφήσω την Κορνηλία εκεί. Και γιατί δεν μπορείς; ψιθύρισε μια σατανική φωνούλα μέσα μου. Μήπως αυτή δεν σε άφησε να πεθάνεις τρία χρόνια πριν; Όμως δεν ήταν το ίδιο. Όσο κι αν διαφωνούσα με τις ακραίες απόψεις της Ραίην, σε ένα πράγμα τουλάχιστον δεν έκανε λάθος. Οι Νυκτόβιοι ήταν τέρατα. Η Κορνηλία ήταν τέρας. Κι αν την πλήρωνα με το ίδιο νόμισμα...τι θα ήμουν εγώ, μετά;
“Από τους υπονόμους”, είπε ξερά η Κορνηλία. “Υπάρχει ένα πέρασμα στο υπόγειο που θα μας βγάλει εκεί”.
Κι εγώ που νόμιζα ότι είχε σκοπό να μείνει πίσω και να θυσιαστεί για χάρη μας. Χα.
“Δεν θες να...” αποτόλμησε η Ραίην δείχνοντας αόριστα προς τα αιματοβαμμένα χέρια της και τα κατεστρεμμένα ρούχα της.
Το σκοτάδι στα μάτια της υποχώρησε και το φωτεινό πράσινο σπίθισε εύθυμα.
“Για να μπω στους υπονόμους”; σχολίασε ανασηκώνοντας τα φρύδια της.
Η Ραίην χαμήλωσε το βλέμμα της και κοκκίνισε. Ω, όχι. Όχι. Αυτό ακριβώς ήταν που φοβόμουν όταν επέμενα να φύγουμε το προηγούμενο βράδυ. Η Ραίην ήταν συνεργάτης μου. Ήταν εκείνη που φρόντιζε να μην κάνω του κεφαλιού μου και να κρατιέμαι μακριά από μπελάδες. Και με ξελάσπωνε όταν τίποτα από τα προηγούμενα δεν έπιανε. Αν αποσυντονιζόταν, θα ήμουν ελεύθερος να κάνω ό,τι θέλω κι αυτό δεν θα ήταν καλό για κανέναν από τους δυο μας. Επίσης, αν αποσυντονιζόταν, ήταν πολύ πιθανό την επόμενη φορά που θα συναντούσαμε Θεριστές -και ήλπιζα να μην καθόλου σύντομα αυτή η φορά- να μην ήταν τόσο τυχερή. Η συγκέντρωση ήταν το παν για ένα Ανάθεμα. Το παν. Ή, τουλάχιστον, αυτή ήταν η θεωρία γιατί εγώ δεν την είχα ακολουθήσει ποτέ κι εξακολουθούσα να έχω το κεφάλι μου στους ώμους μου. Για τη Ραίην, όμως, δεν ήμουν και τόσο σίγουρος.
“Πάμε”, είπα απότομα και, χωρίς να περιμένω να δω αν θα με ακολουθούσαν, κατευθύνθηκα προς την πόρτα.
Με την άκρη του ματιού μου, είδα την Κορνηλία να ανασηκώνει τους ώμους. Το σπίτι ήταν σκοτεινό και ήσυχο και δεν έφερε κανένα σημάδι των δραστηριοτήτων της προηγούμενης νύχτας. Αν μη τι άλλο, όφειλα να της το παραδεχτώ. Το προσωπικό της ήταν ιδιαίτερα ικανό. Εκτός από ικανό, όμως, ήταν και απόν. Κοντοστάθηκα.
“Πού είναι όλοι”; ρώτησα χαμηλόφωνα.
“Δεν χρειάζεται να ψιθυρίζεις. Δεν υπάρχει κανείς στο σπίτι”.
Από μια άποψη, αυτό ήταν θετικό μιας και σήμαινε ότι δεν χρειαζόταν να ανησυχούμε άμεσα για άλλους Θεριστές. Από μια άλλη άποψη...
“Οι υπηρέτες σου”;
“Μυρίζω αίμα”, ήταν το μόνο που είπε και το ύφος της μου έδωσε να καταλάβω πως δεν επρόκειτο να επεκταθεί.
Γλιστρήσαμε στο διάδρομο αθόρυβοι και αθέατοι σαν σκιές. Άπλωσα το χέρι μου στο πόμολο και η πόρτα του υπογείου άνοιξε με ένα ηχηρό τρίξιμο. Παρά τη σοβαρότητα της κατάστασης, χαμογέλασα χωρίς να το θέλω. Πάντα της έλεγα ότι έπρεπε να λαδώσει τους μεντεσέδες, αλλά εκείνη πάντα επέμενε ότι το προτιμούσε έτσι. Ποιος ξέρει, ίσως να της θύμιζε το παρελθόν. Κατεβήκαμε τα σκαλιά και η Κορνηλία κλείδωσε πίσω μας. Έκανε παγωνιά εκεί κάτω και η υγρασία δεν βοηθούσε καθόλου την κατάσταση. Η Ραίην σχεδόν κόλλησε πάνω μου στην προσπάθειά της να ζεσταθεί. Η Κορνηλία, πάλι, δεν έδειχνε να επηρεάζεται. Κατευθύνθηκε στον πίσω τοίχο, όπου υπήρχαν σειρές ράφια γεμάτα μπουκάλια. Τα περισσότερα από αυτά ήταν σκονισμένα, αλλά δεν μου διέφυγε πως δεν τους έδωσε την παραμικρή σημασία και πήγε κατευθείαν σε ένα συγκεκριμένο, το οποίο έμοιαζε να έχει αφήσει τη θέση του πολύ πιο πρόσφατα. Το έστριψε και το τράβηξε προς τα έξω, ανοίγοντας έτσι ένα μυστικό πέρασμα που οδηγούσε σε ένα εξίσου παγωμένο, εξίσου σκοτεινό και εξίσου υγρό τούνελ.
Αμυδρά, την είδα να απλώνει το χέρι της στο πλάι και να πατάει έναν διακόπτη. Το τούνελ φωτίστηκε από χλωμά, κίτρινα φώτα, που έδιναν στο όλο κατασκεύασμα μια απόκοσμη εικόνα. Ήταν πέτρινο, στο μεγαλύτερο μέρος του, κάτι που μάλλον σήμαινε πως δεν είχε δημιουργηθεί πρόσφατα. Το έδαφος ήταν τσιμεντένιο και έμοιαζε να είναι πιο καινούριο. Το ίδιο και η ηλεκτρική εγκατάσταση, υπέθετα. Αναρωτήθηκα αν το έκανε συχνά αυτό. Αν τρύπωνε στους υπονόμους την ημέρα και τι μπορεί να έκανε εκεί κάτω. Ένας άλλος διακόπτης έκλεισε την πόρτα από την οποία μπήκαμε.
“Πού πάμε”; έσπασε τη σιωπή η Ραίην.
“Κάπου όπου θα είμαστε ασφαλείς και θα μπορούμε να σκεφτούμε τις επόμενες κινήσεις μας μέχρι να έρθουν να μας πάρουν”.
Δεν θα μπορούσα να μην παρατηρήσω το πλεόνασμα πληθυντικού αριθμού σ'αυτήν την πρόταση. Ώστε θεωρούσε τον εαυτό της σύμμαχό μας. Ή αυτό ήθελε να πιστέψουμε. Ή ήθελε να με κάνει να πιστέψω πως αυτό ήθελε να πιστέψουμε. Και πίστευα ότι δεν μπορούσα να γίνω περισσότερο παρανοϊκός. Η Ραίην τράβηξε έξω τη λεπτή αλυσίδα που κρεμόταν από το λαιμό της. Στην άκρη της βρισκόταν ένα μικρό, γυάλινο φιαλίδιο, γεμάτο με ένα φωτεινό, πρασινοκίτρινο υγρό απόχρωσης τοξικής.
“Είναι ώρα”; τη ρώτησα.
“Είσαι αδιόρθωτος”, αναστέναξε μελοδραματικά.
Η Κορνηλία κοίταζε απορημένη μία εμένα και μία τη Ραίην. Κρυφογέλασα μέσα μου. Ήταν ωραίο να ξέρω ότι μπορούσα ακόμη να την εκπλήξω.
“Ναι, ναι, ξέρω. Είναι ώρα”;
Ένευσε. Άνοιξα το μπουφάν μου κι ετοιμάστηκα να τραβήξω τη δική μου αλυσίδα. Μόνο που υπήρχε ένα μικρό πρόβλημα. Δεν ήταν εκεί που έπρεπε. Σταμάτησα απότομα. Η Ραίν άνοιξε το φιαλίδιο και ήπιε το περιεχόμενό του με έναν μορφασμό αηδίας. Δεν την αδικούσα. Ήταν απαίσιο. Αλλά, όσο απαίσιο κι αν ήταν, εκείνη τη στιγμή θα έδινα τα πάντα προκειμένου να το βρω στη θέση του.
“Σεζάρ”;
Ο τόνος της Ραίην ήταν προσεκτικός και καχύποπτος. Ήξερε πως κάτι πήγαινε πολύ στραβά και δεν ήθελε να επιτρέψει στον εαυτό της να πιστέψει πως ήταν ακριβώς αυτό που φοβόταν.
“Θα πρέπει να μου έπεσε στη μάχη”, είπε ξεψυχισμένα.
Ή την ώρα που σε πήδαγα, σκέφτηκα, αλλά θεώρησα καλύτερο να μην το πω. Τα μάτια της Κορνηλίας καρφώθηκαν επάνω μου κι έμοιαζαν επικίνδυνα στενά. Δυο φωτεινές, πράσινες σχισμές, τα μάτια ενός φιδιού έτοιμου να δαγκώσει. Η παρομοίωση μου ήρθε τελείως αυθόρμητα και δεν με καθησύχε ούτε στο ελάχιστο.
“Τι συμβαίνει”; ρώτησε.
Η φωνή της φανέρωνε ανυπομονησία κι εκνευρισμό. Δεν την αδικούσα. Κι εγώ ήθελα να απομακρυνθώ όσο περισσότερο γινόταν από τους Θεριστές. Αλλά, την παρούσα στιγμή, είχα πολύ πιο σημαντικά προβλήματα να σκεφτώ. Πώς να μην τρελαθώ, για παράδειγμα. Η Ραίην της έριξε ένα βλέμμα στα όρια της απελπισίας.
“Το φάρμακό του. Το έχασε”, της απάντησε, σαν αυτό να εξηγούσε τα πάντα.
Φυσικά, επειδή η Κορνηλία δεν ήταν Ανάθεμα, αλλά Νυκτόβια, δεν εξηγούσε απολύτως τίποτα. Κάτι που η Ραίην φάνηκε να θυμάται με μια μικρή καθυστέρηση. Δάγκωσε τα χείλη της αναποφάσιστα. Μπορούσα να φανταστώ ακριβώς τι συνέβαινε μέσα στο μικρό, όμορφο κεφαλάκι της. Από τη μία, ήθελε να πει στην Κορνηλία τα πάντα. Από την άλλη, οι κανονισμοί της υπηρεσίας απαγόρευαν κάτι τέτοιο. Αποφάσισα να πάρω την κατάσταση στα χέρια μου.
“Καταπιέζει τις αναμνήσεις του σώματος από τον προηγούμενο κάτοχό του. Αν δεν επιστρέψουμε στο Λεβιάθαν σύντομα...υπάρχει περίπτωση οι αναμνήσεις να μου κάνουν τέτοιο κακό που να χάσω τον έλεγχό μου πάνω σ'αυτό το σώμα και να πεθάνω. Τελείως. Κι αυτή είναι η ευχάριστη προοπτική”.
Προσπάθησα να χαμογελάσω στωικά, να το παίξω μυστήριος, άντρας πολλά βαρύς ή ό,τι άλλο το παίζουν σε τέτοιες περιπτώσεις. Αλλά με ήξεραν κι οι δυο τους αρκετά καλά και δεν είχα την παραμικρή πιθανότητα να τις ξεγελάσω. Διπλώθηκα στα δύο ξαφνικά, καθώς μια απρόσμενη σουβλιά στο κεφάλι με διαπέρασε με τέτοια ισχύ που νόμιζα ότι θα πέθαινα εκεί, επιτόπου.
Βγαίνω από το κλαμπ παραπατώντας, έχω πιει λίγο παραπάνω, δεν θυμάμαι πόσο ούτε γιατί, μάλλον κάποια γιορτή θα ήταν, όχι, όχι γιορτή, ήταν γενέθλια, τα γενέθλια κάποιου, αλλα ποιου, τα δικά μου; Δεν θυμάμαι. Πάω για την πλατεία, να πάρω ταξί, είμαι κομμάτια, δεν την παλεύω, θέλω το σπίτι μου, θέλω το κρεβάτι μου, μήπως να πάω στη Ρένα; Μπα, άσε καλύτερα, θα με κράζει πάλι που την ξύπνησα, θα έχει δουλειά το πρωί, αλλά ποια δουλειά, αύριο έιναι Σάββατο ή μήπως δεν είναι, δεν θυμάμαι. Με πιάνει αναγούλα και μπαίνω στο πρώτο στενό που βρίσκω μπροστά μου, είναι αδιέξοδο, χώνομαι πίσω από έναν κάδο σκουπιδιών και ξερνάω ό,τι ήπια νωρίτερα και μερικά πράγματα που θα ορκιζόμουν ότι δεν ήπια. Ακούω έναν θόρυβο από πίσω μου, βλέπω έναν τεράστιο σκύλο με κατακόκκινα μάτια, έτοιμο να μου επιτεθεί. Σκύλο; Όχι σκύλο, δεν είναι σκύλος, είναι λύκος, ξέρω πώς μοιάζουν οι λύκοι, έχω δει ντοκιμαντέρ. Ακούω ένα σφύριγμα και νομίζω πως θα σπάσουν τα τύμπανά μου, ο λύκος δεν δείχνει να είναι σε καλύτερη μοίρα και...
Ένας οξύς πόνος στο μάγουλο με επανέφερε στην πραγματικότητα και, καθώς η όρασή μου ξεθόλωνε, μπόρεσα να διακρίνω το πρόσωπο της Κορνηλίας από πάνω μου. Φαίνοταν ανήσυχη. Ήμουν ξαπλωμένος κάπου που δεν ήταν ούτε το σπίτι της Κορνηλίας ούτε το τούνελ. Ήταν σκοτεινά και και το μόνο που έσπαγε την ησυχία ήταν ο ήχος του νερού που έσταζε και τα βήματα της Ραίην. Με κάποιον μυστήριο τρόπο είχαμε φτάσει στους υπονόμους, λοιπόν.
“Πώς νοιώθεις”; με ρώτησε η Κορνηλία με απρόσμενα απαλή φωνή.
Η Ραίην σταμάτησε να περπατάει πάνω-κάτω, κάτι για το οποίο της ήμουν αφάνταστα ευγνώμων μιας και το κεφάλι μου εξακολουθούσε να πονάει φρικτά.
“Ποτέ δεν ήμουν καλύτερα”, κατάφερα να πω.
Μου χάρισε ένα χαμόγελο γεμάτο ανακούφιση και κάτι ακόμα που, αν δεν την ήξερα καλύτερα, θα ορκιζόμουν πως επρόκειτο για τρυφερότητα. Αλλά την ήξερα καλύτερα, οπότε επέλεξα να το καταχωρήσω στο μυαλό μου ως “άλλο” και να αποδεχτώ το γεγονός πως ήταν ένα ακόμη από τα πράγματα -μαζί με τα λουκάνικα- για του οποίου την προέλευση όσο λιγότερα γνώριζες τόσο λιγότερο κινδύνευε η πνευματική σου υγεία.
Ανασηκώθηκα και ακούμπησα την πλάτη μου στον τοίχο. Ήταν υγρός και γλιτσερός, αλλά τον προτιμούσα από την ορθοστασία. Φοβόμουν πως, αν προσπαθούσα να σταθώ όρθιος, τα πόδια μου θα με πρόδιδαν. Παρά τον πονοκέφαλο, η ομίχλη στο μυαλό μου άρχισε σταδιακά να ξεκαθαρίζει.
“Πώς βγαίνουμε από δω”; ρώτησα την Κορνηλία. “Πρέπει να γυρίσω στο Λεβιάθαν άμεσα”.
Εκείνη έριξε μια ματιά πρώτα στη Ραίην και μετά σε μένα. Έμοιαζε...νευρική. Την έπιασα από το πηγούνι κι έστρεψα το πρόσωπό της προς το μέρος μου, αναγκάζοντάς την να με κοιτάξει. Ανασήκωσα τα φρύδια μου, προτρέποντάς την να πει ό,τι κι αν ήταν αυτό που την προβλημάτιζε.
“Πώς ήξεραν πού να με βρουν, Σεζάρ; Κι ακόμη κι αν το έμαθαν, εντελώς τυχαία, διάλεξαν τη νύχτα που βρισκόσασταν κι εσείς εκεί”;
Όφειλα να παραδεχτώ πως το σκεπτικό της είχε μια λογική. Στο Λεβιάθαν, ο φάκελος της Κορνηλίας έπιανε ένα δωμάτιο και κάπου εκεί μέσα βρισκόταν κι η διεύθυνση του συγκεκριμένου σπιτιού. Αλλά δεν ήταν κοινή γνώση. Επιπλέον, το ότι επέλεξαν τη συγκεκριμένη νύχτα, ήταν όντως πολύ μεγάλη σύμπτωση. Μόνο που δεν πίστευα στις συμπτώσεις.
“Ποιος πιστεύεις ότι μας πρόδωσε”; ρώτησε η Ραίην.
Ακουγόταν εξαιρετικά ήρεμη, κάτι που μου έδωσε να καταλάβω πως ήταν μια πιθανότητα που είχε δει σκεφτεί -μάλλον όση ώρα ήμουν αναίσθητος. Έξυπνο κορίτσι. Η Κορνηλία ανασήκωσε τους ώμους της, σαν να ήθελε να πει πως δεν είχε ιδέα, αλλά το ύφος της μαρτυρούσε άλλα.
“Κορνηλία”, είπα επιτακτικά. “Αν δεν το έχεις καταλάβει, έχουμε πέσει στα σκατά. Αν ξέρεις κάτι που θα μας βοηθήσει να κολυμπήσουμε, τώρα είναι η κατάλληλη στιγμή για να το μοιραστείς”.
Αυτό φάνηκε να πιάνει. Έπλεξε τα δάχτυλά της μεταξύ τους και αγκάλιασε τα γόνατά της. Ματωμένα μαλλιά γλίστρησαν στο στήθος της και κάλυψαν ματωμένα ρούχα. Ακόμη και τα χείλη της ήταν αιματοβαμμένα και παρόλα αυτά, εξακολουθούσε να είναι σαγηνευτική και πανέμορφη όπως πάντα.
“Ποιος ήξερε ότι θα ερχόσασταν να με βρείτε”; είπε προσεκτικά.
Κοίταξα τη Ραίην.
“Κανείς. Εμείς...”, ξεκίνησε να λέει.
“Αυτό δεν είναι αλήθεια” τη διέκοψα. “Ο Βαρούχ ήξερε. Πρέπει να ήξερε. Μας το είπε σχεδόν ξεκάθαρα πως θα μας παρακολουθούσε. Στη θέση σας θα πρόσεχα πολύ τις επόμενες κινήσεις μου...θυμάσαι”;
“Δεν μπορεί να ήταν ο Βαρούχ”! διαμαρτυρήθηκε.
“Γιατί όχι, είσαι και μ'αυτόν ερωτευμένη”; σχολίασε σαρκαστικά η Κορνηλία.
Η Ραίην έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Καταλάβαινα πολύ καλά πώς ένοιωθε. Είχα βρεθεί στη θέση της, πέντε χρόνια πριν, όταν ο Βαρούχ με είχε στείλει να ερευνήσω την αποστασία εκείνης της Νυκτόβιας, της Μορτίσια, που είχε βαλθεί να αποκαλύψει στους θνητούς την ύπαρξη της Άλλης πλευράς. Πέντε χρόνια, πριν, τότε που είχα μόλις γνωρίσει την Κορνηλία και μου φαινόταν περισσότερο ανθρώπινη από κάθε άλλο Νυκτόβιο που είχα δει ποτέ μου κι όταν με πήγε στο κρεβάτι της είχα αφεθεί να πιστέψω πως μπορεί και να υπήρχε κάτι πέρα από αυτό μεταξύ μας. Μετά ξύπνησα. Την άρπαξα από τα μαλλιά και τράβηξα το κεφάλι της προς τα πίσω, κοντά στα χείλη μου.
“Στο λέω για τελευταία φορά, κινδυνεύουμε. Αν δεν έχεις τίποτα χρήσιμο να πεις, καλύτερα να βγάλεις το σκασμό και να αφήσεις τους υπόλοιπους από εμάς, που ενδιαφερόμαστε για το τι θα μας συμβεί, να σκεφτούμε”.
Κάποιες φορές, ο πονοκέφαλος με έκανε ηλίθιο, άποψη την οποία φαινόταν να ασπάζεται και η Ραίην, αν έκρινα από το σοκαρισμένο ύφος με το οποίο με κοίταζε. Με κυρίευσε μια ακατανίκητη παρόρμηση να την κλωτσήσω μπας και συνέλθει. Είκοσι τέσσερις ώρες πριν πίστευε ότι η Κορνηλία ήταν όλα τα τέρατα της Κολάσεως και η πόρνη της Βαβυλώνας μαζί και τώρα θα μου έκανε παρατήρηση που την αποπήρα. Αυτό μας έλειπε. Και πίστευα ότι εγώ σκεφτόμουν με το λάθος κεφάλι.
“Σεζάρ...”
Η φωνή της Κορνηλίας ήταν ένας βραχνός ψίθυρος που προκάλεσε αθέλητα ρίγη σε όλο μου το σώμα. Τράβηξα τα μαλλιά της πιο δυνατά κι ένα βογκητό ευχαρίστησης ξέφυγε από τα χείλη της. Η αντίδραση του σώματός μου ήταν άμεση. Είχα ξαναβρεθεί σ'αυτό το μέρος, τρία χρόνια πριν. Ήταν σκοτεινό και ηδονικό και απίστευτα αυτοκαταστροφικό.
Τα δάχτυλά της ταξίδεψαν στο στήθος μου και τυλίχτηκαν, τελικά, γύρω από το λαιμό μου, σφίγγοντάς με σαν ατσάλινη τανάλια. Σκαρφάλωσε πάνω μου και μακριά, κατακκόκινα μαλλιά γαργάλησαν το πρόσωπό μου και τα μπράτσα μου. Χαμογελούσε σαν τον ίδιο το διάβολο και, κάθε φορά που το έκανε, ήξερα πως δεν είχα την παραμικρή ελπίδα να της αντισταθώ. Όχι πως το ήθελα, δηλαδή. Παρότι οι ψίθυροι και τα κουτσομπολιά με ακολουθούσαν παντού μέσα στο Λεβιάθαν, δεν θα άλλαζα με τίποτα στον κόσμο τις ώρες που περνούσα μαζί της. Και δεν ήταν λίγες. Απλά, δεν ήταν και αρκετές. Δεν υπήρχε κάποιος κανονισμός που να το απαγορεύει, ωστόσο τέτοιου είδους σχέσεις ανάμεσα σε Αναθέματα και πλάσματα της Άλλης πλευράς θεωρούνταν ταμπού από τους περισσότερους. Όμως ήταν κάτι στιγμές όπως αυτή, που τα πάντα εξαφανίζονταν και το μόνο που έμενε ήταν εκείνη. Με τα κόκκινα μαλλιά της, τα πράσινα μάτια της, το δροσερό, αλαβάστρινο δέρμα της και το χαμόγελο της πλανεύτρας. Πολύ θα ήθελα να έβλεπα κάποιον από αυτούς που με κουτσομπόλευαν να της λέει όχι αν την έβλεπε έτσι όπως την είχα δει εγώ. Γλίστρησε επάνω μου και, προτού προλάβω να κάνω το οτιδήποτε, την ένιωσα να με τυλίγει. Άρχισε να κινείται, υπερβολικά, βασανιστικά αργά. Θα πούλαγα και την ψυχή μου για να μην τελειώσει ποτέ αυτό το βασανιστήριο. Αλλά λογάριαζα χωρίς τον ξενοδόχο. Σταμάτησε απότομα και μου έκλεισε το στόμα πριν προλάβω να διαμαρτυρηθώ.
“Άκουσέ με προσεκτικά”, ψιθύρισε δίπλα στο αφτί μου. “Δεν είμαστε μόνοι μας. Ανθρωπομορφικοί, αν κρίνω από τη μυρωδιά”.
Μου έκανε εντύπωση που χρησιμοποίησε τον επίσημο χαρακτηρισμό και τους αποκάλεσε “Ανθρωπομορφικούς”. Συνήθως τους έλεγε “τριχόμπαλες” ή “λυκανθρώπους”. Όλοι μας αυτό κάναμε, απλά όχι μπροστά τους. Αλλά όχι εκείνη τη στιγμή. Αυτό από μόνο του ήταν αρκετό για να μου δείξει πόσο σοβαρή ήταν η κατάσταση. Ήθελα να ρωτήσω πόσοι ήταν, αλλά κρατούσε ακόμη το στόμα μου κλειστό.
“Ήρθαν για μένα”, είπε κοιτώντας με στα μάτια.
Κι έπειτα συνέχισε να κινείται και, αν ήταν ποτέ δυνατό, με ακόμη μεγαλύτερο ζήλο απ' ότι πριν. Είχα ένα σωρό αμφιβολίες σχετικά με το κατά πόσον αυτό ήταν το σοφότερο πράγμα που μπορούσαμε να κάνουμε δεδομένων των περιστάσεων. Ήμουν σίγουρος πως είχα. Απλά, δεν μπορούσα να θυμηθώ καμία από αυτές. Οι αισθήσεις μου δεν ήταν τόσο οξυμένες όσο οι δικές της, αλλά σχεδόν μπορούσα να ακούσω τα βήματά τους. Ήταν έξω από την πόρτα της κρεβατοκάμαρας την ώρα που τελειώσαμε.
“Πάρε με τηλέφωνο όταν βγεις από το νοσοκομείο”, μου είπε και οι κυνόδοντές της βυθίστηκαν στο λαιμό μου.
Ένα δεύτερο κύμα ηδονής με παρέσυρε και ίσα που πρόλαβα να καταλάβω ότι είχε εξαφανιστεί μέσα στις σκιές όταν άκουσα την πόρτα να σπάει.
Όπως και τότε, ένα κομμάτι του εαυτού μου ήθελε να της σκίσει τα ρούχα και να την πηδήξει ανελέητα. Αλλά ένα άλλο κομμάτι του εαυτού μου, εκείνο που δεν άκουγα όσο συχνά θα έπρεπε, μου έλεγε να μην είμαι μαλάκας και ότι υπήρχαν σημαντικότερα πράγματα με τα οποία έπρεπε να ασχοληθώ. Ήταν μία από τις λίγες φορές που αποφάσισα να συμφωνήσω μ' αυτό το άλλο κομμάτι. Έσπρωξα την Κορνηλία μακριά μου και σηκώθηκα. Ο πόνος στο κεφάλι μου με γονάτισε. Η Ραίην βρέθηκε ξαφνικά στο πλευρό μου, να με υποβαστάζει. Κάπου από πάνω μας, άκουσα θόρυβο. Δεν έβλεπα τίποτα, η όρασή μου είχε γεμίσει από μαύρα στίγματα. Αλλά ήξερα πως δεν μπορούσαμε να μείνουμε εκεί ούτε δευτερόλεπτο παραπάνω. Φως ξεχύθηκε από ψηλά κι ένοιωσα το μυαλό μου να εκρήγνυται σε δεκάδες χιλιάδες μικροσκοπικά κομματάκια καθώς λιποθυμούσα για δεύτερη φορά.



