CLICK HERE FOR BLOGGER TEMPLATES AND MYSPACE LAYOUTS »

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Longing


Η θέα απ'το μπαλκόνι μου


Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά. Το ξέρω. Προχτές καθόμουν στο σπιτάκι μου - τι παράξενο, να μένω μόνη μου, κουλουριασμένη στον καναπέ μου και βλέποντας τα τελευταία επεισόδια του "Angel". Έξω γινόταν χαλασμός. Ο αέρας χτυπούσε τα τζάμια με μανία και τα κλαδιά μαστίγωναν τα παράθυρά μου. Άκουγα το χαλάζι να πέφτει, ήταν μεσημέρι κι ο ουρανός μαύρος σαν νύχτα κι εγώ φοβόμουν.
Έπρεπε να διαβάσω αλλά δεν μπορούσα να ξεκολλήσω. Όχι τόσο από την οθόνη - αν και τα προαναφερθέντα επεισόδια είναι όντως συγκλονιστικά - όσο απ'αυτήν την αίσθηση της ραστώνης και του χουχουλιάσματος κάτω από την κουβέρτα.
Και την επόμενη μέρα; Την επόμενη μέρα, χαρά θεού. Ο ήλιος έλαμπε σ'έναν ασυννέφιαστο ουρανό, η θάλασσα κάτω από το σπίτι μου ήταν λάδι και, για τέλη φθινοπώρου, έκανε ζέστη. Βγήκα για ψώνια, να πάρω κάνα ρούχο της προκοπής γιατί αυτά με τα οποία είχα έρθει από την Αθήνα κοντεύαν πια να λιώσουν πάνω μου κι είχα αρχίσει να νιώθω όπως ένιωθα στο Λύκειο. Και για όποιον με ξέρει καλά, το Λύκειο ήταν τα χειρότερά μου χρόνια.
Εδώ θα ανοίξω μια μεγάλη παρένθεση. Δεν είμαι άνθρωπος που ανοίγεται εύκολα. Κι ακόμη κι όταν το κάνω, συνήθως λέω λίγα πράγματα. Δεν ξέρω αν προτιμώ να ακούω τους άλλους να μιλάνε ή αν το κάνω από συνήθεια. Ίσως λίγο κι απ'τα δύο. Επίσης, δεν είμαι ιδιαιτέρως κοινωνική. Τι γιατί; Γιατί έχω ένα σκασμό κολλήματα και κόμπλεξ, τα οποία ο περισσότερος κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει.
Είχε έρθει η φίλη Razz να τη φιλοξενήσω, τις προάλλες, και μια νύχτα σαν άνθρωποι δεν κοιμηθήκαμε. Τέσσερις και έξι το πρωί πέφταμε για ύπνο κι όχι επειδή λιώναμε σε κλαμπάκια, αλλά επειδή μιλάγαμε ώρες ατέλειωτες. Είχα πολύ καιρό να το κάνω αυτό με κάποιον και μου'χε λείψει. Μου'χε λείψει αυτή η αίσθηση του να συζητάς με κάποιον και να νοιώθεις ότι σε "πιάνει". Ότι σε καταλαβαίνει, ρε γαμώτο.
Τις περισσότερες φορές δεν με καταλαβαίνουν. Φταίω κι εγώ. Κρατάω πολλά πράγματα μέσα μου και, συνήθως, δεν μιλάω όταν πρέπει. Είναι που δεν γουστάρω να πλακώνομαι. Γι'αυτό, προτιμώ να χάνομαι. Από ανθρώπους, από μέρη. Μερικές φορές χάνομαι μέσα στο ίδιο το μυαλό μου. Ίσως γιατί εκεί μέσα τα πράγματα είναι τόσο οικεία και τόσο σκοτεινά που βολεύομαι. Δεν ξέρω. Αλλά αν κάτι ή κάποιος με ξενερώνει, απλά δεν τον ξαναβλέπω. Ακούγεται πιο εύκολο από το να τσακωθείς και να λύσεις το πρόβλημα. Δεν είναι. Γιατί μερικές φορές, το πρόβλημα δεν λύνεται, όσο κι αν προσπαθείς.
Μερικές φορές οι άλλοι σε κάνουν πέρα κι όσο κι αν το παλεύεις, τελικά δεν βρίσκεις πια κοινό σημείο επαφής. Μερικές φορές στη φέρνουν άσχημα και δεν καταλαβαίνουν καν για ποιο λόγο πληγώθηκες. Δεν ξέρω τι μαλακία μας δέρνει εμάς τις γυναίκες. Δεν ξέρω γιατί 99% φορές ανάμεσα στη φίλη μας και το γκόμενο θα προτιμήσουμε το γκόμενο. Δεν ξέρω γιατί 99% φορές αντί να παραδεχτούμε το πραγματικό μας λάθος ισχυριζόμαστε ότι αιτία του τσακωμού είναι κάτι άλλο. Δεν ξέρω γιατί είμαστε τόσο καριόλες ούτε γιατί είμαστε τόσο κατίνες. Μακάρι να είχα τις απαντήσεις σ'όλα αυτά. Αν τις είχα ίσως και να είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα.
Κάποτε εμπιστευόμουν πολύ εύκολα τους ανθρώπους, αλλά έφαγα τα μούτρα μου πάρα πολλές φορές και πια έχω φτάσει σε σημείο να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Γιατί κάποτε καταλήγεις όχι να περιμένεις αν θα στη φέρουν, αλλά να περιμένεις το πότε θα στη φέρουν. Μπορεί να έφταιγε και το σχολείο μου, τα ιδιωτικά το κάνουν αυτό στους ανθρώπους. Μπορεί να έφταιγα κι εγώ που δεν ήμουν πιο πονηρεμένη. Τι να πω; Πραγματικά, δεν έχω ιδέα.
Αυτό που ξέρω, πάντως, είναι ότι όταν φτάνεις στο σημείο να σκέφτεσαι πως θα βγεις με κάποιον και σου γυρνάει το στομάχι - στην κυριολεξία - τότε οι τσακωμοί και οι προσπάθειες συμβιβασμού είναι χαμένος κόπος κι όσο νωρίτερα το αναγνωρίσεις αυτό , τόσο το καλύτερο για σένα.
Πριν πολύ-πολύ καιρό, κάτι είχε γίνει κι είχα ξεκόψει από τις παλιές μου παρέες κι είχα βρει νέες. Η μάνα μου τότε με έκραζε ότι με το που άλλαξε η ζωή μου ξέγραψα τις φίλες μου, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Όντως κάτι είχε γίνει, απλά δεν γούσταρα να μιλήσω γι'αυτό γιατί χαλιόμουν πάρα πολύ. Τελικά δεν άντεξα τη γκρίνια και τα κηρύγματα και της είπα τι είχε παιχτεί. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτά τα κορίτσια που ήξερε θα μπορούσαν να φερθούν έτσι. "Εγώ στη θέση σου ούτε καλημέρα δεν θα τους έλεγα". Τι να μου πεις κι εσύ, ρε μάνα; Σάμπως εσύ μου έδειξες καμιά εμπιστοσύνη; Τα φόρτωσες σε μένα και ησύχασες. Όπως πάντα.
Τελοσπάντων, για να κλείσει αυτή η τεράστια παρένθεση που άνοιξα με τα παιδικά και εφηβικά μου τραύματα, εκεί που ήθελα να καταλήξω είναι ότι τον τελευταίο καιρό, με την αλλαγή κλίματος, τη μοναξιά, το γεγονός ότι ήμουν μακριά απ' όλους και απ'όλα, είχα ξεχάσει πολλά πράγματα. Είχα ξεχάσει την υπόσχεση που είχα δώσει στον φίλο μου τον Χ. "Να λες αυτό που θες πριν σε ρωτήσουν, να φροντίζεις τον εαυτό σου και να τον μοιράζεσαι". Αλλά αυτές οι μέρες με τη Razz μου το θύμισαν. Για διάφορους λόγους. Αλλά, κυρίως, γιατί για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύν καιρό αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω και, αισθάνθηκα πως, ότι κι αν έλεγα, ότι κι αν έκανα, πολλές από τις παλιές μου ανασφάλειες ζουν και βασιλεύουν κι ίσως να μην πεθάνουν ποτέ. Αλλά τώρα θυμάμαι. Δεν έχει σημασία πόσες ανασφάλειες έχεις. Αυτό που έχει σημασία είναι να κάνεις αυτό που θες, παρά τις ανασφάλειές σου και να μην μετανιώνεις ποτέ για τίποτα. Και, στο τέλος της μέρας, δεν υπάρχει καλύτερη επιβράβευση από το ηλίθια χαρωπό χαμόγελο που έχει βιδωθεί στο πρόσωπό σου και δεν λέει να ξεκολλήσει.
Τέλος της παρένθεσης. Τι έλεγα; Α, ναι, πήγα για ψώνια, λοιπόν. Ήταν παράξενα χωρίς τη μάνα μου να μου υποδεικνύει συνέχεια τι να δοκιμάσω και τι να πάρω. Παράξενα, αλλά ωραία. Κι ήταν εντυπωσιακό το πόσο πιο γρήγορα τέλειωσα με τα ψώνια όταν δεν είχα το άγχος της έγκρισης κάποιου άλλου.
Είναι εντυπωσιακό πάντως. Όχι, αλήθεια είναι εντυπωσιακό. Εδώ, στο Brighton, βρίσκεις απίστευτα ρούχα και σε λογικότατες τιμές. Παρόλα αυτά, οι Αγγλίδες κυκλοφορούν με τα τρύπια καλσόν και χωρίς παπούτσια. Επίσης, αν ξαναδώ άλλο ένα ημιδιαφανές κολάν το οποίο δεν αφήνει τίποτα στη φαντασία, θα ουρλιάξω. Δεν τους έχει πει κανείς ότι αυτά τα φοράνε μέσα από άλλα ρούχα και όχι σκέτα γιατί γινόμαστε περίγελος; Προφανώς όχι. Άλλο πράγμα που μου τη σπάει στην Αγγλία είναι πως δεν υπάρχουν καφετέριες. Μόνο αλυσίδες τύπου Starbucks, Nero ή Costa. Και δεν φτάνει που δεν υπάρχουν καφετέριες, κανείς δεν κάθεται για καφέ πάνω από μισή ώρα. Τι να πρωτοπείς σε μισή ώρα; Πήζουμε που πήζουμε στο διάβασμα, δεν μπορούμε και να ξεσκάσουμε λίγο σαν άνθρωποι.
Στα θετικά; Καταρχήν το σπίτι μου. Είναι ένα κουκλίστικο, μικρό σπιτάκι που μοιάζει με χομπιτότρυπα. Έχει απίστευτη βεράντα και ακόμη πιο απίστευτη θέα. Κατά δεύτερον, το course μου, με το οποίο και είμαι παντελώς ερωτευμένη. Πραγματικά, η επιλογή μου ήταν η τελευταία που περίμεναν όλοι, η πιο απρόσμενη κι όμως, νομίζω τελικά ότι ήταν η πιο σωστή απ'όλες. Επίσης, είμαστε το πιο πολυπολιτισμικό μεταπτυχιακό της Ψυχολογίας. Έχουμε έναν Ταϊλανδό, μια Κινέζα (μεγαλωμένη στην Ιαπωνία, παρακαλώ), έναν Χιλιανό, μια Βραζιλιάνα, δύο Εγγλέζες, δυο Αμερικάνες, μια Νοτιοαφρικανή, έναν Τούρκο, μια Ολανδέζα, έναν Ιταλό, μια Πολωνέζα, έναν Γερμανό και μια Ουρουγουανή. Όπως καταλαβαίνει κανείς, εγώ κι ο Μητς (ο έτερος Έλληνας του course) προσπαθούμε διαρκώς να τους διαφθείρουμε και να τους πείσουμε ότι καφές της μισής ώρας δεν είναι καφές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ποιος ξέρει, ίσως μέχρι το τέλος της χρονιάς κάτι να έχουμε καταφέρει.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Είναι γαμάτα. Μοναχικά, αλλά γαμάτα. Παρόλα αυτά, να και κάτι που ποτέ δεν περίμενα να πω. Ανυπομονώ να γυρίσω στην Αθήνα για Χριστούγεννα! Μου έχουν λείψει τόσα μέρη, τόσα πράγματα, τόσοι άνθρωποι.
Μου έχει λείψει το κρεβάτι μου, σ'αυτό εδώ πιάνομαι συνέχεια.
Μου έχει λείψει το παντζούρι μου, εδώ δεν έχω και ξυπνάω από το χάραμα.
Μου έχει λείψει το τετράδιο με τα ποιήματά μου, που το ξέχασα σπίτι φεύγοντας.
Μου έχουν λείψει τα αγαπημένα μου βιβλία, που κάθε τόσο διάβαζα κάποιο απόσπασμά τους.
Μου έχει λείψει η μαγειρική της μαμάς μου και τα νόστιμα φρούτα.
Μου έχουν λείψει οι φίλοι μου, που με συγκίνησαν το τελευταίο μου βράδυ στην Αθήνα.
Μου έχουν λείψει τα sessions Vampire και Mage.
Μου έχει λείψει αυτή η χαλαρότητα της Ελλάδας και το "δεν βαριέσαι, κι αύριο μέρα είναι".
Περισσότερο απ'όλα, όμως, μου έχει λείψει η αγκαλιά σου.
Περνάω γαμάτα, αλήθεια. Αλλά μερικές φορές δεν την παλεύω.

Παρασκευή, 18 Σεπτεμβρίου 2009

The Twelve Faces of Death



Τα πράγματα είναι λίγο τρελά τελευταία. Ετοιμάζομαι να φύγω για μεταπτυχιακό στην Αγγλία και γενικά τρέχω και δεν φτάνω. Συνεχίζω να γράφω ιστορίες, φυσικά, αλλά αυτή τη στιγμή η ενέργειά μου πηγαίνει από τη μία στη "Σονάτα του Χάους" κι από την άλλη σε ένα προσωπικό μου project του οποίου, καλώς εχόντων των πραγμάτων, σύντομα θα δείτε κάποιο δείγμα εδώ. Για την ώρα θα ξαναβάλω μια παλιά ιστορία, από το προηγούμενο blog, για να θυμούνται οι παλιοί αναγνώστες και να απολαμβάνουν οι καινούριοι. Η ιστορία λέγεται "The Twelve Faces of Death" και είναι spinf-off μιας μεγαλύτερης ιστορίας που ακούει στο όνομα "Nocturno". Καλή σας ανάγνωση και τα λέμε - ελπίζω - σύντομα, με καινούριες ιστορίες. Την αγάπη μου σε όλους.




Ένα βράδυ ονειρεύτηκα το θάνατο κι από τότε η ζωή μου δεν ήταν ποτέ πια η ίδια. Άρχισα να γράφω ξανά. Είχα σταματήσει, αλλά μετά από εκείνο το βράδυ...απλώς, δεν μπορούσα να κάνω αλλιώς. Δεν έχω πεθάνει ποτέ. Αλλά είδα το θάνατο και ξέρω πως είναι και έγραψα γι' αυτόν μια ιστορία που λέγεται Leviathan και δεν είναι τόσο μεγάλη όσο ακούγεται. Κι έγραψα κι άλλη μία που λέγεται Nocturno και είναι πολύ μεγαλύτερη, αλλά δεν αφορά άμεσα το θάνατο, αν και από πολλές απόψεις ίσως να είναι κι έτσι, δεν ξέρω. Το θάνατο τον είδα σ' ένα όνειρο όπου βγήκα από το σώμα μου και πέταξα στην κορυφή του δωματίου και τον είδα να στέκεται από πάνω μου, όμορφος και μόνος και θλιμμένος. Είχε μαύρα φτερά και μακριά, μαύρα μαλλιά κι ήταν ντυμένη στα μαύρα. Τα μάτια της είχαν ένα γυάλινο μπλε-γκρι χρώμα και το δέρμα της ήταν χλωμό και άυλο. Και ήξερα πως ήταν άγγελος και ήξερα πως δεν ήταν μόνη. Ήξερα. Υποσχέθηκα πως δε θα μιλούσα σε κανέναν γι' αυτό, μα τ' όνομα μου είναι Κασσάνδρα και πάνε αιώνες από την τελευταία φορά που κάποιος πίστεψε τις αλήθειες μου. Οπότε, υποθέτω ότι είτε έτσι είτε αλλιώς, το μυστικό είναι ασφαλές. O θάνατος που ήρθε κοντά μου ήταν γυναίκα, μα ο Θάνατος δεν είναι γυναίκα. Ο θάνατος είναι οι δώδεκα. Ο Pain, που γεννήθηκε χωρίς μάτια και κοιτάει πάντα τον κόσμο με άδειες κόγχες. Αν δείτε πουθενά έναν τυφλό βιολιστή, ψηλόλιγνο και με μαύρη κάπα, μην τον προσπεράσετε έτσι εύκολα. Ακούστε τον για λίγο. Αν παίζει κακά ή μέτρια, δώστε του ένα νόμισμα και φύγετε. Αν παίζει καλά, δώστε του κάτι παραπάνω. Αν όμως...αν όμως παίζει αγγελικά, καθίστε μέχρι να τελειώσει γιατί ποτέ ξανά δε θ' ακούσετε μουσική σαν τη δική του κι ο θάνατος δεν παίζει τα τραγούδια του για τους νεκρούς. Η Paranoia, που το βλέμμα της κρύβει την τρέλα και το σώμα της φαίνεται πάντοτε να τρέμει. Τα μαλλιά της έχουν το χρώμα του μπισκότου. Όχι μπισκότου βουτύρου, όπως τα πτι-μπερ, ούτε Oreo. Έχουν το χρώμα μπισκότου βρώμης που αμφιβάλλω αν είναι χρώμα ούτως ή άλλως, μα εκείνη έτσι λέει για τον εαυτό της. Αυτή δε φεύγει πολύ συχνά από το σπίτι της. Παλιά έβγαινε συχνότερα γιατί παλιά ήταν πολύ πιθανότερο να πεθάνει κάποιος από τρέλα παρά από οτιδήποτε άλλο. Τώρα όμως περνάει τον περισσότερο καιρό κλεισμένη μέσα, καθισμένη σε μια γωνία, ψιθυρίζοντας στον εαυτό της όλα τα μυστικά εκείνα που, όπως και τα δικά μου, κανείς δεν τα πιστεύει αλλά αυτό δεν τα κάνει λιγότερο αληθινά. Ο Murder είναι σχεδόν πάντα ανάμεσα στους ανθρώπους αλλά του αρέσει η σκιά και δεν είναι εύκολο να τον βρεις, ακόμη κι αν τον ψάξεις. Δεν είναι κακός θάνατος, στο κάτω-κάτω δεν είναι δικό του το φταίξιμο αν στους ανθρώπους αρέσει να σκοτώνουν. Αυτός απλώς κάνει τη δουλειά του. Δεν είναι πολύ ψηλός, και τα φτερά του, παρόλο που είναι μαύρα, όπως όλων των ενήλικων θανάτων, καμιά φορά λάμπουν με μια κοκκινωπή λάμψη, ένα κόκκινο πολύ βαθύ, αιμάτινο. Τα μαλλιά του είναι επίσης μαύρα και τα μάτια του τόσο ευμετάβλητα που ποτέ δεν ξέρεις τι χρώμα θα πάρουν. Η Malaria είναι η λιγότερο όμορφη απ' όλους τους θανάτους, αλλά πανέμορφη παρόλ' αυτά. Μπορεί να τη δείτε στα νοσοκομεία ή στις καλύβες, στις βίλες και στα παγκάκια των πάρκων. Είναι η χλωμή, αποστεωμένη κοπέλα με το ανήσυχο βλέμμα και τα σταχτιά μάτια. Είναι το κορίτσι που προσπερνάτε τρέχοντας, χωρίς δεύτερο βλέμμα, γιατί όταν εκείνη είναι εκεί, με κάποιον τρόπο νιώθετε πως ο θάνατος πλησιάζει. Έχει σκούρα καστανά μαλλιά και το αγαπημένο της χρώμα είναι το γκρι. Loss, είναι το όνομα εκείνου που παίρνει τους ζωντανούς-νεκρούς. Αυτούς που πεθαίνουν μέσα τους πριν η καρδιά τους σταματήσει να χτυπάει. Αυτούς που πεθαίνουν όταν μένουν μόνοι. Όταν χάνονται αυτοί που αγαπάνε. Αυτοί που τους δίνουν ζωή. Ο Loss έχει κάτασπρα μαλλιά και τα μάτια του είναι διάφανα, σαν να φτιάχτηκαν από δάκρυα. Λένε πως είναι ο πιο σοφός ανάμεσα στους θανάτους. Δεν κρύβεται, αλλά δεν του αρέσει να τον προσέχουν. Είναι ο άνθρωπος με το καπέλο και την καμπαρτίνα που κανείς δεν ξέρει στις κηδείες και όλοι αναρωτιούνται αν είναι ο εραστής, ο νόθος γιος ή ο δολοφόνος. Αλλά που όλοι έχουν ξεχάσει μετά τον καφέ. Η Lux είναι όμορφη σαν αμαρτία και τα μαλλιά της είναι σαν τον ήλιο. Λατρεύει τη θνητή ζωή και μάλιστα, όσο πιο σπάταλη και χωρίς φραγμούς, τόσο το καλύτερο. Είναι παντού. Στις επιδείξεις μόδας, στα δελτία ειδήσεων, στα κοσμικά γεγονότα, μαστουρωμένη στα ακριβά κλαμπ, πρωταγωνίστρια στα όργια των επωνύμων. Κι αν δεν το ξέρουν, της ανήκουν. Κι αν λένε ότι οι θρύλοι δεν πεθαίνουν ποτέ, η Lux ξέρει καλύτερα. Όλοι πεθαίνουν, χαμογελάει το κατακόκκινο στόμα της. Όλοι. Ο Vain είναι ψηλός, με ήρεμο, αυστηρό πρόσωπο και πολύ κοντά μαλλιά. Τα μάτια του είναι μισοσβησμένα, σαν καπνός και δικοί του είναι όλοι εκείνοι που αγωνίζονται για χαμένα όνειρα και χίμαιρες, όλοι αυτοί που θάβονται με την πίστη πως, ακόμη και νεκροί, θα καταφέρουν να βρουν το θησαυρό που έθαψαν οι πειρατές στην αυλή τους πριν αιώνες. Ακόμη, είναι δικοί του όσοι πολεμάνε κι όσοι κυρήττουν, γιατί κανένας σκοπός δεν είναι ιερός και κανένας πόλεμος δεν είναι δίκαιος. Όχι σ' αυτή τη γη. Όχι αυτές τις μέρες. Ίσως και ποτέ. Η Veritas είναι ο δικός μου θάνατος, αυτός που μ'επισκέφθηκε μια νύχτα με παράξενα όνειρα. Η Veritas παίρνει αυτούς που της ανήκουν με ακρίβεια και θλίψη, όπως όλες οι αλήθειες. Γιατί, αν και δεν το ξέρουμε, οι αλήθειες μπορούν να σκοτώσουν. Αργά ή γρήγορα, με τον έναν τρόπο ή τον άλλο. Ο Bellum είναι αυτός που τσακώνεται μονίμως με τον Vain για τα πτώματα που μένουν στα πεδία των μαχών. Τσακώνονται από τότε που υπάρχουν άνθρωποι αλλά ποτέ δεν κατέληξαν πουθενά. Συνήθως καταλήγουν να τα μοιράζονται στην τύχη και να μη μιλάνε για μερικά χρόνια, αλλά στο τέλος πάντα τους περνάει. Αδέρφια είναι, άλλωστε. Μοιάζει λίγο με αγαθό γίγαντα και τα φτερά δεν του ταιριάζουν πολύ, γι' αυτό τα κρατάει κρυμμένα τον περισσότερο καιρό. Η Betrayal είναι η πιο γνωστή απ' όλους τους θανάτους, αν και κάπως υπερτιμημένη σύμφωνα με τα αδέρφια της. Στο κάτω-κάτω, εκείνοι μπορούν να αναφέρουν χιλιάδες περιστατικά ενώ εκείνη έγινε διάσημη για ένα. Μόνο και μόνο επειδή κάποιος φίλησε το δάσκαλό του για τριάντα αργύρια. Κι εκείνη, βέβαια, δύο χιλιάδες χρόνια τώρα προσπαθεί να θάψει την όλη ιστορία - άλλωστε έχει κάνει πολλά περισσότερα απ' αυτό το ασήμαντο, κατά τη γνώμη της, γεγονός- όμως ακόμα να τα καταφέρει. Ο Eleos και η Elegeia είναι τα μικρότερα από τα αδέρφια. Έχουν μπλε μαλλιά, μπλε μάτια και μπλε φτερά. Ντύνονται πάντα στα μπλε και σχεδόν πάντα εμφανίζονται μαζί. Είναι τα παιδιά με το αθώο βλέμμα που όλοι νομίζουν ότι είναι παρενέργεια του θανάτου. Είναι οι τελευταίοι θάνατοι. Και η μικρή Elegeia είναι αυτή που ξεκίνησε όλο το μπέρδεμα και με ανάγκασε να γράψω το Nocturno, αφενός γιατί, όπως είπε, ήταν πολύ καλή ιστορία για να πάει χαμένη και, αφετέρου γιατί, έτσι κι αλλιώς, δεν είχε σημασία. Ποιος θα με πίστευε; Τόσους αιώνες σ' αυτή τη γη, που πια την ξέρω όπως το σώμα μου, τόσους αιώνες συνάντησα ένα θάνατο μονάχα κι αυτός δεν πήρε εμένα τελικά. Εγώ δεν ήμουν ποτέ καλό κορίτσι. Ξεγέλασα ένα μάγο που τον έλεγαν Απόλλωνα και που όλοι νόμιζαν ότι ήταν θεός, για να μου δώσει το χάρισμα της ενόρασης. Αλλά αντάλλαξα τη ζωή μου με τη ζωή του παιδιού του -του παιδιού μας- εκείνο το βράδυ, ενός παιδιού που πέθανε κουβαλώντας στους ώμους του την πιο βαριά απ' όλες τις αλήθειες. Ότι η μητέρα του δεν το αγάπησε ποτέ. Κι εκείνος με καταράστηκε να μην πιστέψει πια κανένας τους χρησμούς μου και να δω την οικογένεια και την πόλη μου να χάνονται, ενώ εγώ θα ζούσα για πάντα. Μη με πιστέψετε. Ειλικρινά, δε με νοιάζει. Εγώ δεν ήμουν ποτέ καλό κορίτσι. Δε μετάνιωσα για τίποτα και δε θρήνησα τίποτα. Αν διαβάζετε τις ιστορίες μου νομίζοντας πως είναι ψεύτικες, τι πειράζει; Τουλάχιστον δεν έχω ξεχαστεί. Είμαι ακόμα εδώ κι αυτό μετράει.

Κυριακή, 12 Ιουλίου 2009

New Tales (From the Crypt and Beyond)

Από σήμερα μπορείτε να με διαβάζετε και εδώ. Πρόκειται για μια ιστορία τρόμου σε συνέχειες η οποία γράφεται συνεργατικά με τον Bill667. Τα σχόλιά σας θα εκτιμηθούν. Ευχαριστούμε πολύ.

Δευτέρα, 06 Ιουλίου 2009

The Oldest Game


Περίμενε κρυμμένος στις σκιές. Κοίταξε για εικοστή φορά το ρολόι του. Σε δεκαεννιά δευτερόλεπτα ακριβώς, ήταν η ώρα του ραντεβού. Οσμίστηκε τον αέρα, μήπως και τον είχε ακολουθήσει κανείς. Δεν εμπιστευόταν ακόμα τον καινούριο που τους είχε κουβαλήσει η Εύα. Ήταν πολύ παράξενος τύπος. Αμίλητος και είχε μονίμως μαύρους κύκλους κάτω από τα μάτια. Εκείνη τη στιγμή έφτασε στα ρουθούνια του η οικεία οσμή. Το απαλό άρωμα των λουλουδιών και του υγρού από τη βροχή δέρματος.
Την είδε να ξεπροβάλλει από τη γωνία. Περίμενε λίγο να δει αν ήταν μόνη και, όταν βεβαιώθηκε, έκανε μερικά βήματα μπροστά. Εκείνη δεν κράταγε ομπρέλα και τα ξανθωπά μαλλιά της ήταν βρεγμένα και κόλλαγαν στο πρόσωπό της. Το μαύρο της αδιάβροχο έφτανε μέχρι τις γάμπεσ της και οι γόβες της ήταν λασπωμένες. Τα χαρακτηριστικά της ήταν αυστηρά, όπως πάντα, κι έδειχνε απόλυτα προσηλωμένη. Αυτό τον τρόμαζε και του προκαλούσε θαυμασμό συγχρόνως. Τον πλησίασε και στάθηκε κάτω από το υπόστεγο, δίπλα του.
- Λοιπόν;
Όπως κάθε φορά, έμπαινε κατευθείαν στο θέμα. Δεν ξόδευε ούτε ένα δευτερόλεπτο για χαιρετούρες και ψιλοκουβεντούλα. Ήταν πολύ ασυνήθιστη κοπέλα. Από την άλλη, βέβαια, κι αυτός ήταν εξίσου ασυνήθιστος. Ίσως και περισσότερο.
- Είχες δίκιο. Έκαναν την κίνησή τους. Πλησίασαν τον Αιμίλιο.
- Φυσικά και είχα δίκιο.
- Τι κάνουμε από δω και πέρα;
- Προχωράμε προσεκτικά. Κανείς δεν πρέπει να υποψιαστεί τίποτα. Αν καταλάβουν έστω και το παραμικρό, δεν έχουμε ελπίδες.
- Γιατί θέλεις τόσο πολύ να τη βγάλεις από τη μέση; Επειδή σου έφαγε τον υπερ-γκόμενο;
Εκείνη γέλασε, κοφτά και χωρίς πραγματική διάθεση.
- Δεν είμαστε όλοι σαν εσένα, Ρωμανέ. Αλλά αφού το θες...άσε με να σου πω μια ιστορία. Ήμουν οχτώ χρονών όταν πέθανε ο πατέρας μου. Ήταν οδηγός για μια μεταφορική εταιρεία. Οι αστυνομικοί μας είπαν πως έχασε τον έλεγχο της νταλίκας και σκότωσε μια οικογένεια. Όταν τον είδαμε, στο νοσοκομείο, η μητέρα μου λιποθύμησε. Εγώ όχι. Έμεινα εκεί και τον κοίταζα καθώς πέθαινε. Εκείνη τη στιγμή κάτι ξύπνησε μέσα μου. Δεν ήξερα ακριβώς τι ήταν και για πολύ καιρό ακόμα δεν θα μπορούσα να καταλάβω...όμως, ξαφνικά, είδα τα πάντα, σαν να ήμουν εκεί. Ο πατέρας μου ήταν καλός οδηγός και πάντα πρόσεχε. Κι εκείνη τη μέρα το ίδιο. Τον είδα να πλησιάζει μια καμπή στο δρόμο, όπου ήταν σταματημένο ένα οικογενειακό αυτοκίνητο. Μέσα ήταν τρία άτομα. Ένας άντρας και δύο γυναίκες. Η μία ήταν ηλικιωμένη, ενώ η άλλη νέα. Λίγο πιο πέρα, από τα χόρτα, είδα να σηκώνεται ένα μικρό κορίτσι, στην ηλικία μου. Ανέβαζε το κολάν της. Είχε μώλωπες σε όλο της το σώμα. Κοίταξε τη νταλίκα και ξαφνικά ο πατέρας μου έχασε τον έλεγχο. Όταν κόπηκε το "όραμα" που έβλεπα, ο πατέρας μου ήταν νεκρός κι εγώ ήμουν σίγουρη πως εκείνο το κορίτσι ήταν υπαίτιο. Δεν ήξερα πώς, ούτε γιατί, όμως ήξερα.
- Ήταν μόνο ένα παιδ...
- Μην τολμήσεις καν να το πεις, τον έκοψε και κάτι στη φωνή της τον έπεισε ότι ήταν καλύτερο να μην το κάνει.
Έμειναν κι οι δυο σιωπηλοί για λίγο.
- Δεν καταλαβαίνεις. Η Φαίδρα ποτέ δεν ήταν παιδί. Δεν το έκανε κατά λάθος ή για να παίξει. Ήθελε να σκοτώσει τους γονείς της. Και δεν την ένοιαζε τίποτε άλλο. Αργότερα, όταν τη συνάντησα στις εγκαταστάσεις της υπηρεσίας, δεν μπορούσαν να πιστέψω την καλή μου τύχη. Παρίστανα τη φίλη της, στήνοντας την εκδίκησή μου. Στην αρχή δεν ήμουν σίγουρη αν έπρεπε να το κάνω. Για λίγο καιρό, μάλιστα, πίστευα όπως κι εσύ ότι ήταν απλώς ένα παιδί. Όμως μετά κοίταξα στο μυαλό της. Και είδα ότι το ήθελε. Είδα την ευχαρίστηση που ένιωσε καθώς τους σκότωνε. Και είδα επίσης πώς κατέληξε στην υπηρεσία. Σκότωσε την υπεύθυνη του ορφανοτροφείου όπου βρισκόταν και τρία παιδιά πάνω σε μια έκρηξη θυμού. Κι έπειτα, ένα τρομοκρατημένο παιδάκι που είχε τα μισά της χρόνια την πέταξε από τη σκάλα, με αποτέλεσμα να ξεχάσει τα πάντα. Έτσι έφτασε στον Τομέα.
- Αν είναι τόσο επικίνδυνη δεν θα έπρεπε να την είχε σκοτώσει η υπηρεσία σου;
Ανασήκωσε τους ώμους βαριεστημένα.
- Φυσικά. Αλλά είναι η Φαίδρα.Ποτέ, κανείς δεν μπορούσε να της αντισταθεί. Όταν την έφεραν ήταν δώδεκα χρονών. Το ίδιο κι εγώ, αλλά εγώ είχα περάσει περισσότερο χρόνο στην υπηρεσία. Ο επόπτης μας, ο Άρης, δεν είχε δείξει ποτέ για μένα το ενδιαφέρον που έδειξε για τη Φαίδρα. Ήταν δώδεκα, αλλά δεν είχε κανένα πρόβλημα να γαμηθεί μαζί του. Υπάρχει κάτι που πρέπει να καταλάβεις για τη Φαίδρα. Δεν νοιάζεται. Δεν είναι καλή. Απλά κάνει ο,τι χρειάζεται για να επιβιώσει. Τότε η επιβίωσή της εξαρτιόταν από έναν μαλάκα που γούσταρε μικρά κοριτσάκια. Και είναι τόσο διαολεμένα έξυπνη, που το κατάλαβε και το εκμεταλλεύτηκε κατάλληλα.
Ένα στραβό, λυκίσιο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στις άκρες των χειλιών του.
- Την παρουσιάζεις λες και είναι ο αντίχριστος. Το λιγότερο.
Η Έμμα γέλασε, στ'αλήθεια αυτή τη φορά.
- Νομίζεις πως είμαι υπερβολική. Δεν είμαι. Όταν έβαλα στο μυαλό του Αντρέα την επιθυμία για κείνη, πίστευα πως ο βιασμός θα την καταρράκωνε. Αλλά τον ήθελε. Τον ήθελε και δεν είχα πάρει χαμπάρι! Δεν είχα καν συνειδητοποιήσει ότι μπορούσε να κρύβει τις σκέψεις της από μένα. Της έδωσα στο πιάτο αυτό που ήθελε, νομίζοντας ότι θα της έκανα κακό. Αλλά τελικά ο μόνος που το πήρε κατάκαρδα ήταν ο Αντρέας.
- Όχι και πολύ κατάκαρδα, σχολίασε κυνικά. Απ'ότι μου είπε ο Αιμίλιος, αυτοί οι δύο μάλλον βγάζουν τα μάτια τους.
Η Έμμα έμεινε σιωπηλή για αρκετή ώρα. Η έκφρασή της ήταν πέτρινη, ανεξιχνίαστη. Τελικά, μίλησε.
- Πώς το έχεις στήσει το πράγμα; ψιθύρισε κι η φωνή της ακούστηκε σπασμένη.
Ο Ρωμανός πήρε μια βαθιά ανάσα. Το είχε σκεφτεί άπειρες φορές, όμως το να το προφέρει δυνατά ήταν τελείως διαφορετικό.
- Ο Αιμίλιος θα κανονίσει τη συνάντηση. Οι δικοί μου πιστεύουν ότι είναι πολύ επικίνδυνο και σκοπεύουν να τους βγάλουν από τη μέση μόλις εμφανιστούν. Εγώ θα αναλάβω τον Αντρέα, εφόσον δεν τον θέλεις νεκρό. Λογικά αυτοί θα καλέσουν για ενισχύσεις, οπότε εμείς θα αναγκαστούμε να φύγουμε. Ο Ανδριανός όταν μεταμορφώνεται έχει μια μαύρη τούφα στο τρίχωμά του. Έτσι θα τον αναγνωρίσεις. Στόχευσε καλά και φρόντισε να έχεις ασημένιες σφαίρες.
- Δεν είμαι ηλίθια. Είσαι σίγουρος πως οι τρεις τους μπορούν να κάνουν καλά τη Φαίδρα;
- Είσαι σίγουρη πως μόνη σου μπορείς να αναλάβεις τον Ανδριανό;
Του έριξε ένα εύγλωττο βλέμμα.
- Πότε θα γίνει;
- Αύριο βράδυ. Τα μεσάνυχτα.
Ένευσε καταφατικά και γύρισε να φύγει. Καθώς απομακρυνόταν, ο Ρωμανός χώθηκε ξανά μέσα στη σκιές, μένοντας εκεί για λίγο, σκεφτικός. Έπειτα, σαν να το πήρε απόφαση, έτρεξε πίσω της και την άρπαξε από το χέρι. Αστραπιαία, ένα όπλο κόλλησε στο μέτωπό του. Τα καταπράσινα μάτια της ήταν γεμάτα φωτιά κι έμοιαζε να μην τον αναγνωρίζει. Ο
Ρωμανός δεν κούνησε ούτε φρύδι.
- Απλά ήθελα να σου πω...είσαι σίγουρη ότι είναι αυτό που θέλεις να κάνεις;
Τράβηξε το χέρι της, απελευθερώνοντάς το από τη λαβή του.
- Ποτέ δεν ήμουν τόσο σίγουρη για οτιδήποτε.
Κι έπειτα έφυγε στ'αλήθεια, αφήνοντάς τον μόνο, μέσα στο σκοτάδι. Γύρισε κι αυτός να φύγει, μέσα στις σκιές που του πρόσφεραν κάλυψη και παρηγοριά. Δεν είδε ποτέ τη σκοτεινή μορφή που τους παρακολουθούσε από την ταράτσα του απέναντι κτηρίου.

Παρασκευή, 19 Ιουνίου 2009

Omerta (Do you remember that I used to sing?)


Στις 5 Ιανουαρίου του 1989 ήμουν ένα κοριτσάκι που περίμενε με ανυπομονησία να έρθει η επόμενη μέρα.
Στις 5 Ιανουαρίου του 1989 ένα άλλο κοριτσάκι, σε μια άλλη γωνιά του πλανήτη, προσευχόταν η επόμενη μέρα να μην έρθει ποτέ.
Είχα γενέθλια και θα γινόμουν δύο ετών.
Είχε περάσει 44 μέρες κλεισμένη σ'ένα σπίτι, έχοντας υπομείνει ο,τι βασανιστήριο μπορεί να σκεφτεί ανθρώπου νους.
Ένα κορίτσι...που έμοιαζε όπως όλα τα άλλα.
Τέσσερα αγόρια...που έμοιαζαν όπως όλα τα άλλα.
Εκείνη ήταν δεκάξι χρονών. Κανείς απ'αυτούς δεν ήταν πάνω από δεκαοχτώ.
Όχι, δεν την είχαν κλεισμένη σε κάποιο υπόγειο. Την είχαν κλεισμένη σε μια κρεβατοκάμαρα, στο σπίτι του ενός απ'αυτούς και οι γονείς του ήξεραν τι συνέβαινε αλλά είχαν σε τόση μεγάλη εκτίμηση τη δική τους μικρή κι ασήμαντη ζωούλα που φοβούνταν να τη βοηθήσουν. Ίσως και να μην τους ένοιαζε, δεν ξέρω.
Πάνω από εκατό άτομα γνώριζαν ότι βρισκόταν εκεί και βασανιζόταν. Κανείς δεν άνοιξε το στόμα του.
Γιατί ο φόβος του άλλου σε κάνει θεό.
Τη χτυπούσαν, τη βίαζαν (με τα σώματά τους και με αντικείμενα), την τάιζαν κατσαρίδες και την ανάγκαζαν να πινει τα ίδια της τα ούρα, της έβαζαν φωτιά, άναβαν πυροτεχνήματα τα οποία είχαν τοποθετήσει μέσα της...κι αυτά είναι μόνο όσα έχουν καταγραφεί. Για 44 γαμημένες μέρες.
Και όταν τελικά τη σκότωσαν, την πέταξαν μέσα σ'ένα κουτί και το παραγέμισαν με τσιμέντο. Κι έτσι απλά την έσβησαν από το πρόσωπο της γης, σαν να μην είχε υπάρξει ποτέ.
Το πτώμα της βρέθηκε μετά από ένα χρόνο. Όσον καιρό ήταν αιχμάλωτη, την έβαζαν να παίρνει τηλέφωνο τους γονείς της και να τους λέει πως το είχε σκάσει από το σπίτι με ένα "φίλο" και πως ήταν καλά.
Όταν η μητέρα της άκουσε στο δικαστήριο τα βασανιστήρια που υπέμεινε η κόρη της, λιποθύμησε.
Όσο σκέφτομαι τον πόνο αυτών των γονιών και τις ενοχές τους, τρελαίνομαι. Νιώθω σαν να τους ακούω μέσα στο κεφάλι μου. "Κι αν προσπαθούσε να μας δώσει κάποιο στοιχείο στο τηλέφωνο; Αν ακούγαμε πιο προσεκτικά αντί να της βάζουμε τις φωνές που είχε φύγει; Μήπως θα ήταν ζωντανή; Μήπως θα ήταν μαζί μας;" Αυτοί οι άνθρωποι πρέπει να βγαίνουν κάθε μέρα έξω και να ζουν με τη σκέψη ότι οι φονιάδες της κόρης τους είναι ελεύθεροι κι ότι μόνο δύο από αυτούς φυλακίστηκαν, με ποινές 8 και 7 ετών αντίστοιχα.
Τους ικέτευε να τη σκοτώσουν.
Έκανε μια ώρα να συρθεί από το δωμάτιο ως το μπάνιο, τόσο σοβαρά ήταν τα τραύματά της.
Και δεν υπήρχε κανείς.
Πόσο μόνη ήταν, πόσο απέραντα μόνη...
Κι εμείς ξεχνάμε, ξεχνάμε, ξεχνάμε...
Πριν κάτι μήνες η Αθήνα ήταν στις φλόγες. Συνθήματα παντού κι έντονη η μυρωδιά του καμένου. Όλοι έλεγαν πως δεν θα ξεχάσουν κι όμως ξέχασαν. Όλοι ήταν τόσο εξοργισμένοι. Γιατί ξεχνάμε. Όχι μόνο εμείς, ο κόσμος ολόκληρος ξεχνάει.
Αυτοί οι άντρες - γιατί άντρες θα είναι πια - ξέχασαν; Ή θυμούνται ακόμη με ενδόμυχη ευχαρίστηση και πού και πού τραβάνε και καμιά μαλακία με τις αναμνήσεις τους;
Όπως εκείνος ο μπάτσος θα κορδώνεται, αναμφίβολα, μέσα του για το φόνο του πιτσιρικά και το μόνο για το οποίο θα μετανιώνει είναι το ότι ήταν αρκετά ηλίθιος ώστε να τον πιάσουν.
Ξεχνάμε.
Κι έτσι οι νεκροί παύουν στ'αλήθεια να υπάρχουν.
Είναι τόσο θλιβερό. Το ότι η εξουσία πάνω στην ανθρώπινη ζωή είναι τόσο μεθυστική. Το ότι μπορεί να έχει μεγαλύτερη αξία για κάποιους από την ίδια τη ζωή.
Τελικά τα πιο επικίνδυνα τέρατα φοράνε προσωπεία ανθρώπων.
Και δεν υπάρχει κανένα είδος δικαιοσύνης, πουθενά.
Μόνο αυτή η γενικευμένη σιωπή αλληλοκάλυψης.
Αυτή η γαμημένη omerta.










(Μυθοπλασία; Αλήθεια; Δικό σας. Χωρίς google search και ζαβολιές.)

Κυριακή, 14 Ιουνίου 2009

Tainted Love


Με περίμενε στο παράθυρο έξω από τις τουαλέτες όταν τέλειωσα το μάθημα. Είχε την τσάντα της στα πόδια και ζωγράφιζε πάνω της αυτά τα περίτεχνα σχέδια που τόσο μου άρεσαν. Πήδηξα δίπλα της, να δω τι φτιάχνει. Την ήξερα πια τόσο καλά που δεν χρειαζόμουν να μου πει ότι δεν ήταν καλά. Μπορούσα να το νιώσω απλά και μόνο κοιτώντας την. Την αγκάλιασα. Με κοίταξε.
- Τι τρέχει;
Ανασήκωσε τους ώμους.
- Ξέρεις τώρα. Τα ίδια και τα ίδια.
- Ο Θάνος;
Ένευσε καταφατικά.
- Θυμάσαι που σου έλεγα ότι δεν ήμουν σίγουρη τι ήθελε; Ε, τώρα το σιγούρεψα. Χτες είχαμε βγει και με γύρισε σπίτι και έπεσε ένα χαμούρεμα στο αμάξι και...
Καμιά από τις δυο μας δεν τους είδε να πλησιάζουν. Όμως αρκούσε να ακούσω τη γνώριμη, ειρωνική φωνή της Βάλιας για να καταλάβω ότι δεν θα την κάναμε αυτή τη συζήτηση σήμερα.
- Καλά, ποιος μαλάκας θα ήθελε να πηδήξει μια φάλαινα σαν κι εσένα;
Με την άκρη του ματιού μου έπιασα τη Διδώ να τα χάνει. Δάκρυα εμφανίστηκαν στα μάτια της και καθόταν εκεί και κοίταζε τη Βάλια χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη. Είχε αυτή την επίδραση στους ανθρώπους. Η Βάλια εννοώ. Το ήξερα καλύτερα από τον καθένα. Είχαμε υπάρξει κολλητές στο δημοτικό και ήμουν σχεδόν ερωτευμένη μαζί της. Όμως ήταν ένα από τα πιο τοξικά άτομα που είχα γνωρίσει. Ήταν εξαιρετικά καλή στο να κάνει τους άλλους να νιώθουν εντελώς σκατά με τον εαυτό τους. Δεν ήταν μόνο ότι ήταν πανέμορφη, ήταν ότι το απολάμβανε κι αυτό έκανε τα πράγματα ακόμη χειρότερα. Όμως ο καιρός που την άφηνα να με κάνει ό,τι ήθελε είχε περάσει ανεπιστρεπτί. Αυτή και τα τσιράκια της τρομοκρατούσαν τους πάντες στο σχολείο και, παρόλα αυτά, όλοι τη θαύμαζαν και τη λάτρευαν σαν θεά. Με αρρώσταινε αυτό το πράγμα. Με αρρώσταινε.
Πήδηξα από τη θέση μου στο παράθυρο και στάθηκα μπροστά της. Ήμουν πιο ψηλή και αναγκαζόταν να σηκώσει τα μάτια της για να με κοιτάξει. Ήταν απίστευτη η αίσθηση δύναμης που μπορούσε να δώσει σε κάποιον ένα τόσο απλό πράγμα.
- Ίσως ο ίδιος μαλάκας που θέλει να πηδάει μια καριόλα σαν εσένα.
Η φωνή μου βγήκε τόσο ήρεμη που σχεδόν δεν το πίστευα. Είδα τα γαλαζοπράσινα, τέλεια μακιγιαρισμένα μάτια της, να στενεύουν με μίσος. Έκανε ένα βήμα πίσω. Ο Μάνος, ο Στέλιος και η Σέβη, τα σκυλάκια της, κοιτούσαν μία εμένα και μία τη Βάλια, περιμένοντας εντολές από την αφέντρα τους.
- Δεν σου έχει πει κανείς ότι εδώ πέρα μιλάς μόνο όταν το πω εγώ;
Εντελώς αυθόρμητα, έβαλα τα γέλια.
- Δεν σου έχει πει κανείς ότι είσαι τελείως γελοία;
Προτού καλά-καλά το καταλάβω, είχε κάνει ένα νεύμα και ο Μάνος με είχε βουτήξει από το λαιμό και με είχε κολλήσει στον πλησιέστερο τοίχο. Ένιωθα να πνίγομαι και τα μάτια μου να δακρύζουν. Μαλακισμένη σκύλα. Ήξερε ότι είχα άσθμα από τότε που ήμασταν πιτσιρίκια.
Αισθάνθηκα τον εαυτό μου να ίπταται, έξω και πάνω από το σώμα μου. Για λίγο. Και μετά, σαν σε όνειρο, επέστρεψα πάλι πίσω στη γαμημένη, σκατένια πραγματικότητα, όπου ο Μάνος με κοίταζε με ηλίθιο, χαιρέκακο ύφος. Πίσω στον εαυτό μου πάλι, με όση δύναμη είχα, του έχωσα μια κλωτσιά στο στομάχι. Διπλώθηκε στα δύο και με άφησε. Τον άρπαξα από τη μπλούζα και πλησίασα στο αφτί του.
- Αν νομίζεις ότι θα σ'αφήσει να τη γαμήσεις, ξέχασέ το. Κάτι τύπους σαν κι εσένα, μόνο για να της γλύφουν τα παπούτσια τους έχει.
Ίσιωσα το κορμί μου και γύρισα στη Διδώ.
- Έλα. Φεύγουμε. Άρχισε να βρωμάει σαπίλα το μέρος και δεν γουστάρω.


- Σε θαυμάζω...το ξέρεις;
Την κοίταξα απορημένη.
- Γιατί;
- ...
- Γιατί;
- Δεν κωλώνεις. Λες τα πράγματα όπως είναι και δεν σε νοιάζει. Αντιδράς.
Χαμογέλασα λίγο απόμακρα και κοίταξα τη θάλασσα. Ήταν όμορφη και ψυχρή. Όπως τα περισσότερα πράγματα στη ζωή μου.
- Δεν της ανήκεις. Της Βάλιας, εννοώ. Όλοι στο σχολείο της ανήκουν. Τους χρησιμοποιεί όπως θέλει και μετά τους πετάει...και την παρακαλάνε να το κάνει. Αλλά όχι εσύ. Τη βλέπεις γι'αυτό που είναι και...απλά...δεν ξέρω. Τη "διαβάζεις". Μερικές φορές, ξέρεις, αυτή την εντύπωση μου δίνεις. Ότι διαβάζεις τους άλλους. Όποτε σου λέω ένα πρόβλημά μου, πάντα μου μιλάς τόσο σίγουρα και τόσο ήρεμα. Ποτέ δεν αμφιταλαντεύεσαι για τίποτα. Μπορείς να δεις μέσα μου, να δεις τι νιώθω, ακόμη κι αν εγώ δεν το συνειδητοποιώ. Και η συχνότητα με την οποία επιβεβαιώνονται όσα μου λες, είναι λίγο τρομακτική.
Κάγχασα και της έδωσα μια φιλική σπρωξιά.
- Το θέμα δεν είναι αν εγώ έχω δίκιο ή άδικο. Το θέμα είναι...εσύ γιατί με ακούς; Μην πεις ότι είναι επειδή η γνώμη μου είναι σημαντική για σένα. Αυτό είναι πολύ γλυκό όταν το λέει κανείς αλλά είναι και εντελώς μα εντελώς ψέμα. Δεν με ακούς επειδή πιστεύεις ότι είμαι αντικειμενική ή ότι καταλαβαίνω καλύτερα τους ανθρώπους. Με ακούς επειδή φοβάσαι υπερβολικά πολύ να πάρεις τη ζωή σου στα χέρια σου και περιμένεις από μένα να παίρνω τις αποφάσεις που θα έπρεπε να παίρνεις εσύ. Όμως, Διδώ, δεν είμαι παντοδύναμη. Ένας απλός άνθρωπος είμαι κι έχω κι εγώ τα δικά μου προβλήματα. Είσαι κολλητή μου και σε λατρεύω...όμως δεν μπορώ να ζήσω τη ζωή σου για σένα. Και δεν θέλω μια μέρα να έρθεις και να μου πεις "γιατί μου είπες να το κάνω αυτό; τώρα τα σκάτωσα και φταις εσύ".
- Δεν πρόκειται να στο πω αυτό ποτέ. Και δεν είναι όπως τα λες...απλά εγώ είμαι πάντα μπερδεμένη κι εσύ μοιαζεις πάντα τόσο σίγουρη...αυτό είναι όλο.
Σηκώθηκα πάνω εκνευρισμένη. Με τη Διδώ, με τον εαυτό μου, με τον κόσμο ολόκληρο...δεν ήξερα να πω.
- Κατέβασέ με από το βάθρο που με έχεις βάλει. Δεν είμαι τέλεια. Είμαι φίλη σου και σε νοιάζομαι, αλλά δεν είμαι τέλεια. Και όσο πιο γρήγορα το καταλάβεις αυτό τόσο πιο γρήγορα θα καταλάβεις κι εμένα. Αλλά...από την άλλη...δεν σε νοιάζει να με καταλάβεις, έτσι δεν είναι; Το μόνο που θέλεις είναι κάποιος να σε ακούει και να σου δίνει συμβουλές. Ε, λοιπόν, δεν είμαι η Μητέρα Τερέζα κι εσύ δεν με έχεις ανάγκη για να ζήσεις. Η ζωή σου είναι δική σου και κανενός άλλου. Μάθε να ακούς τον εαυτό σου αντί για όλους τους άλλους. Ή τουλάχιστον δοκίμασέ το. Έτσι, για αλλαγή.
Της γύρισα την πλάτη κι έφυγα. Ήξερα πως θα έβαζε τα κλάματα και πως θα υπέφερε όμως δεν υπήρχε άλλος τρόπος. Έπρεπε να την ταρακουνήσω. Δεν μπορούσε να αφήνει τη Βάλια και την κάθε Βάλια να της φέρεται έτσι. Απλά, δεν μπορούσε.


Μπήκα στο φροντιστήριο και πήγα μέχρι την τουαλέτα να πλύνω λίγο το πρόσωπό μου...να ξελαμπικάρω. Ένιωσα δυο χέρια να τυλίγονται στη μέση μου.
- Γιατί μου μίλησες έτσι, σήμερα; με ρώτησε παραπονιάρικα, ενώ τα γαλαζοπράσινα μάτια της με κοίταζαν όλο νάζι από τον καθρέφτη.
Στράφηκα προς το μέρος της.
- Γιατί δεν μπορείς απλά να αφήσεις τη Διδώ και τους άλλους ήσυχους; Γιατί πρέπει να φέρεσαι σαν σκύλα;
Χαμογέλασε δειλά και με τράβηξε προς το μέρος της.
- Νόμιζα ότι σου άρεσε να φέρομαι σαν σκύλα.
Έκλεισα τα μάτια και έγειρα το κεφάλι μου πίσω. Γαμώτο ήμουν τόσο μπερδεμένη. Ένιωθα τόσο κάλπικη και, κατά κάποιον τρόπο...βρώμικη. Ναι, η Βάλια ήταν τοξική ως φίλη. Ως ερωμένη ήταν κίνδυνος θάνατος.
- Δυο μήνες. Και μετά θα είμαστε κάπου αλλού και δεν θα μας ξέρει κανείς και δεν θα χρειάζεται να παίζουμε αυτό το θέατρο.
Την αγκάλιασα και της φίλησα τα μαλλιά. Έπιασε τις τιράντες της μπλούζας μου και τις κατέβασε αργά, φιλώντας με στο λαιμό.
- Απλά δεν καταλαβαίνω γιατί χρειάζεται να μπαίνεις τόσο πολύ στο πετσί του ρόλου...
Το χέρι της γλίστρησε ανάμεσα στα πόδια μου. Με κοίταξε απαιτητικά.
- Μπορείς να σκάσεις; Θέλω να σε γαμήσω.

Δευτέρα, 27 Απριλίου 2009

Rage, rage against the dying of the Light



Λένε ότι δεν μετανιώνουν. Ψέματα λένε. Πολεμάω το κακό από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Έχασα γονείς, σπίτι, αδέρφια...τα πάντα. Το καλό δεν ανταμοίβει. Η δικαιοσύνη δεν ανταμοίβει. Τότε για ποιο λόγο συνεχίζουμε; Ίσως γιατί έτσι πρέπει. Ίσως γιατί αυτός είναι ο μόνος τρόπος. Οι άνθρωποι δεν ευγνωμονούν αυτούς που τους βοηθάνε. Πήγα σε χωριά και πρόσφερα το σπαθί και την ασπίδα μου κι όμως...ποτέ κανείς δεν με ευχαρίστησε. Οι άνθρωποι είναι εγωιστές. Όταν σε χρειάζονται δίνουν τον καλύτερό τους εαυτό. Μα όταν τους είσαι πια άχρηστος σε κάνουν στην άκρη και σε χλευάζουν. Γιατί δεν σημαίνεις τίποτα γι’αυτούς. Είσαι απλώς κάποιος που έτυχε να περνάει από τα μέρη τους, κάποιος που έτυχε να έχει παραμείνει αγνός και ανέγγιχτος, παρόλη τη βία γύρω του. Είσαι απλώς κάποιος που κάποτε βοήθησε αλλά την επόμενη μέρα θα τον έχουν ξεχάσει. Και, βαθιά μέσα τους, σε θεωρούν ηλίθιο. Αφελή. Ποιος, άλλωστε, προσφέρει απλόχερα και αφιλοκερδώς τη βοήθειά του;
Άνθρωποι. Τι καλό μπορούμε να περιμένουμε απ’αυτούς; Αυτοί αρπάζονται από πάνω μας όπως ένας ναυαγός αρπάζεται από μια σανίδα, όμως στην απελπισμένη τους προσπάθεια να σωθούν δεν προσέχουν καν πως η σανίδα είναι σάπια και φαγωμένη απ’το σαράκι. Όσο για μας, κοντά τους βρίσκουμε μονάχα νοσταλγία και πίκρα για όσα χάσαμε...για όσα αφήσαμε πίσω μας όταν ξεκινήσαμε να βαδίζουμε στο μονοπάτι της νύχτας.
Όταν ζήτησα από το σιδερά να τροποποιήσει το σπαθί του νεκρού αδερφού μου με κοίταξε σαν να είχα τρελαθεί. Πώς θα μπορούσα να του εξηγήσω ότι ήταν δικό μου φταίξιμο που είχε πεθάνει; Πως αν εγώ δεν είχα παρακούσει τον πατέρα μας, πως αν δεν είχα πάει στη μάχη ο αδερφός μου θα ήταν ακόμη ζωντανός; Δεν θα ξεχάσω ποτέ τη στιγμή που είδα το κεφάλι του να κυλάει μπροστά στα πόδια μου. Δεν έκλαψα γι’αυτόν. Ποτέ δεν έκλαψα. Απλά πήρα το κεφάλι στα χέρια μου κι άρχισα να περπατάω ασυναίσθητα προς το σπίτι. Μόνο και μόνο για να γυρίσω και να βρω τα πάντα κατεστραμμένα. Τα είχα χάσει όλα. Επειδή ήθελα να πολεμήσω το κακό που απειλούσε να καταπιεί τη γη μας και να μας υποδουλώσει όλους. Ορκίστηκα πως δεν θα σκότωνα ποτέ και ζήτησα να γυρίσουν τις κόψεις του σπαθιού μου προς τα μέσα. Δεν είχα τίποτα πια. Μόνο το σπαθί και μια κλεμένη πανοπλία. Έχοντας χάσει σχεδόν ολοκληρωτικά το μυαλό μου, άρχισα να περιπλανιέμαι και να κάνω τον ιππότη. Όπως στις ιστορίες που είχα ακούσει. Βοηθούσα όσους ζητούσαν τη βοήθειά μου και το μόνο που έπαιρνα σε αντάλλαγμα ήταν στέγη και τροφή. Δεν χρειαζόμουν τίποτε άλλο.
Σύντομα άρχισαν να απλώνονται ιστορίες γύρω απ’το όνομά μου, όμως δεν με ενδιέφεραν. Πολλοί μιλούσαν για τρέλλα...άλλοι πάλι, πίστευαν πως ήμουν αγγελιαφόρος του Θεού. Ίσως έφταιγε το γεγονός ότι σ’όποια πόλη, σ’όποιο χωριό κι αν βρισκόμουν, πάντα περνούσα από την εκκλησία για να εξομολογηθώ και να προσευχηθώ. Ίσως πάλι να ήταν που όσες φορές μου πρόσφεραν χρήματα, ζητούσα να τα προσφέρουν στον τοπικό ναό. Μα η ψυχή μου ποτέ δεν έβρισκε γαλήνη.
Κι έπειτα, ένα βράδυ, ήρθε η φωνή μέσα στο δάσος. Ήταν η πιο όμορφη, η πιο μελωδική φωνή που είχα ακούσει ποτέ.
«Θα δοκιμαστείς» μου είπε. «Κι αν η αξία σου είναι αυτή που νομίζω, θα χριστείς αδελφή μας στο αίμα. Θα λάβεις ένα χάρισμα και θα λάβεις μια κατάρα. Αλλά θα πρέπει να ξέρεις πια πως κανένα δώρο δεν έρχεται χωρίς αντίτιμο. Ήθελες πανοπλία και σπαθί και χρειάστηκε θάνατος για να τα αποκτήσεις. Αλλά μη φοβάσαι, τέκνο μου...ήδη έχεις κριθεί και η τύχη σου είναι αποφασισμένη. Το μόνο που έχεις να κάνεις εσύ είναι να επιτύχεις στη δοκιμασία.»
Η φωνή χάθηκε μέσα στη νύχτα μα εγώ δεν μπόρεσα να κλείσω μάτι μετά απ’αυτό. Δεν ένιωθα φόβο ούτε περιέργεια. Το μόνο που ένιωθα ήταν μια παράξενη ηρεμία...αυτή που έψαχνα τόσον καιρό χωρίς αποτέλεσμα. Και μέσα στη νύχτα δυνατά χέρια με σήκωσαν και με πήραν μακριά, βαθιά μέσα στο δάσος, όπου οι ακτίνες του ήλιου δεν περνούσαν από το πυκνό φύλλωμα των δέντρων. Κι εκεί ήταν που εκπαιδεύτηκα για να χάσω το όνομά μου και την ανθρώπινη φύση μου. Εκεί ήταν που έγινα η Μύριελ, κόρη του Ίσραφελ και απέκτησα και πάλι κάτι που θεωρούσα παντοτινά χαμένο. Οικογένεια.