30.11.10

Πριν το Τέλος - Σύλβια (Ι)

| |


Previously on Tales from the Crypt - Πριν το τέλος - Στέφανος (Ι)


Ήταν το μακρύτερο ένα λεπτό της ζωής μου. Στις ταινίες σου δείχνουν πόσο βασανιστικά αργά κινείται ο δευτερολεπτοδείκτης, πώς τρέμουν τα πόδια νευρικά, πώς κρατάς τα γόνατα ενωμένα μεταξύ τους σαν να 'χεις κάτι στην αγκαλιά σου και φοβάσαι μη σου πέσει. Αυτό που δεν σου δείχνουν, όμως, είναι το πόσο γρήγορα και δυνατά χτυπάει η καρδιά σου ή το πώς συστρέφονται τα σωθικά σου μέσα σου. Ούτε σου δείχνουν πώς το μυαλό σου αδειάζει εντελώς και πώς ενώ προσπαθείς να σκεφτείς σου είναι απολύτως αδύνατο. Κι είσαι εκεί, με τα γαμημένα τρεμάμενα πόδια σου και με το γαμημένο σου άδειο κεφάλι και με το γαμημένο μολύβι στο στομάχι σου και με τα γαμημένα τα μάτια σου να μην μπορούν να ξεκολλήσουν απ' το λευκό πλαστικό και τα λευκά του παραθυράκια, περιμένοντας τις καταραμένες τις ροζ γραμμές να εμφανιστούν, ξέροντας ότι όλη σου η ζωή εξαρτάται από το αν θα είναι μία ή δύο. Μαζί με τους κορσέδες, το γάμο, τη ζώνη αγνότητας και τις γόβες στιλέτο, τα τεστ εγκυμοσύνης ανήκαν σίγουρα στα πράγματα που οι άντρες εφηύραν για να βασανίζουν τις γυναίκες.

Το χειρότερο όμως δεν είναι καν η αναμονή. Το χειρότερο είναι όταν βλέπεις ότι, τελικά, είναι δύο οι πουτάνες οι γραμμές και το μπάσταρδο ρίζωσε στη μήτρα σου κι εύχεσαι να μην είχε τελειώσει ποτέ η αναμονή κι ας ήταν τόσο δύσκολη και επώδυνη, γιατί τα σκατά τώρα μόλις αρχίζουν και είσαι μέσα ως το λαιμό και δεν μπορείς να κολυμπήσεις. 

Άκουσα το "κρακ" και είδα τα αίματα στο χέρι μου πολύ πριν αισθανθώ τον πόνο. Δύο κομμάτια λευκού πλαστικού -το ένα με τις ροζ γραμμές του, το άλλο με τις κόκκινες σταγόνες του - έπεσαν στο πάτωμα κι ευχήθηκα να μπορούσα να κλάψω και να ουρλιάξω εναλλάξ, μέχρι να στερέψω από δάκρυα και να σκιστούν οι φωνητικές μου χορδές. Και μετά να πέσω για ύπνο και να ξυπνήσω κι όλα αυτά να έχουν περάσει σαν ένα κακό όνειρο. Αλλά ήξερα καλύτερα. 

Θα περίμενε κανείς πως θα θυμόμουν ακριβώς τη μέρα και την ώρα που άρχισαν όλα, όμως όχι. Είναι παράξενο πώς η μνήμη τείνει να μας προδίδει όταν την έχουμε περισσότερο ανάγκη. Όχι πως θα μπορούσε πλέον να με βοηθήσει και σε τίποτα. Ήταν μετά τα αγγλικά κι είχα κάτσει παραπάνω για να βάψω τα σκηνικά που χρειαζόμασταν για την παράσταση. Ήταν η μόνη δουλειά που με εμπιστεύονταν να κάνω. Δεν είχα ιδιαίτερο πρόβλημα, έτσι κι αλλιώς ποτέ δεν ήθελα να είμαι το επίκεντρο της προσοχής. Καταλαβαίνω, βέβαια, πως κάποιος που θα με έβλεπε στο δρόμο θα πίστευε το ακριβώς αντίθετο. Αλλά αυτό είναι πάντα το πρόβλημα, σωστά; Ποτέ δεν μπορούμε να ξέρουμε γιατί οι άνθρωποι γύρω μας είναι όπως είναι, γιατί συμπεριφέρονται όπως συμπεριφέρονται και γιατί προτιμούν να κρύβονται πίσω από βαμμένα μαλλιά και τόνους μαύρου ρίμελ από το να αντιμετωπίζουν τον κόσμο.

Στην πραγματικότητα, δεν είναι ιδιαίτερα περίπλοκο. Στην πραγματικότητα, είμαστε όλοι μικρά, πληγωμένα παιδιά που φοβούνται τη μοναξιά και την ιστορία που τείνει να επαναλαμβάνεται. Η λέξη που με κυνηγούσε σ' όλα τα παιδικά μου χρόνια ήταν "διάνοια". Η λέξη που με κυνηγάει στην εφηβεία μου είναι "κατεστραμμένη". Προσωπικά, πριν εκείνο το απόγευμα όπου καθόμουν μόνη μου στο θέατρο του σχολείου μπογιατίζοντας ψεύτικα πανό, δεν ένιωθα ιδιαίτερα κατεστραμμένη. Σε κανένα σύμπαν τα μαύρα ρούχα, οι αλυσίδες, τα μαύρα μαλλιά και το λουκ α-λα ρακούν δεν θεωρούνταν κατεστραμμένα. Σε κανένα σύμπαν εκτός από των γονιών μου, δηλαδή. Αυτοί, μόλις ένιωσαν το τρόπαιο να τους φεύγει μέσα από τα χέρια, έκαναν τα αδύνατα δυνατά για να το κρατήσουν. Αλλά δεν τους έκατσε. Είχα τελειώσει με τους διαγωνισμούς και με τα τεστ και με τους μαλάκες τους φίλους τους που κάθε φορά που έρχονταν σπίτι προσπαθούσαν να με κάνουν να πω κάτι βαθύ και απύθμενα έξυπνο και με όλους τους ψυχολόγους που προσπαθούσαν να με πείσουν ότι ήταν λάθος το να μη θέλω να με αντιμετωπίζουν οι γονείς μου σαν να ήμουν κάποιο εξωτικό πουλί που το είχαν μόνο και μόνο για να το δείχνουν στον κόσμο και να αισθάνονται περήφανοι για το απόκτημά τους. Είχα τελειώσει. Προτιμούσα τη ρετσινιά του πρεζονιού, της κακής μαθήτριας, της επικίνδυνης. Κι ας μην ήμουν τίποτε απ' όλα αυτά. Από το να φοράω μια μάσκα, όμως, που μου επέβαλλαν οι άλλοι, προτιμούσα να φοράω μια μάσκα που διάλεξα μόνη μου. 

Μπορεί να μην ήταν το ιδανικό, ήταν όμως καλύτερα από πριν και, για πρώτη φορά στη ζωή μου, αισθανόμουν επιτέλους ελεύθερη. Μέχρι που ήρθε εκείνο το απόγευμα κι ο κόσμος μου έσκασε σαν σαπουνόφουσκα, αφήνοντας πίσω του έναν ήχο σαν ξερό, ειρωνικό γέλιο. Έβαφα τα ψεύτικα πανό -τώρα που το σκέφτομαι, πρέπει να ήταν κάπου κοντά στις 17 Νοέμβρη, γιατί σε ποια άλλη σχολική γιορτή θα μπορούσαμε να θέλουμε πανό;- και σκεφτόμουν πως σε λίγους μήνες θα τελείωνα με το κωλοσχολείο και θα έφευγα μακριά απ' αυτήν την τοξική πόλη και τους τοξικούς μου γονείς με τους φίλους και τους ψυχολόγους και τεστ.  

Η πόρτα άνοιξε πίσω μου και Τον είδα. Του χαμογέλασα ψιλοαδιάφορα, όπως χαμογελάνε οι μαθητές στους καθηγητές κι αυτοί το νομίζουν για σεβασμό. Το δικό Του χαμόγελο ήταν φιλικό και κάτι άλλο, που δεν μπορούσα να προσδιορίσω, όμως μου προκάλεσε ανατριχίλα. Με κύκλωσε μ' εκείνο το αφύσικο χαμόγελο, στόμα γεμάτο δόντια, παιδί της Crest, με κύκλωσε σαν καρχαρίας γιατί ήταν το πρώτο που μου ήρθε στο μυαλό και το μόνο με το οποίο ταίριαζε να Τον παρομοιάσω. 


Μου είπε κάτι ανούσιο και, με την καρδιά μου να παίζει ταμπούρλο μέσα στο στήθος μου από το φόβο, Του απάντησα κάτι εξίσου ανούσιο. Και μετά, δεν ξέρω πώς ούτε γιατί, αλλά ήταν πάνω μου, γύρω μου, μέσα μου. Δάχτυλα στο στόμα και τη μύτη μου και πάλευα να πάρω ανάσα, πάλευα αλλά δεν μπορούσα, τα μάτια μου ήταν έτοιμα να πεταχτούν από τις κόγχες τους, το σώμα μου κινούνταν αφύσικα, σπασμωδικά, σαν από μόνο του. Το ένστικτο της επιβίωσης, αυτή η επιτακτική φωνή που σε σπρώχνει επίμονα να κλωτσήσεις, να σπρώξεις, να τρέξεις μακριά, να ξεφύγεις. Αυτή η φωνή που σου λέει πως αν κάτσεις εκεί δεν θα υπάρχει σωτηρία γιατί το βάρος Του σε πλακώνει κι εσύ είσαι αδύνατη και μικροσκοπική και γιατί, γαμώ το κέρατό σου, γιατί γεννήθηκες κορίτσι; 

Αφού τέλειωσε μαζί μου, με άφησε εκεί, κλείνοντας πίσω Του την πόρτα με την έκφραση της γάτας που έχει καταπιεί το καναρίνι. Δεν χρειαζόταν να με απειλήσει να μη μιλήσω. Ήξερε πως δεν θα μιλούσα και ήξερε και το γιατί. Ήμουν η "κατεστραμμένη", το "πρεζάκι",  η "κακή μαθήτρια", η "επικίνδυνη". Ήταν ο φιλήσυχος οικογενειάρχης που ήθελε απλά να με βάλει στο "σωστό το δρόμο". Ούτε καν οι γονείς μου δεν θα με πίστευαν. Μου ξέφυγε ένα πνιχτό, υστερικό γέλιο όπως ήμουν ξαπλωμένη εκεί, με τα πόδια μου να τρέμουν, τα σωθικά μου να καίνε από τον πόνο, τα ρούχα μου μια άμορφη μάζα δίπλα μου και το σώμα μου γεμάτο κόκκινη μπογιά. Πόσο ποιητικό, ε; 


Ήθελα να βάλω φωτιά σε κάτι, να ξεράσω και να κουλουριαστώ σε μια σκοτεινή γωνία όπου κανείς δεν θα με έβλεπε. Όλα αυτά ταυτόχρονα. Κι ήθελα να πεθάνω. Και να σκοτώσω. Και να χτυπηθώ στους τοίχους μέχρι να χάσω τις αισθήσεις μου. Σηκώθηκα όπως ήμουν, μαζεύτηκα όπως μπορούσα και γύρισα σπίτι. Ευτυχώς δεν ήταν κανείς. Μπήκα στο μπάνιο και χώθηκα κάτω από το ντους μέχρι που το νερό πάγωσε και κάθε νεύρο στο κορμί μου είχε νεκρωθεί και δεν ένιωθα πλέον τίποτα. Και, την επόμενη μέρα, έβαλα τη μάσκα μου από μαύρο ρίμελ και χαϊμαλιά και μαύρα ρούχα και πήγα στο σχολείο σαν να μην έτρεχε τίποτα. Κι όταν με κάλεσαν στο γραφείο Του για να μιλήσουμε και καλά για τις απουσίες, παραλίγο να λιποθυμήσω γιατί ήξερα τι με περίμενε. Και δεν είχα άδικο.

Συνεχίστηκε για μήνες, μέχρι που μου ήρθε η πρώτη υποψία. Κι έτσι βρέθηκα κλειδωμένη στην τουαλέτα με δυο κομμάτια σπασμένο πλαστικό και το σφαγιασμένο χέρι μου να στάζει αίμα στα λευκά πλακάκια. Κάτι μου θύμιζε αυτή η εικόνα...κόκκινη μπογιά σε λευκό πανί. Αλλά τι; Έβαλα τα απομεινάρια του τεστ στο κουτί, το ίδιο και το περιτύλιγμα, το έκλεισα και το πέταξα από το παράθυρο του μπάνιου στον αεραγωγό. Τράβηξα το καζανάκι, άνοιξα, μηχανικά, το ντουλάπι κάτω από το νιπτήρα, έβγαλα το νεσεσέρ μου, έβαλα το ρίμελ μου με ιερατική ευλάβεια και βγήκα. 


"Πού πας"; φώναξε η μάνα μου.


"Έξω".


Δεν ήξερα πού ήταν αυτό το έξω. Όταν έπιασα τον εαυτό μου να μπαίνει στην καθολική εκκλησία που βρισκόταν ένα τετράγωνο πιο κάτω, απόρησα για μια στιγμή. Όχι απλά δεν ήμουν καθολική, δεν πίστευα καν στο Θεό. Αλλά ήθελα να μιλήσω σε κάποιον που θα με άκουγε, σε κάποιον ενήλικα που θα προσπαθούσε να με βοηθήσει και να πάρει λίγο από το βάρος. Κι είχα βαρεθεί τους κωλοψυχολόγους. Έτσι, μπήκα στο εξομολογητήριο και τράβηξα την κουρτίνα. Άκουσα κάποιον να μπαίνει στο δίπλα κουβούκλιο και είδα το παραθυράκι να ανοίγει. Ξεχώρισα μια σκιά πίσω από τη σήτα.

"Πάτερ" ξεκίνησα διστακτικά. "Είναι η πρώτη φορά που το κάνω αυτό και δεν ξέρω τι ακριβώς υποτίθεται ότι πρέπει να κάνω...να σας πω την αλήθεια, δεν πολυπιστεύω στο Θεό".

6 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:

oooh the guns of brixton είπε...

ΠΟΣΟ ΓΑΜΑΤΑ ΜΠΟΡΕΙΣ ΝΑ ΓΡΑΦΕΙΣ? Ε? ΠΟΣΟ ΠΛΕΟΝ??? *ρητορική ερώτησις*

μου άρεσε πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ, περισσότερο απ' το προηγούμενο. απλό, λιτό, to the point, σκληρό εκεί που πρέπει (δηλαδή παντού), δικαιολογείται το βάθος της σκεψης και της αφήγησης (δεν περίμενα κάτι λιγότερο βέβαια), και τώρα περιμένω ποιανού τις αμαρτίες θα πληρώσει η έγκαστρος πιτσιρίκα και σε ποιανής τη σφαίρα θα βρεθεί στο δρόμο.

ho hum. I so liked.

oooh the guns of brixton είπε...

διόρθωση: σε ποιανής σφαίρας θα βρεθεί στο δρόμο.

[dammit, I've parted ways with diction these days]

oooh the guns of brixton είπε...

Χουμ. Ναι. Τώρα που το ξανακοιτάζω, πάλι λάθος μου φαίνεται, καταλαβαίνεις όμως τι θέλω να πω (γιου σπηκ μάη λάνγκουατζ μπέημπι, ελεμένταρυ*), οπότε άσε τη σφαίρα να πάρει το δρόμο της και τις αμαρτίες να εξαπολυθούν σα βέλη τοξοβόλου με στραβισμό, μια άναστρη νύχτα, στα περίχωρα του Τυρνάβου.

*["ελεμένταρυ, πάτερ Τιμόθεε", είπε ο Νυαρλαθοτέπ σαν υλοποιήθηκε μπρος στα μάτια του έντρομου ιερέα, που νόμισε οτι το χαρτί που βρήκε σφηνωμένο στον πάτο του παγκαριού, και το οποίο -ια ια φτανγκ κθουλου- διάβασε δυνατά, ήτο η λίστα για τα ψώνια της νεωκόρρισας. Βέβαια, to his defense, και η νεωκόρρισα κάπως έτσι έγραφε, διότι δεν είχε βγάλει ούτε το δημοτικό, και κάπως έτσι μιλούσε, γιατί είχε βγάλει τη μασέλα της πέρυσι το Πάσχα να την καθαρίσει και έκτοτε χάθηκαν τα ίχνη της. Της μασέλας, όχι της νεωκόρισσας -αν και, εδώ που τα λέμε, κι αυτή δεν την ξαναείδε κανείς μετά την επίσκεψη του Μεγάλου αυτού Παλαιού. Και μη μου αρχίσετε προβληματισμούς για το αν και κατά πόσο μπορεί να χαρακτηρίζεται παλαιός κάποιος που κόβει βόλτες στο χωροχρόνο μας κάθε τρεις και λίγο. You're arguing a moot point, γιατί δυο πράγματα είναι σίγουρα: η ομορφιά του καινού και η διαφοροποίηση του αρχεγόνου (Kalliris and Livieratos, 1993)]

elgalla είπε...

Σχόλιο 1: Όπως σου είπα και από κοντά, αυτό ήταν ένα δύσκολο κεφάλαιο γιατί αν και ήξερα ακριβώς τι ήθελα να γράψω και πώς ήθελα να το γράψω, έπρεπε να μου έρθει η έμπνευση προκειμένου να το γράψω σωστά και να δέσει η μαρμελάδα.

Σχόλιο 2: Είμαι γενικότερα της άποψης πως όσο μεγαλύτερη δύναμη έχει μια ιστορία, τόσο λιγότερες κορδέλες χρειάζεται. Η διαφορά ανάμεσα στο κεφάλαιο της Σύλβιας και σε αυτό του Στέφανου δεν οφείλεται μόνο στο ότι είναι διαφορετικοί χαρακτήρες, αλλά και στο ότι έχουν διαφορετικές ιστορίες να πουν, you get me?

Σχόλιο 3: Είσαι παλαβιάρα, αλλά μου έχεις προκαλέσει μια αγωνία σχετικά με την τύχη της νεωκόρισσας και της μασέλας...

Myrto είπε...

Εξαιρετικό! Περιμένω εναγωνίως τη συνέχεια!
Μυρτώ

offshade είπε...

Υπέροχο. Σκληρά υπέροχο γαμώτο. Το αγάπησα.

About Me

Η Φωτό Μου
Writing is flying in dreams. When you remember. When you can. When it works. It's that easy.

Άλλες Κρύπτες

In Da Cryptarchivo