Previously on Tales From the Crypt - Πριν το Τέλος - Σύλβια (Ι)
Είχα καιρό να πάω να τη δω. Τελευταία είχαν κάνει την εμφάνισή τους κάθε είδους υποχρεώσεις, σημαντικές κι ασήμαντες, και δεν είχα βρει καθόλου χρόνο. Ίσως και να μην ήθελα να βρω. Ίσως και να το καθυστερούσα επίτηδες. Η Νίκη ήθελε καινούριους καναπέδες, τα παιδιά ήθελαν ιδιαίτερα στα αρχαία, η μητέρα μου ήθελε να περάσω να πάρω τη σύνταξή της γιατί την πονούσαν πάλι τα πόδια της. Πάντοτε κάτι καινούριο προέκυπτε, πάντοτε κάτι καινούριο μου πρόσφερε κάποια δικαιολογία προκειμένου να αποφύγω να πάω στο ένα και μοναδικό μέρος όπου ήθελα να πάω.
Κάθισα δίπλα της και της έδωσα τα λουλούδια που της είχα πάει. Άγγιξα με τις άκρες των δαχτύλων μου τα σκούρα μαλλιά, τα μονίμως γελαστά μάτια της. Δεν ήταν το νεαρό της ηλικίας της που με είχε κάνει να την προσέξω. Ήταν εκείνος ο αβίαστος τρόπος με τον οποίο προσέγγιζε τους πάντες. Σαν να σκεφτόταν πάντα το καλύτερο για όλους, σαν να πίστευε με όλη της την καρδιά σε μια καλοσύνη που θεωρούσε έμφυτη στο ανθρώπινο γένος. Πώς θα μπορούσα να μην τη λατρέψω τη στιγμή που έκανε ακόμη κι εμένα να μην αισθάνομαι τόσο άσχημα μέσα στο ίδιο μου το δέρμα;
"Πήγα να τον δω", της είπα ήρεμα. "Δεν ξέρω γιατί. Ήθελα να ξέρει την αλήθεια. Όχι πως μπορεί να κάνει και πολλά τώρα πια. Σου κατέστρεψε τη ζωή, σου κατέστρεψε το όνομα κι όλα αυτά γιατί; Επειδή εγώ ήμουν πολύ ηλίθιος κι έμπλεξα τα προσωπικά με τη δουλειά. Ξέρω...ξέρω τι θα μου πεις. Δεν έφταιγα εγώ. Εγώ απλά ήθελα να κάνω κάτι όμορφο για σένα. Όμως δεν είναι αλήθεια. Έφταιγα. Έπρεπε να είχα φανεί πιο προσεκτικός. Έπρεπε...δεν ξέρω. Έπρεπε να κάνω κάτι, οτιδήποτε. Να μην τον αφήσω να σε διασύρει έτσι. Όχι τη στιγμή που γνώριζα πόσο σημαντικά ήταν αυτά τα παιδιά για σένα".
Πήρα μια βαθιά ανάσα κι έσκυψα το κεφάλι, συντετριμμένος από το βάρος της ενοχής. Με είχε αγαπήσει τόσο πολύ κι εγώ της το είχα ξεπληρώσει έτσι; Της έριξα μια κλεφτή ματιά, μα η έκφρασή της έμοιαζε να έχει παγώσει στο χρόνο και δεν μου αποκάλυπτε τίποτα. Πες κάτι, σκέφτηκα από μέσα μου. Οτιδήποτε. Απλά, μίλησέ μου. Εκείνη, όμως, παρέμεινε σιωπηλή και απόμακρη. Αν άπλωνα εκείνη τη στιγμή τα δάχτυλά μου, θα μπορούσα να την αγγίξω. Κι όμως, την ένοιωθα τόσο μακριά μου, σύμπαντα ολόκληρα μακριά.
"Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί απ' όλους τους ανθρώπους σ' αυτόν τον κόσμο διάλεξες εμένα για να αγαπήσεις. Εντάξει, στην αρχή δεν ήξερες ποιος ήμουν. Αργότερα, όμως; Πώς ήταν δυνατό να μ' αγαπάς γνωρίζοντας την αλήθεια; Γνωρίζοντας πως εγώ σκότωνα τα παιδιά σου, πως εγώ τους μάθαινα πώς να βγάζουν λεφτά μόνο και μόνο για να πεθάνουν κάποια στιγμή στο βωμό του δικού μου κέρδους; Τώρα καταλαβαίνω. Ή, τουλάχιστον, έτσι νομίζω. Ήθελες να με σώσεις. Πίστευες πως αν κάποιος το μπορούσε, αυτός ήσουν εσύ. Πόσο πιο απλά θα ήταν όλα αν με είχες ρωτήσει. Δεν υπάρχει σωτηρία για μένα, καρδιά μου. Δεν υπάρχει εξιλέωση. Έχω κάνει πράγματα που το αθώο σου μυαλουδάκι ούτε καν μπορεί να φανταστεί. Με είδες όπως κυκλοφορούσα έξω, με τα παιδιά και τη γυναίκα μου. Ένας κουρασμένος μεσήλικας που είχε απογοητευτεί από τη ζωή. Και μετά με είδες όπως κυκλοφορούσα όταν ο κόσμος δεν με κοίταζε. Με είδες με όλη την καλοσύνη σου και όλη τη δύναμη της αγνής ψυχής σου και νόμισες πως ήμουν κάποιος καταραμένος ιππότης από ένα παραμύθι που θα γυρνούσε πίσω στο δρόμο του Καλού με το φιλί της πριγκίπισσας. Πίστεψες πως μπορούσες να νικήσεις την κατάρα μου, αλλά ποτέ δεν ρώτησες τι είδους κατάρα ήταν αυτή. Κι έτσι, όπως κατέστρεφα μια ζωή όλα όσα άγγιζα, κατέστρεψα κι εσένα. Κι όσο κι αν με σκοτώνει, είμαι υποχρεωμένος να το κρύβω γιατί η νύχτα δεν έχει χώρο για αισθηματίες και η νύχτα δεν συγχωρεί".
Ένας ηλικιωμένος κύριος πέρασε από δίπλα μας και μας κοίταξε, κουνώντας το κεφάλι με κατανόηση. Είχα συνηθίσει πια σ' αυτά τα βλέμματα. Πάντοτε μας κοίταζαν. Στην αρχή γιατί ήμουν τόσο εμφανώς μεγαλύτερός της που απορούσαν γιατί είχε γυρίσει να με κοιτάξει. Κι εγώ απορούσα μαζί τους. Τώρα μας κοίταζαν γιατί ήμουν τόσο εμφανώς συγκροτημένος που απορούσαν πώς ήταν δυνατό να μιλάω μόνος μου στη μέση ενός νεκροταφείου. Μόνο που δεν μίλαγα μόνος μου. Μίλαγα σ' εκείνη. Και, παρόλο που δεν μου απαντούσε, καμιά φορά μπορούσα να νιώσω την παρουσία της γύρω μου.
Την κοίταξα μια τελευταία φορά, ακίνητη όπως ήταν πίσω από το τζάμι της φωτογραφίας. Σκούρα μαλλιά, γελαστά μάτια. Πώς ήταν δυνατό να πιστέψει ο οποιοσδήποτε πως αυτό το πλάσμα ήταν ανακατεμένο σε κάτι τόσο απαίσιο όπως αυτό που την κατηγορούσαν; Ήξερα την απάντηση καλά κι ήταν μια γνώση για την οποία δεν ήμουν ευγνώμων. Αν δεν είχα στείλει τον Στέφανο...γιατί, γιατί τον είχα στείλει; Θυμήθηκα κάτι που είχα ακούσει έναν μισότρελο παππού να λέει ένα μεσημέρι στην Ερμού. Πόρνη τύχη.
Απομακρύνθηκα από κοντά της χωρίς να γυρίσω να την κοιτάξω. Ήξερα πως, αν το έκανα, θα έμενα εκεί για πάντα. Ο ήχος του κινητού μου που κουδούνιζε ακούστηκε εκκωφαντικός μέσα στην απόλυτη σιγή που επικρατούσε στο νεκροταφείο.
"Συνάντησέ με στην καθολική εκκλησία κοντά στο σπίτι σου σε 10'. Στέφανος".
Το μήνυμα είχε έρθει από άγνωστο αριθμό, όμως αυτό δεν μου έκανε εντύπωση. Ο Στέφανος άλλαζε συχνά αριθμούς κι ήταν προσεκτικός σε σημείο παράνοιας. Φυσικά, δεν είχε φανεί τόσο προσεκτικός όταν τον είχα στείλει στο σχολείο της Ελίζας εκείνη τη μέρα. Όμως, όχι. Δεν έπρεπε να τρέφω αυταπάτες. Ο Στέφανος είχε κάνει απλά αυτό που του είχα πει. Όλο το φταίξιμο ήταν δικό μου.
Μπήκα στο αμάξι και κατευθύνθηκα προς το σημείο συνάντησης διερωτώμενος τι μπορεί να με ήθελε ο Στέφανος και για ποιο λόγο μου είχε δώσει ραντεβού στην εκκλησία.


2 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:
Σκοτεινή μου φίλη, αγαπώ τη φαντασία σου και τον τρόπο που βαδίζει επάνω στις γραμμές της οθόνης μου. Διακριτικά, περπατώ κι εγώ στο πλάι της.
Ω, σας μερσώ τα μάλα, αγαπητέ :-)
Δημοσίευση σχολίου