Ένα μικρό διάλειμμα από το "Πριν το Τέλος". Ξέθαψα κάτι αρχαία χαρτιά με παλιές ιστορίες και κομμάτια από ιστορίες που δεν συνέχισα ποτέ. Δεν ξέρω αν θα τα βρείτε εξίσου ενδιαφέροντα με μένα, but here it goes anyway.
"Και μια μέρα ξυπνάς σ' ένα κρεβάτι που δεν αναγνωρίζεις και δεν έχεις την παραμικρή ιδέα πώς στον πούτσο βρέθηκες εκεί και για ποιο λόγο κρατάς αγκαλιά ένα μαξιλάρι που μυρίζει όπως η ίδια η Κόλαση".
Ωραία αρχή αυτή, την κρατάω για μελλοντική χρήση, πολύ εμπνευστική μου φαίνεται.
"Κάποιος έρχεται τα βράδια και κλέβει τις σκέψεις. Είναι ένας μικρός, άσχημος νάνος που κλέβει όνειρα κι αφήνει θλίψη. Δεν τον βλέπουμε, μα κάθε φορά που ξυπνάμε με βαριά καρδιά και κακή διάθεση ξέρουμε ότι ήταν εδώ".
Ενδιαφέρον και αυτό, θα μπορούσε να κάνει ένα ωραίο fantasy διηγηματάκι ή ίσως ακόμη κι ένα παραμύθι. Χουμ, χουμ.
"Τι να σας πρωτοπώ για τη Χώρα του Πουθενά; Σίγουρα, λίγοι από σας την έχουν ακουστά. Όλοι, όμως, ξέρετε πως υπάρχει. Είναι ένας τόπος ξεχασμένων ονείρων και παραμυθιών που δεν γράφτηκαν ποτέ. Είναι ένας τόπος κρυμμένος πίσω απ' τους καθρέφτες. Εσύ ξέρεις...εσύ βρέθηκες κάποτε εκεί...Τότε που αυτή η γη ήταν ακόμη γεμάτη θαύματα, εσύ τρύπωσες κρυφά, μέσα από μια κουνελότρυπα. Μα, όσο έμεινες στη Χώρα των Θαυμάτων, η πίστη σου στα παραμύθια γκρεμίστηκε. Κι ύστερα μεγάλωσες και σοβάρεψες και άλλαξες. Και πίστεψες πως ο μαγικός κόσμος των ονείρων σου δεν θα άλλαζε ποτέ, αλλά, αντίθετα, θα έμενε πάντα εκεί, όσες φορές κι αν ήθελες να επιστρέψεις. Μα δεν είναι έτσι, γιατί αυτή η χώρα υπάρχει πίσω απ' τους καθρέφτες. Και στους καθρέφτες μόνο το είδωλό μας βλέπουμε, αυτό μόνο. Βάζω, λοιπόν, τις μπότες μου και έρχομαι να σε πάρω για ένα τελευταίο ταξίδι. Στη Χώρα του Πουθενά που όμως βρίσκεται παντού".
Αυτό το είχα γράψει σε κάποια φάση που μου ήρθε η φαεινή ιδέα να κάνω το ποίημα πεζό. Βέβαια, μετά αποφάσισα ότι ως ποίημα λειτουργούσε καλύτερα και εγκατέλειψα την άνωθεν φαεινή ιδέα.
"Μου λένε ότι είμαι απρόβλεπτος. Δίκιο έχουν. Απόδειξη το ότι κάθομαι εδώ και γράφω αυτές τις γραμμές τη στιγμή που θα μπορούσα να βρω χιλιάδες καλύτερα πράγματα να κάνω. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι ποτέ δεν έκανα αυτά που μου ζητούσαν ή αυτά που περίμεναν από μένα. Ποτέ δεν υπήρξα καλός ή υπάκουος. Και πάντα ήμουν λίγο τρελός και λίγο κάθαρμα. Ποτέ δεν κατάλαβα για ποιον λόγο οι άνθρωποι κάνουν φίλους, ερωτεύονται, πηδιούνται, πεθαίνουν. Και ποτέ δεν τους συμπάθησα ιδιαίτερα".
Ειλικρινά, δεν έχω την παραμικρή ιδέα πότε ή γιατί το έγραψα αυτό, ούτε τι είχα στο κεφάλι μου όταν το έγραφα. Θα μπορούσε να εξελιχθεί σε κάτι, υποθέτω, αλλά είναι αρκετά πρωτόλειο και ακόμη και για αρχή ιστορίας χρειάζεται δουλειά, δεν μου πολυαρέσει έτσι όπως είναι.
"Το δάσος ήταν αφύσικα σκοτεινό. Ήταν σκαρφαλωμένη σ' ένα δέντρο και παρατηρούσε προσεκτικά την είσοδο των ερειπίων. Το μισογκρεμισμένο κάστρο έμοιαζε ακόμη πιο τρομαχτικό στο σκοτάδι. Είχε κουραστεί να περιμένει και άρχιζε να εκνευρίζεται καθώς η ώρα περνούσε και κανείς δεν εμφανιζόταν. Είχαν ακουστεί φήμες στην πόλη για παιδιά που εξαφανίζονταν. Ο κόσμος φοβόταν. Και το χειρότερο ήταν ότι ο φόβος τους είχε στραφεί στον οίκο της. Κι όταν ο κόσμος δεν εμπιστευόταν τους κυβερνήτες του, τότε άρχιζαν τα προβλήματα. Αν και την είχαν εξορίσει από την οικογένεια, εκείνη εξακολουθούσε να τους βοηθάει με όποιον τρόπο μπορούσε. Ο πατέρας της δεν εκτιμούσε ιδιαίτερα τον προσανατολισμό που της είχε δώσει ο εκπαιδευτής της, ούτε το γεγονός ότι είχε διαλέξει εκείνον αντί για την οικογένεια. Από τότε ζούσε από δω κι από κει. Είχε γυρίσει όλα τα Εφτά Βασίλεια, προσπαθώντας να κρατήσει κρυφή την ταυτότητά της. Τα είχε καταφέρει. Η κόρη του άρχοντα Σεράφιον θεωρούνταν νεκρή από τους πάντες. Αυτό, βέβαια, μέχρι τη στιγμή που έφτασαν στ' αφτιά της οι πρώτες φήμες για φασαρίες στην πόλη του πατέρα της. Την τελευταία φορά που είχαν ακουστεί αντίστοιχα σχόλια για την οικογένειά τους, είχαν αναγκαστεί να χρησιμοποιήσουν μάγους για να το καλύψουν. Και τώρα το κακό είχε ξεσπάσει πάλι. Αυτό συνέβαινε κάθε φορά που κάποιος βρικόλακας ερχόταν στην πόλη. Τότε θυμούνταν όλοι ότι οι άρχοντές τους δεν κυκλοφορούσαν τη μέρα και σπάνια τους έβλεπαν να τρώνε ανθρώπινο φαγητό. Και δεν γερνούσαν. Στην αρχή τους παρομοίαζαν με ξωτικά, σιγά-σιγά όμως το όνομα του οίκου τους συνδέθηκε με κάτι πολύ πιο σκοτεινό και επικίνδυνο. Φυσικά, ο κόσμος ήταν αδαής και έβγαζε εύκολα συμπεράσματα. Οι Σεράφιον ήταν άνθρωποι. Θνητοί. Ίσως ασυνήθιστοι και σίγουρα είχαν τα μυστικά τους, όμως το ίδιο ίσχυε για όλους τους υψηλούς οίκους της αυτοκρατορίας.
Εκείνη τη στιγμή εμφανίστηκε αυτός που περίμενε. Ήταν ντυμένος στα μαύρα, ήταν υπερβολικά ψηλός και το κεφάλι του ήταν ξυρισμένο. Τα μάτια του έμοιαζαν με λιωμένο χρυσό μέσα στη νύχτα. Μόλις είχε τραφεί. Μπορούσε να μυρίσει το ανθρώπινο αίμα στις φλέβες του, ακόμη κι από αυτήν την απόσταση. Έμοιαζε πολύ ευχαριστημένος με τον εαυτό του. Αισθάνθηκε να αηδιάζει καθώς ο βρικόλακας πλησίαζε το δέντρο όπου ήταν κρυμμένη. Ποτέ δεν κατάλαβε τι τον βρήκε. Η Ρεϊμόντα Σεράφιον πήδηξε πάνω του και βύθισε στο λαιμό του ένα ζευγάρι κυνόδοντες μακρύτερους από το κανονικό...μακρύτερους κι από τους δικούς του ακόμα. Μαζί με το αίμα, ένιωσε να κυλάνε μέσα της και οι σκέψεις του. Του έπινε την ψυχή. Στην κυριολεξία. Και, για πρώτη φορά στη ζωή της, έμαθε το όνομα που έδιναν αυτά τα πλάσματα στον οίκο τους. Και δεν της άρεσε καθόλου".
Αυτό μοιάζει πολλά υποσχόμενο και θα μπορούσε να εξελιχθεί σε μια ιστορία μεγάλου μήκους μελλοντικά. Η ηρωίδα του μου φαίνεται αρκετά ενδιαφέρουσα και θα μπορούσε, ενδεχομένως, να στηρίξει ολόκληρο βιβλίο πάνω της. Το κρατάμε και βλέπουμε.
Βρήκα και κάτι άλλα, όμως αυτά ήταν μεγαλύτερα, κάποια ήταν ολόκληρα παραμύθια και μάλλον θα πρέπει να τα ανεβάσω ξεχωριστά κάποια στιγμή. Για την ώρα βολευτείτε μ' αυτά και η συνέχεια του "Πριν το Τέλος" έρχεται σύντομα.


3 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:
"Κάποιος έρχεται τα βράδια και κλέβει τις σκέψεις."
Τα μεγάλα πνεύματα συναντώνται, διότι όπως είχα πει ένα Νοέμβρη τρία ολάκερα χρόνια πίσω, "[...] τις νύχτες που οι ανυπεράσπιστοι Αρτινοί κοιμούνται, ο Κθούλου τρυπώνει στα όνειρά τους και μασουλάει τα φωνήεντα απ’ το λεξιλόγιό τους."
θα επιστρέψω πάραυτα για πρόπερ και ανπρόπερ επιπλέον σχόλια.
Δέκα ημέρες μετά και το συμπέρασμα είναι πασιφανές...οι ταχυδρόμοι χτυπάνε 2 φορές, οι δολοφόνοι επιστρέφουν στον τόπο του εγκλήματος, hell, μέχρι και οι Τζεντάι επιστρέφουν, εσύ όμως όχι. Με πgληγώgνεις.
ναι αλλά ειμαι και gνίτζα. that must count for something.
Δημοσίευση σχολίου