Ο άντρας ήταν κουρνιασμένος στην άκρη μιας ταράτσας και παρατηρούσε. Ήταν παραμονή Πρωτοχρονιάς κι η Νέα Αθήνα βούιζε από κόσμο. Η εναέρια πόλη παλλόταν από κάτω του στο ρυθμό μιας γιγάντιας, μηχανικής καρδιάς. Σταθερά, πάντα σταθερά, μηχανικά σταθερά, σαν ποτέ να μη βίωνε καμιά συγκίνηση και κανένα πάθος. Αν κανείς άκουγε αυτές του τις σκέψεις, θα έβαζε τα γέλια και θα 'λεγε πως αυτό ήταν αναμενόμενο, δεδομένου ότι οι πόλεις δεν βίωναν γενικότερα. Ο άντρας θα έγνεφε καταφατικά, αλλά ένα μικρό, μελαγχολικό χαμόγελο θα διαγραφόταν στα χείλη του. Γιατί ο άντρας ήξερε καλύτερα και θυμόταν ακόμη μια εποχή όπου οι πόλεις έσφυζαν από ζωή.
Ήταν όταν οι άνθρωποι είχαν ξεκινήσει να χτίζουν στον ουρανό που έχασαν την ικανότητά τους να ονειρεύονται. Φυσικά, η αντίστροφη μέτρηση είχε αρχίσει από πολύ νωρίτερα. Ήταν εν μέσω του τρίτου μεγάλου πολέμου που ένας νεαρός φοιτητής του Χημικού είχε εφεύρει τα στρένιο-όπλα. Πειραματιζόμενος, είχε ανακαλύψει ένα νέο χημικό στοιχείο, το οποίο ήταν τόσο ισχυρό διαβρωτικό που μπορούσε να καταστρέψει περίπλοκους οργανισμούς μέσα σε ελάχιστα λεπτά. Το επόμενο βήμα ήταν να βρει ένα υλικό που να μη διαβρώνεται από το στρένιο. Δεν είχε δυσκολευτεί ιδιαίτερα και το πρωτότυπο στρένιο-όπλο ήταν σύντομα γεγονός. Η χρεοκοπημένη Ελλάδα δεν είχε διστάσει ιδιαίτερα. Τα είχε βγάλει σε μαζική παραγωγή και είχε σπεύσει να εφοδιάσει και τα δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Αλλά έτσι ήταν ελληνική κυβέρνηση. Δεν έκανε διακρίσεις. Μέσα σε μερικούς μήνες, η χώρα είχε ξεχρεώσει. Από κει και έπειτα, η ανάπτυξη ήταν ραγδαία. Τηρώντας -έξυπνα- ουδέτερη θέση στον πόλεμο, η Ελλάδα δεν μπορούσε παρά να ακολουθήσει ανενόχλητη το ρεύμα προόδου που για όλον τον υπόλοιπο κόσμο είχε σταματήσει εξαιτίας των συρράξεων.
Η Νέα Αθήνα ήταν η πρώτη εναέρια πόλη που χτίστηκε στον κόσμο. Μαγνητικοί δρόμοι σε όλες τις γωνίες και τις καμπύλες που μπορούσε κάποιος να φανταστεί και μαγνητικά, αεριωθούμενα αυτοκίνητα. Φίλτρα οξυγόνου και οικολογικός θόλος από βιο-πλαστικό ώστε να συγκρατεί τη θερμότητα μέσα στην πόλη και να αποβάλλει τους ρύπους στην εξω-ατμόσφαιρα. Η υπόλοιπη χώρα δεν άργησε να ακολουθήσει το παράδειγμα και οι παλιές πόλεις υπέστησαν ειδική επεξεργασία και μετατράπηκαν σε τεράστιες φυτείες και ειδυλλιακούς βιότοπους.
Και τώρα, τόσα χρόνια μετά, ήταν και πάλι παραμονή Πρωτοχρονιάς κι ένα από τα αιωρούμενα δέντρα είχε πάρει φωτιά. Τα στατικά πυροτεχνήματα αναβόσβηναν επώδυνα , ευχόμενα καλά Χριστούγεννα κι ευτυχισμένο το νέο έτος. Τα μάτια του άντρα πονούσαν από την αδιάκοπη ακτινοβολία τους. Από μακριά άκουσε τα ζέπελιν της εναέριας πυροσβεστικής να πλησιάζουν το φλεγόμενο δέντρο. Καλή τύχη, σκέφτηκε ειρωνικά ο άντρας. Και, πράγματι, το έργο των πυροσβεστών δεν ήταν διόλου εύκολο αν αναλογιζόταν κανείς ότι τα φωτοστόλιστα έλατα από βιο-πλαστικό είχαν ύψος πενηνταόροφης πολυκατοικίας.
Κανείς δεν σταματούσε να κοιτάξει, κανείς δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα. Είχαν εμπιστοσύνη στους πυροσβέστες και την επιστήμη που τους είχε γλιτώσει από τη φτώχεια. Είχαν γεμίσει τον ουρανό σπίτια και δρόμους κι είχαν κρύψει τα αστέρια. Είχαν ξεχάσει να ονειρεύονται και να πιστεύουν στη μαγεία.
Κι όμως, ακόμη και σ' αυτόν τον στείρο και αφιλόξενο πια κόσμο, υπήρχαν πλάσματα μαγικά, όπως ο άντρας, που πάλευαν να επιβιώσουν από έναν ακόμη φονικό αιώνα. Ήταν πλάσματα χαμένα στο χρόνο, παρατημένα στους σκουπιδότοπους της συλλογικής λήθης, καταδικασμένα να ζουν στις σκιές γιατί, πολύ απλά, κανείς δεν πίστευε πλέον στην ύπαρξή τους.
Ο άντρας είχε πολλά ονόματα στο παρελθόν. Το αποψινό του όνομα, όμως, θα ήταν Θάνατος. Ήταν ένα όνομα που δεν είχε φορέσει για χιλιάδες χρόνια. Όμως, το είχε πάρει απόφαση όταν κι ο τελευταίος από τους εργάτες του είχε πια πεθάνει. Ήταν πολύ μεγάλος πια για να φτιάχνει παιχνίδια και να τρυπώνει από καμινάδες. Έτσι, εκείνη την παραμονή, είχε αποφασίσει να κάνει ένα δώρο στην ανθρωπότητα που δεν θα μπορούσε να ξεχάσει ποτέ. Είχε αποφασίσει να τους κάνει να καταλάβουν πως τίποτα δεν υπήρχε στον κόσμο περισσότερο καταστροφικό από την ανθρώπινη αλαζονεία. Είχε αποφασίσει να τους κάνει να θυμηθούν και να πιστέψουν ξανά.
Έτσι, είχε φορέσει την πορφυρή, ολόσωμη στολή από βιο-πλαστικό, είχε ξεθάψει έναν σάκο από το εργαστήριό του που δεν είχε χρησιμοποιήσει για αιώνες -από τότε που είχε κλέψει τις ανάσες των πρωτότοκων γιων της Αιγύπτου, είχε καβαλήσει τη μαγνητική μηχανή του και είχε σκαρφαλώσει στην ψηλότερη ταράτσα της πόλης. Και την είχε παρατηρήσει, προσπαθώντας να σκεφτεί έστω και έναν λόγο για να μην κάνει αυτό που είχε στο μυαλό του. Δεν είχε βρει κανέναν. Ένας κόσμος νεκρός από συναίσθημα, φαντασία και τύψεις ήταν ένας κόσμος που άξιζε να λαβωθεί, να πονέσει και να κλάψει. Ο παλμός της μηχανικής καρδιάς της πόλης ακουγόταν στα αφτιά του άντρα σαν τις απελπισμένες κραυγές ενός ανθρώπου χαμένου σ' έναν εφιάλτη. Ένας τέτοιος κόσμος είχε ανάγκη από κάποιον να τον ξυπνήσει.
Ο άντρας πέθαινε και το ήξερε. Δεν έδειχνε γέρος, αν εξαιρούσε κανείς τα μάτια του που ήταν γεμάτα τρέλα και αιώνες. Αλλά, πάλι, ίσως αυτά τα δύο να πήγαιναν μαζί. Πέθαινε κι ήθελε να κάνει ένα τελευταίο δώρο πριν φύγει. Κοίταξε το ρολόι του και μέτρησε τα τελευταία δευτερόλεπτα. Οι δείκτες συναντήθηκαν στο 12 και ο χρόνος σταμάτησε. Ο άντρας χαμογέλασε. Στάθηκε όρθιος και άνοιξε τον άδειο σάκο. Μισό εκατομμύριο ανάσες ακούστηκαν ταυτόχρονα κι ο σάκος άρχισε να φουσκώνει, σαν ένας γίγαντας να άδειαζε μέσα του τα πνευμόνια του. Ο άντρας έκλεισε το σάκο κι ο χρόνος ξεκίνησε και πάλι. Πήδηξε στη μηχανή του κι εξαφανίστηκε χωρίς να τον προσέξει κανείς, όπως ακριβώς είχε έρθει.
Μισό εκατομμύριο παιδιά βρέθηκαν νεκρά στα κρεβάτια τους ανήμερα την Πρωτοχρονιά. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ή γιατί πέθαναν. Η παντοδύναμη επιστήμη μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και αποσύρθηκε. Νέοι προφήτες έκαναν την εμφάνισή τους, μιλώντας για την επερχόμενη Αποκάλυψη και τη δίκαιη οργή ενός -ή πολλών, ανάλογα τον προφήτη- θεού που η ανθρωπότητα είχε κάνει το λάθος να περιφρονήσει και να ξεχάσει. Ένας μεσήλικας λογιστής έγραψε το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο μετά τον πόλεμο. Κυκλοφόρησαν ένα-δυο τραγούδια σχετικά με την Πρωτοχρονιά εκείνη. Μια νεοσυσταθείσα τρομοκρατική οργάνωση ανατίναξε τα εργοστάσια παραγωγής στρένιο-όπλων. Και, δειλά-δειλά, έκαναν την εμφάνισή τους μελετητές του αποκρυφισμού, μυστικιστικές οργανώσεις, νέες θρησκείες, νέες θεωρίες συνωμοσίας και νέοι δαίμονες για να φορτωθούν τα στραβά της ανθρώπινης φύσης.
Και, κάπου μακριά, ένας άντρας που υπήρχε από τότε που ο κόσμος ήταν μόνο χώμα και νερό, πέθαινε κρατώντας σφιχτά έναν γεμάτο σάκο και μ' ένα χαμόγελο στα χείλη.
Κι όμως, ακόμη και σ' αυτόν τον στείρο και αφιλόξενο πια κόσμο, υπήρχαν πλάσματα μαγικά, όπως ο άντρας, που πάλευαν να επιβιώσουν από έναν ακόμη φονικό αιώνα. Ήταν πλάσματα χαμένα στο χρόνο, παρατημένα στους σκουπιδότοπους της συλλογικής λήθης, καταδικασμένα να ζουν στις σκιές γιατί, πολύ απλά, κανείς δεν πίστευε πλέον στην ύπαρξή τους.
Ο άντρας είχε πολλά ονόματα στο παρελθόν. Το αποψινό του όνομα, όμως, θα ήταν Θάνατος. Ήταν ένα όνομα που δεν είχε φορέσει για χιλιάδες χρόνια. Όμως, το είχε πάρει απόφαση όταν κι ο τελευταίος από τους εργάτες του είχε πια πεθάνει. Ήταν πολύ μεγάλος πια για να φτιάχνει παιχνίδια και να τρυπώνει από καμινάδες. Έτσι, εκείνη την παραμονή, είχε αποφασίσει να κάνει ένα δώρο στην ανθρωπότητα που δεν θα μπορούσε να ξεχάσει ποτέ. Είχε αποφασίσει να τους κάνει να καταλάβουν πως τίποτα δεν υπήρχε στον κόσμο περισσότερο καταστροφικό από την ανθρώπινη αλαζονεία. Είχε αποφασίσει να τους κάνει να θυμηθούν και να πιστέψουν ξανά.
Έτσι, είχε φορέσει την πορφυρή, ολόσωμη στολή από βιο-πλαστικό, είχε ξεθάψει έναν σάκο από το εργαστήριό του που δεν είχε χρησιμοποιήσει για αιώνες -από τότε που είχε κλέψει τις ανάσες των πρωτότοκων γιων της Αιγύπτου, είχε καβαλήσει τη μαγνητική μηχανή του και είχε σκαρφαλώσει στην ψηλότερη ταράτσα της πόλης. Και την είχε παρατηρήσει, προσπαθώντας να σκεφτεί έστω και έναν λόγο για να μην κάνει αυτό που είχε στο μυαλό του. Δεν είχε βρει κανέναν. Ένας κόσμος νεκρός από συναίσθημα, φαντασία και τύψεις ήταν ένας κόσμος που άξιζε να λαβωθεί, να πονέσει και να κλάψει. Ο παλμός της μηχανικής καρδιάς της πόλης ακουγόταν στα αφτιά του άντρα σαν τις απελπισμένες κραυγές ενός ανθρώπου χαμένου σ' έναν εφιάλτη. Ένας τέτοιος κόσμος είχε ανάγκη από κάποιον να τον ξυπνήσει.
Ο άντρας πέθαινε και το ήξερε. Δεν έδειχνε γέρος, αν εξαιρούσε κανείς τα μάτια του που ήταν γεμάτα τρέλα και αιώνες. Αλλά, πάλι, ίσως αυτά τα δύο να πήγαιναν μαζί. Πέθαινε κι ήθελε να κάνει ένα τελευταίο δώρο πριν φύγει. Κοίταξε το ρολόι του και μέτρησε τα τελευταία δευτερόλεπτα. Οι δείκτες συναντήθηκαν στο 12 και ο χρόνος σταμάτησε. Ο άντρας χαμογέλασε. Στάθηκε όρθιος και άνοιξε τον άδειο σάκο. Μισό εκατομμύριο ανάσες ακούστηκαν ταυτόχρονα κι ο σάκος άρχισε να φουσκώνει, σαν ένας γίγαντας να άδειαζε μέσα του τα πνευμόνια του. Ο άντρας έκλεισε το σάκο κι ο χρόνος ξεκίνησε και πάλι. Πήδηξε στη μηχανή του κι εξαφανίστηκε χωρίς να τον προσέξει κανείς, όπως ακριβώς είχε έρθει.
Μισό εκατομμύριο παιδιά βρέθηκαν νεκρά στα κρεβάτια τους ανήμερα την Πρωτοχρονιά. Κανείς δεν μπορούσε να εξηγήσει πώς ή γιατί πέθαναν. Η παντοδύναμη επιστήμη μουρμούρισε κάτι ακατάληπτο και αποσύρθηκε. Νέοι προφήτες έκαναν την εμφάνισή τους, μιλώντας για την επερχόμενη Αποκάλυψη και τη δίκαιη οργή ενός -ή πολλών, ανάλογα τον προφήτη- θεού που η ανθρωπότητα είχε κάνει το λάθος να περιφρονήσει και να ξεχάσει. Ένας μεσήλικας λογιστής έγραψε το πρώτο λογοτεχνικό βιβλίο μετά τον πόλεμο. Κυκλοφόρησαν ένα-δυο τραγούδια σχετικά με την Πρωτοχρονιά εκείνη. Μια νεοσυσταθείσα τρομοκρατική οργάνωση ανατίναξε τα εργοστάσια παραγωγής στρένιο-όπλων. Και, δειλά-δειλά, έκαναν την εμφάνισή τους μελετητές του αποκρυφισμού, μυστικιστικές οργανώσεις, νέες θρησκείες, νέες θεωρίες συνωμοσίας και νέοι δαίμονες για να φορτωθούν τα στραβά της ανθρώπινης φύσης.
Και, κάπου μακριά, ένας άντρας που υπήρχε από τότε που ο κόσμος ήταν μόνο χώμα και νερό, πέθαινε κρατώντας σφιχτά έναν γεμάτο σάκο και μ' ένα χαμόγελο στα χείλη.


18 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:
Γειά σου.Παρακολουθώ την κρύπτη εδώ και κ αιρό.Ειλικρινά αυτή η ιστορία ήταν το κάτι άλλο.Τρομακτική και αληθινή με ένα σωρό διαφορετικούς τρόπους.Χρόνια πολλά,και μακάρι ο καινούριος χρόνος να σου φέρει άπειρες νέες ιστορίες και ιδέες.
Κ.
damn you, transgendered being (γιατί αν σε πω wo/man θα σκάσει πάλι το τρολλ και θα ρωτάει με τι πας, αν πας και πότε πας, οπότε δε λεει χρονιάρες μέρες. I digress)
η μαγεία η δική σου έγκειται στο οτι κάνεις fully embody αυτό που είπε ο ένα πρεζόνι απ' το Σηάτλ και άλλοι διακόσοι πριν απ' αυτόν: LESS IS MORE. παίρνεις κάτι απλό, μικρό, περιεκτικό (τόσο, μα τόσο περιεκτικό. σα σακούλι γεμάτο τελευταίες ανάσες παιδιών που ακόμα και νεκρά μύριζαν φρουτόκρεμα και τζόνσον λεβάντα για ήσυχα όνειρα) και με λίγες -μετρημένες- λέξεις, στήνεις μια μεγαλοπρεπή ιστορία και μας γαμάς τα πρέκια, χρονιάρες μέρες. γι' αυτό εδώ το wee gem, ο Νηλ θα ήτο περήφανος. trust me on that one.
@K.
Σ' ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια και χρόνια πολλά και σε σένα! Χαίρομαι ιδιαίτερα που σου άρεσε τόσο η ιστορία που σε έκανε να αφήσεις comment και με τιμά το γεγονός!:-)
@Μικρή γνωστή άγνωστη
Πραγματικά με έστειλες για τσάι μ' αυτό το σχόλιο, δεν ξέρω τι να πω...thank you so very much, I'm honoured and speechless.
On a side note, σ'αυτό το σημείο θέλω να πω πως αυτή ήταν η πρώτη μου απόπειρα να γράψω sf, ένα είδος που καν δεν μου πολυαρέσει,αλλά για κάποιο μυστήριο λόγο φαίνεται πως πέτυχε η συνταγή.
Χρόνια πολλά σε όλους!
exeis anarotithei pote posoi anthropoi diavazoun to blog sou anelipos kai den exoun afisei pote ena sxolio?
stalkers
@Ανώνυμε/η
Η αλήθεια είναι πως όχι. Γενικά δεν τα σκέφτομαι και πολύ αυτά τα πράγματα. Ναι, σίγουρα γουστάρω να μου αφήνουν σχόλια και πιστεύω 100% ότι μέσα απ' αυτά έχω βελτιωθεί εξωφρενικά πολύ (6 χρόνια πριν, όταν είχα το παλιό blog, ΔΕΝ έγραφα έτσι). Αλλά αυτό είναι το κερασάκι στην τούρτα, είναι απλά η απόδειξη πως καμιά φορά, αν στείλεις ένα μπουκάλι με ένα μήνυμα στη θάλασσα κάποιος θα το βρει. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι τα υπόλοιπα χίλια που έστειλες δεν βρέθηκαν. Σημαίνει απλά ότι δεν ξέρεις και, επομένως, όλα είναι δυνατά. Και, μερικές φορές, λίγη πίστη στη μαγεία χρειάζεται:-)
Άντε, καλή χρονιά να έχουμε!
ο λαος απαιτει καινουριο ποστ.
νεο ποστ. like, άμεσα.
σου προτινω να διαγραψεις αυτο το μπλογκ και να φτιαξεις καινουριο..
εγώ σου προτύνω ν' ανεβάσεις κάτι γιατί μας έχει πχιάσει στερητικό.
Κι εγώ σου προτοίνο να σταματίσης τω spamming αλλά δαιν μπωρούμαι να τα έχουμαι ώλα σ' αυτί τοι ζωεί.
:Ρ
εγω σου προτεινω να γραψεις κατι παρομοιο με την ταινια black swan..
black swan
Κάποιος βαριέται στη δουλειά μου φαίνεται...
:Ρ
δεν δουλευω!ειμαι στο κρεβατι αγκαλια με το παπλωμα,πινω ζεστη σοκολατα και τρωω κρουασανακια!
ντουντ,το εχεις δει το black swan?εντυπωσεις?
Hate to state the obvious here, but I am not the only one commenting. Or spamming. But at least I haven't parted ways with diction (yet).
Δε θα συμφωνήσω με την πρόταση περί μαύρου κύκνου. Είμαι σίγουρη οτι μπορείς να γράψεις κάτι έτη φωτός πιο διεστραμμένο. Αρκεί να στρώσεις yer precious booty και να το κάνεις. Αλλά όχι! Προτιμάς να μας αφήνεις με στερητικό σύνδρομο και μια ακατάσχετη επιθυμία να σου κάνουμε hijack το blog με όλο το σπαμ του κόσμου.
Και ο πληθυντικός δεν είναι ούτε ευγενείας (χα!), ούτε μεγαλοπρέπειας. Απόγνωσης είναι, springing from yet another boring day shift with Elgalla goodies to read.
Mein gott, γράφετε με κάνα σταθερό nick οι ανώνυμοι να σας ξεχωρίζω, μου κάνατε το μυαλό πατέ!
@Black Swan
Το Black Swan ήταν και γαμώ τις ταινίες, αλλά το να είμαι ψυχολόγος και να γράφω για σχιζοφρενείς μου φαίνεται περίπου το ίδιο ενδιαφέρον με το να ήμουν γυναικολόγος και να έγραφα για μ***ιά. See my point here? Plus, γιατί να κάνω κάτι που έχει ήδη κάνει κάποιος άλλος;
@I like big butts and I cannot lie
Δεν πάω πουθενά με το άβαταρ. Period. Μόνο μαζί σου. Και ναι, έχεις δίκιο, οφείλω να στρωθώ και να ανεβάσω post but I'm just not in the mood. Θα γράψω, eventually, γιατί δεν μπορώ να σταματήσω να γράφω, αλλά για την ώρα είμαστε σε περίοδο hiatus.
oloi se hiatus eimaste. 8a mas faei auto to gorram hiatus sto telos. xroumf.
hahaha!exeis dikio.to mono pou mporoume na kanoume loipon einai na perimenoume.
ps: tin eroteftika tin mila kunis se afti tin tainia.panagia mou.
Δημοσίευση σχολίου