"Κάτσε" είπε κάνοντας ένα νόημα προς το σκαμπό δίπλα του.
Κάθισα, χωρίς να πω κουβέντα. Τι υπήρχε, άλλωστε, που θα μπορούσα να πω;
"Τι να κεράσω; Δεν θα σου συνιστούσα τη μπύρα με τίποτα, ένας θεός ξέρει από τι τη φτιάχνουν", σχολίασε χαμηλόφωνα.
Άλλοι στη θέση μου θα είχαν ξεγελαστεί από αυτήν τη δήθεν επίδειξη τακτ, όμως εγώ ήξερα καλύτερα. Ήξερα εκείνον καλύτερα. Και θα έκοβα το κεφάλι μου ότι είχε χαμηλώσει τη φωνή του τόσο όσο χρειαζόταν ώστε να τον ακούσουμε μόνο εγώ κι ο μπάρμαν. Όχι ότι ο μπάρμαν έδειξε να νοιάζεται ιδιαίτερα για την προσβολή. Άλλωστε, το μαγαζί δεν ήταν δικό του οπότε τι τον ενδιέφερε;
"Μια κόκα-κόλα" απάντησα και του ξέφυγε ένας άχαρος ήχος ανάμεσα σε γέλιο και φτάρνισμα.
Δεν ήθελε να πληγώσει τα συναισθήματά μου με το να με κοροϊδέψει κατάμουτρα, φαίνεται. Τι συγκινητικό. Το αναψυκτικό μου κατέφτασε ευθύς αμέσως και δεν μπόρεσα να μην προσέξω ότι το μπουκάλι είχε ήδη αρχίσει να ιδρώνει. Πράγμα το οποίο μου θύμισε την τρομακτική ζέστη που έκανε έξω παρά τη βροχή. Κοίτα να δεις που σε λίγο θα αρχίσουμε να έχουμε και μουσώνες, σκέφτηκα και χαμογέλασα από μέσα μου.
"Λοιπόν"; με ρώτησε. "Ποιος καλός άνεμος σε έφερε από τα μέρη μας";
Ρουθούνισα με εμφανή εκνευρισμό και τον στραβοκοίταξα.
"Λες και δεν ξέρεις".
Τα χείλη του κύρτωσαν ελαφρά κι έκλινε το κεφάλι του στο πλάι. Κάτι τέτοιες στιγμές ήταν που μου θύμιζαν ποιος ήταν στ' αλήθεια και ποιες ακριβώς ήταν οι φήμες που τον ακολουθούσαν.
"Έρχεσαι όλο και πιο συχνά, τελευταία. Περίμενα πως εσύ, τουλάχιστον, θα ήξερες καλύτερα από τους άλλους".
Ανασήκωσα τους ώμους μου με ψεύτικη ανεμελιά γιατί η αλήθεια ήταν πως αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ένοιωθα εκείνη τη στιγμή.
"Γνωρίζω το τίμημα".
Παράτησε στην άκρη το ποτό του και στράφηκε προς το μέρος μου με μια ρευστή κίνηση, γεμάτη χάρη. Φαντάζομαι, όμως, πως αυτό δεν ήταν κάτι αξιοπερίεργο δεδομένης της καταγωγής του και της ιστορίας του. Με έπιασε από τους ώμους και με ανάγκασε να στραφώ. Για λίγο, υποκρίθηκα πως αντιστεκόμουν, αλλά ήταν πιο δυνατός από μένα και μακράν πιο επίμονος. Με παρατήρησε προσεκτικά κι έπιασα τον εαυτό μου να διαλύεται κάτω από το βλέμμα του. Δεν ήξερα πώς έπρεπε να αντιδράσω ή τι έπρεπε να πω. Τελικά δεν έκανα τίποτα και απλά τον άφησα να με κοιτάξει.
Ήταν επώδυνο κι οι αναμνήσεις που άρχισαν να ξεπηδάνε αθέλητα από μέσα μου με άφησαν εξαντλημένη και τρεμάμενη. Τα χέρια του στους ώμους μου ήταν το μόνο πράγμα που με εμπόδισε από το να σωριαστώ στο πάτωμα. Αργά, πολύ αργά, ένευσε.
"Καλώς", είπε απλά και πήδηξε από το κάθισμά του.
Δεν με περίμενε και δεν κοίταξε πίσω του ούτε για μια στιγμή. Ήξερε πως θα τον ακολουθούσα. Φυσικά και θα τον ακολουθούσα. Τον χρειαζόμουν. Τον είχα ανάγκη γιατί ήταν σαν ναρκωτικό οι ιστορίες που έλεγε και γιατί οι ιστορίες ήταν το μόνο πράγμα που είχε ποτέ την οποιαδήποτε σημασία για μένα. Ήμουν το χειρότερο είδος πρεζονιού γιατί, πολύ απλά, πάντα υπήρχαν καινούριες ιστορίες για να ακούσω. Και γιατί εκείνος ήταν ο μόνος που ήξερε να τις αφηγείται με τέτοιον τρόπο, εθιστικό και ατόφιο, έτσι που να σε κάνει κάθε φορά να επιστρέφεις επιζητώντας περισσότερο.
Τον ήξερα τόσο καλά που μπορούσα να απαριθμήσω ακόμη και τα σημάδια που είχε στην πλάτη του -και είχε πράγματι δύο λεπτές, κάθετες ουλές πάνω στις ωμοπλάτες, τον είχα γνωρίσει με τη βιβλική έννοια περισσότερες από μία φορές κι όμως, ποτέ δεν έφευγα από κοντά του χορτασμένη. Πάντοτε είχα την αίσθηση πως υπήρχαν κι άλλες, αμέτρητες άλλες ιστορίες που δεν μου είχε πει κι αυτός ήταν και ο λόγος που πάντοτε γύρναγα σ' εκείνον. Αυτό κι ότι, τελευταία, δεν είχα σχεδόν ποτέ έμπνευση.
"Θα σου δώσω ιστορίες", είχε πει. "Χωρίς αντάλλαγμα", είχε πει. "Μόνο να τις γράφεις, να τις ζεις, αυτό μόνο". Είχε πει. Βέβαια, όπως αποδείχτηκε στην πορεία, το να ζω τις ιστορίες που μου αφηγούνταν ήταν ένα τίμημα από μόνο του.
Περπατούσαμε για ώρα, σιωπηλοί, με τα χέρια μας να αγγίζονται φευγαλέα και κάθε φορά που γινόταν αυτό εγώ τιναζόμουν απότομα, σαν να με είχε χτυπήσει ρεύμα. Κι εκείνος γελούσε, με αυτό το γνώριμο, παιδιάστικο γέλιο του που θα μπορούσε με τεράστια ευκολία να οδηγήσει έναν άνθρωπο στην παραφροσύνη. Φαντάζομαι πως ήταν ευτύχημα που κανείς από τους δυο μας δεν ήταν άνθρωπος, επομένως.
"Σκέφτεσαι πολύ δυνατά, απόψε", σχολίασε κάποια στιγμή, έχοντας προφανώς κουραστεί από τη σιωπή. "Καταντά σχεδόν επώδυνο το να προσπαθώ να σε κρατήσω απ' έξω".
"Αλήθεια"; τον ρώτησα με μια ευθυμία που με ξάφνιασε.
Δεν ξέρω γιατί ξαφνιάστηκα, είναι η αλήθεια. Πάντα το είχαμε αυτό οι δυο μας. Όλους αυτούς τους αμέτρητους αιώνες της γνωριμίας μας, πάντα είχαμε αυτή τη φοβερή άνεση μεταξύ μας, αυτόν τον τρόπο να μιλάμε ο ένας στον άλλο λες και ήταν το πιο φυσικό πράγμα του κόσμου. Έτσι ήταν το κάθε τι ανάμεσά μας. Φυσικό. Αβίαστο. Ήταν ο μόνος που μπορούσε να κάνει ακόμη και τον δικό μου αντικοινωνικό εαυτό να ξυπνήσει από το λήθαργο, να παίξει, να πειράξει, να νιώσει...δεν ξέρω. Φυσιολογικός, υποθέτω. Κι ήταν κι ο μόνος που μπορούσε να με κάνει να κοκκινίσω, αλλά αυτό, νομίζω, σε κάποια άλλη ιστορία το έχω ξαναπεί. Ας είναι.
"Αλήθεια".
"Πάντοτε σκέφτομαι δυνατά. Δεν θυμάμαι αυτό να σε εμπόδισε ποτέ".
"Ισχύει. Αν και συνήθως οι σκέψεις σου όταν είσαι μαζί μου αφορούν μόνο δύο πράγματα".
Ανασήκωσα ένα δάχτυλο μπροστά στο πρόσωπό του και τον κοίταξα αυστηρά.
"Ένα πράγμα. Οι δικές μου σκέψεις αφορούν μόνο τις ιστορίες. Το σεξ είναι στο δικό σου βρώμικο μυαλό".
Μου έριξε ένα βλέμμα δαρμένου κουταβιού κι έβαλα τα γέλια. Δεν άργησε να με μιμηθεί.
Με τράβηξε σ' ένα παγκάκι και με πήρε αγκαλιά, φιλώντας τρυφερά τα μαλλιά μου.
"Έχεις ακούσει για τους Lilith's Garden";
"Το συγκρότημα";
"Αυτούς".
"Ναι, κάτι έχει πάρει τ' αφτί μου".
"Ωραία. Γιατί η ιστορία που θα σου πω απόψε σχετίζεται μ' αυτούς".
Έκλεισα τα μάτια κι αφέθηκα να τον ακούσω να μου μιλάει για τους γκοθάδες, τη μουσική τους και για τις μέρες του αίματος, για πλάσματα της νύχτας και για ανθρώπους που είχαν μέσα τους τη νύχτα. Κι όσο τον άκουγα αναρωτιόμουν πού τελικά ανήκαμε εμείς οι δύο κι από ποιον παράδεισο μας είχαν ξηλώσει και γιατί. Είχα κάποιες ιδέες σχετικά μ' αυτόν, φυσικά. Όλος ο κόσμος είχε, παρόλο που ο ίδιος επέμενε πως ήταν απλά φήμες. Όχι ότι είχε νοιαστεί ποτέ να διαψεύσει κάποια από αυτές. Έλεγε απλά "φήμες" κι ανασήκωνε τους ώμους σαν να μην τον ένοιαζε και πολύ. Αλλά δεν με ξεγελούσε. Όχι εμένα. Γιατί πίσω από την ψεύτικη ανεμελιά και την παιδιάστικη αθωότητα μπορούσα να δω πεντακάθαρα τους αιώνες και την πικρία για τον κόσμο που τον είχε προδώσει και για τους ανθρώπους που τον είχαν μετατρέψει σε σύμβολο της δικής τους ανικανότητας. Ακόμη κι έτσι, εξακολουθούσα να έχω κάποιες ιδέες σχετικά με τη δική του προέλευση και τις καταστάσεις που τον είχαν οδηγήσει σ' αυτό το σημείο. Και οι ουλές στην πλάτη του είχαν άμεση σχέση μ' αυτές μου τις ιδέες. Όσον αφορούσε εμένα, όμως, βρισκόμουν στο σκοτάδι. Δεν ήξερα ούτε από πού είχα έρθει, ούτε πού θα πήγαινα, ούτε από πού με είχαν εξορίσει. Μόνο κάποιες φορές, στα όνειρά μου, θυμόμουν. Θυμόμουν ένα μέρος με λευκό χορτάρι και πορφυρό ουρανό και ξύπναγα κλαίγοντας και νοσταλγώντας μια άγνωστη και μακρινή πατρίδα στην οποία δεν είχα τρόπο να επιστρέψω. Κι άλλαζα σώματα και έγραφα ιστορίες με μια ανάγκη σχεδόν πιεστική, σαν κάποιος να με είχε καταραστεί να το κάνω. Λες κι αν δεν το έκανα θα πέθαινα. Κι όσο κι αν τον είχα παρακαλέσει, όση γοητεία κι αν είχα επιστρατεύσει, κάθε φορά που τον ρωτούσα εκείνος απλά χαμογελούσε αινιγματικά και μου έλεγε πως όλα γίνονται για κάποιο λόγο και πως, αν δεν θυμάμαι, είναι επειδή οι αναμνήσεις θα ήταν περισσότερο επώδυνες από τη λήθη.


2 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:
Λοιπόν...μου'λειψες το ξέρεις?Κάθε φορά που δημοσιεύεις κάτι είναι μια καινούρια,μοναδική εμπειρία,κάτι καινούριο για να σκεφτείς.Απόλυτα εθιστικές οι ιστορίες σου,όπως αυτές του υπέροχου ήρωά από πάνω ^.^
Κ.
@ UnrealElsa
Η αλήθεια είναι πως κι εμένα μου έλειψα. Εννοώ μου έλειψε το να γράφω.
Να' σαι καλά εσύ και όλοι όσοι κατά καιρούς μου το θυμίζουν. :)
Δημοσίευση σχολίου