Ήταν αργά και το ουίσκι που είχα μπροστά μου είχε ξεθυμάνει από ώρα. Εκατομμύρια μυρμήγκια έκοβαν βόλτα στις ωμοπλάτες μου, ο αυχένας μου πονούσε σαν να μου είχαν μπήξει ένα μαχαίρι ανάμεσα στα κόκαλα και να το έστριβαν με σαδιστικό πάθος. Τα πόδια μου είχαν πιαστεί και τα ένοιωθα ξεπαγιασμένα μέσα στις δερμάτινες μπότες. Για τα δάχτυλα των χεριών μου ούτε λόγος. Αυτά δεν τα αισθανόμουν καν. Η υπόκωφη μουσική σφυροκοπούσε στ’ αφτιά μου, προκαλώντας μου πονοκέφαλο. Κάποιος άλλος στη θέση μου θα τα ’χε παρατήσει και θα είχε επιστρέψει στο ήσυχο καταφύγιο του αυτοκινήτου του. Κάποιος άλλος που δεν είχε αντικρίσει ποτέ του τα σκοτεινά πλάσματα που έβγαιναν έξω τις νύχτες κι έστηναν πάρτι πάνω στις σάρκες και το αίμα των χαμένων και των νεκρών. Κάποιος άλλος που δεν είχε δει ποτέ του την Άλλη πλευρά.
Ο περισσότερος κόσμος περνάει τη ζωή του βυθισμένος σε λήθαργο. Περιφέρεται στον κόσμο με τα μάτια του ανοιχτά αλλά χωρίς πραγματικά να Βλέπει. Ένα αόρατο πέπλο θολώνει την όρασή του και δεν τον αφήνει να δει τι υπάρχει στ’αλήθεια γύρω του. Για κάποιους, όμως, έρχεται μια στιγμή όπου το πέπλο αυτό σηκώνεται ή σκίζεται με βία και ξαφνικά μπορούν να Δουν. Κανείς δεν μπορεί να πει με σιγουριά αν αυτοί είναι οι τυχεροί ή οι άτυχοι της υπόθεσης.
Τον παρακολουθούσα με την άκρη του ματιού μου. Ήταν γερμένος στο μπαρ και μιλούσε με μια κοπέλα. Ήταν όμορφος, φυσικά, όπως όλοι τους. Αλλά για μένα, που έβλεπα την πραγματική του φύση, ήταν μια ομορφιά που έκοβε σαν ξυράφι, επικίνδυνη και σαγηνευτική, αλλά με κάποιον τρόπο…διαστρεβλωμένη. Σαν ένα φρούτο που εξωτερικά φαίνεται θελκτικό και γινωμένο και μόλις το ανοίξεις αντικρίζεις σαπίλα και σκουλήκια στο εσωτερικό του. Κάπως έτσι ήταν κι οι Νυκτόβιοι. Ίσως μερικοί να ήταν πιο σάπιοι από άλλους, αλλά ο γενικός κανόνας δεν άλλαζε.
Η κοπέλα ήταν ντυμένη μ’ ένα σατέν φόρεμα σε ανοιχτό, ροζ χρώμα. Τον κοίταζε σαν υπνωτισμένη. Ίσως και να ήταν. Εκείνος έσκυψε προς το μέρος της και της ψιθύρισε κάτι στο αφτί. Εκείνη γέλασε και πήδηξε ανάλαφρα από το σκαμπό όπου καθόταν. Εκείνος πέρασε το χέρι του γύρω από τη μέση της. Εκείνη του έριξε ένα ναζιάρικο βλέμμα, κάτι ανάμεσα σε «όχι, δεν θέλω» και σε «σκίσε με». Εκείνος την οδήγησε προς τα έξω. Η πόρτα έτριξε τελεσίδικα καθώς έκλεινε πίσω τους.
Σηκώθηκα, πέταξα ένα χαρτονόμισμα στο τραπέζι και τους ακολούθησα. Ίσα που πρόλαβα να τους δω να στρίβουν στο δρομάκι που οδηγούσε στον ακάλυπτο πίσω από το μαγαζί. Κόλλησα στον τοίχο και προχώρησα όσο πιο αθόρυβα μπορούσα. Μόλις έφτασα στη γωνία, χαμήλωσα προσεκτικά το σώμα μου και κοίταξα.
Την είχε στριμωγμένη στον τοίχο, με τα χέρια της παγιδευμένα μέσα στα δικά του. Τη φίλαγε στο λαιμό και το στήθος, ενώ εκείνη είχε τυλίξει το ένα της πόδι γύρω από τη μέση του και βογκούσε ηδονικά. Όχι για πολύ. Ξαφνικά, εκείνος έγειρε το κεφάλι του προς τα πίσω σαν να ήθελε να πάρει ανάσα.
Ήξερα πως εκείνη ήταν η καταλληλότερη στιγμή για να δημιουργήσω την ψευδαίσθηση. Συγκεντρώθηκα και φαντάστηκα ένα αόρατο πλέγμα να δημιουργείται ανάμεσα στους τοίχους που οριοθετούσαν το στενό. Το φαντάστηκα να παίρνει σταδιακά τη μορφή μιας στατικής εικόνας, της εικόνας ενός άδειου, ήσυχου δρόμου που κατέληγε σε αδιέξοδο. Οι λεπτομέρειες ήταν σημαντικές όταν έφτιαχνε κανείς ψευδαισθήσεις. Κι οι ψευδαισθήσεις ήταν σημαντικές προκειμένου το υπόλοιπο 99,9% του πληθυσμού να συνεχίσει να κοιμάται ήσυχο τα βράδια, εξακολουθώντας να αγνοεί την ύπαρξη της Άλλης πλευράς.
Σίγουρος πως η ψευδαίσθηση θα έκανε τη δουλειά της, άνοιξα τα μάτια μου και βούτηξα στην άσφαλτο τραβώντας τα πιστόλια από τις θήκες τους και σημαδεύοντας τον Νυκτόβιο την ώρα που τα νύχια στα δάχτυλά του μάκραιναν αφύσικα και αφύσικα μακριοί, λευκοί κυνόδοντες ξεπρόβαλαν μέσα από τα ούλα του συνοδευόμενοι από τον ανατριχιαστικό ήχο σάρκας που σκιζόταν. Η κοπέλα ούρλιαξε. Τα όπλα μου εκπυρσοκρότησαν, μία, δύο φορές. Ο Νυκτόβιος παραπάτησε και στράφηκε προς το μέρος μου. Τα μάτια του είχαν μετατραπεί σε δίδυμα, αβαθή πηγάδια. Βρυχήθηκε σαν παγιδευμένο ζώο και όρμησε προς το μέρος μου. Η κοπέλα ούρλιαξε ξανά, τρέμοντας σαν το ψάρι.
«Βούλωσέ το!» της φώναξα απότομα.
Υπάκουσε χωρίς δεύτερη κουβέντα. Ίσως να έφταιγε η ακτινοβόλα προσωπικότητά μου. Ή ίσως και να ’φταιγαν τα όπλα. Ήξερα πως οι σφαίρες δεν θα ήταν ικανές να σταματήσουν τον Νυκτόβιο κι αυτό σήμαινε πως έπρεπε να κινηθώ γρήγορα. Κύλησα στο πλάι κι ένιωσα έναν μύωνα να τραβιέται επώδυνα κάπου κοντά στα πλευρά μου. Το αγνόησα επιδεικτικά. Άφησα τα όπλα μου κάτω και τίναξα τον καρπό μου απότομα. Η λεπτή, δερμάτινη θήκη που ήταν ραμμένη στο εσωτερικό του μανικιού μου έπεσε στην παλάμη μου.
Ο Νυκτόβιος συσπειρώθηκε σαν αιλουροειδές και πήδηξε πάνω μου μ’ένα θεαματικό σάλτο που ήταν ενάντια σ’ όλους τους γνωστούς και άγνωστους νόμους της φυσικής. Τελείως μηχανικά, σήκωσα τα πόδια μου και άπλωσα τα χέρια μου. Τον έπιασα από τους πήχεις και έσπρωξα με όλη μου τη δύναμη. Βρέθηκα από πάνω του. Ανασήκωσε το κεφάλι του και βρυχήθηκε ξανά, ανήμπορος, γνωρίζοντας καλά πως το τέλος του πλησίαζε. Μελαγχολικά, σκέφτηκα πως θα έπρεπε να είχα σκαρφαλώσει στην ταράτσα και να είχα πηδήξει από πίσω του. Θα ήταν πιο εύκολο. Όπως είχαν έρθει τα πράγματα, όμως, θα αναγκαζόμουν να αυτοσχεδιάσω.
Οι Νυκτόβιοι ήταν δυνατοί και είχαν το ισχυρότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης από οποιοδήποτε άλλο πλάσμα είχε τύχει να αντιμετωπίσω. Αν άφηνα τα χέρια του, θα με σκότωνε. Αν δεν τα άφηνα, θα του έδινα χρόνο να θεραπεύσει τις πληγές του και θα με σκότωνε προτού προλάβω να τον αποκεφαλίσω.
Το δίλημμά μου έλαβε τέλος όταν το βλέμμα μου έπεσε πάνω στην κοπέλα.
«Έι!»
Μας κοίταζε εναλλάξ, μία εμένα και μία τον Νυκτόβιο, ενώ ρίγη διαπερνούσαν το κορμί της και δάκρυα κυλούσαν στα μάγουλά της. Πλησίασε αβέβαια, ενώ εγώ πάλευα να κρατήσω τον Νυκτόβιο ακίνητο.
«Πιάσε το όπλο», την πρόσταξα.
Μου έριξε ένα βλέμμα γεμάτο τρόμο και τρέλα. Κι ακόμη δεν είχε δει τίποτα. Μάζεψε το ένα από τα όπλα μου με χέρια που έτρεμαν .
«Έλα εδώ».
Σύρθηκε μέχρι το μέρος μου, κρατώντας το όπλο μακριά της, σαν να φοβόταν πως θα τη δάγκωνε.
«Γονάτισε».
Γονάτισε.
«Βάλε το όπλο στο στόμα του».
Έβαλε το όπλο στο στόμα του.
«Και τώρα πάτα τη σκανδάλη».
Και τότε πάτησε τη σκανδάλη.
Ένας εκκωφαντικός κρότος και το μισό κρανίο του Νυκτόβιου διαλύθηκε. Το πρόσωπο και το στήθος της γέμισαν αίμα και μυαλά. Ούρλιαξε. Όταν είδε πως ο Νυκτόβιος κινούνταν ακόμη, όμως…τότε ήταν που ούρλιαξε στ’ αλήθεια.
«Σκάσε!» σφύριξα μέσα απ’ τα δόντια μου.
Οι κινήσεις του Νυκτόβιου από κάτω μου ήταν αδύναμες και ήξερα πως δεν θα είχα δεύτερη ευκαιρία. Άφησα τα χέρια του, τράβηξα το σύρμα μέσα από τη δερμάτινη θήκη του, το τύλιξα γύρω από τον λαιμό του και τράβηξα με δύναμη∙ Το κεφάλι του Νυκτόβιου -όσο είχε μείνει απ’ αυτό, δηλαδή- αποκολλήθηκε από το λαιμό του και κύλησε στο πλάι αφήνοντας πίσω του αιμάτινα ίχνη. όλα αυτά στο χρόνο που θα έπαιρνε σε άλλους να κάνουν μία μόνο κίνηση.
Χαλάρωσα και κοίταξα την κοπέλα. Οι κόρες των ματιών της είχαν γίνει δυο μικροσκοπικές τελείες, ενώ οι σκοτεινές, γαλάζιες ίριδες απειλούσαν να τις κατασπαράξουν. Σηκώθηκα όρθιος κι έκανα να την πλησιάσω.
Αλλά προτού προλάβω να κάνω το παραμικρό, σήκωσε το όπλο μου, το έφερε στον κρόταφό της και πάτησε τη σκανδάλη.


4 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:
Ωραιο ηταν! Και χαρηκα κιολας που εισαι καλα γιατι χαθηκες...
Thanks, δεν έχω ίντερνετ καλό μου, από Στάρμπακς μπαίνω κι αυτό για να κατεβάσω πράγματα να διαβάσω για την εργασία! Άσε! Ελπίζω τώρα που θα με συνδέσουν στο πανεπιστήμιο να μπορώ να μπω σαν άνθρωπος!Εσύ καλά; Θα σου στείλω κάνα μαίηλ αν είναι :)
Γι' άλλη μια φορά, εξαιρετικό κι εμπνευσμένο! Welcome back, μου είχε λείψει να διαβάζω τις ιστορίες σου :)
Μην ξεχνιέσαι, περιμένουμε ιστορία σύντομα!
Δημοσίευση σχολίου