8.5.11

De Natura Deorum

| |
Η πόλη της κοιμάται. Τη νιώθει να βογγάει μέσα στον ύπνο της, ταραγμένη πιθανόν από κάποιον εφιάλτη. Η πόλη της ονειρεύεται πλάσματα της νύχτας και τα όνειρά της την τρομάζουν. Η πόλη της είναι αρχαία και φορτωμένη από αιώνες και σοφία. Και τρέλα. Ίσως λίγη, ίσως πολλή, δεν έχει και τόση σημασία, σκέφτεται καθώς η βροχή χαράζει αμείλικτα αυλάκια στο ανεμοδαρμένο πρόσωπό της. Όχι, δεν έχει σημασία. Οι σταγόνες χτυπάνε στο δέρμα και στα ρούχα της –δέρμα κι αυτά, μόνο που κρύβει περισσότερα απ’ αυτό που φοράει πάνω από τους μύες της. Η μουσική που δημιουργούν την υπνωτίζει.  Κουρνιασμένη πάνω στην πλάτη του αγγέλου, έχει την αίσθηση πως η πόλη της ανήκει. Μπορεί και να’ναι έτσι, ποιος ξέρει. Η πόλη διαμαρτύρεται μέσα στο μυαλό της για την αναίδεια. Πως θα μπορούσε εκείνη να ανήκει σε οποιοδήποτε θνητό πλάσμα; Δεν έχει σημασία που υπάρχει από τότε που χτίστηκε η πόλη. Που τη θυμάται από τότε που ήταν ακόμη ένα χωριό, δυο καλύβια κι ένας ναός αφιερωμένος στους παλιούς θεούς. Η πόλη θα συνεχίσει να υπάρχει για πολύ καιρό αφότου εκείνη θα έχει φύγει και το ξέρει καλά. Τίποτα σ’αυτόν τον κόσμο δεν είναι αιώνιο, σκέφτεται και χαμογελάει. Τα κόκκινα μαλλιά της κολλάνε στο λαιμό και την πλάτη της, σαν πέπλο. Μια εποχή φορούσε πέπλα. Αλλά το πρόβλημα είναι ότι όταν κανείς ζει τόσον πολύ καιρό οι εποχές και οι συνήθειες, οι μόδες και οι αναμνήσεις αρχίζουν να μπερδεύονται μεταξύ τους δημιουργώντας ένα συνοθύλευμα από εικόνες που είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει κανείς. Όμως το γεγονός παραμένει. Όσους αιώνες κι αν ζήσει, όσες φορές κι αν την εγκαταλείψει, η πόλη της θα είναι πάντοτε εκεί και θα την περιμένει. Είτε στη σκέψη της, είτε στα όνειρά της.
Πηδάει από την οροφή του καθεδρικού όπου ήταν κουρνιασμένη τόση ώρα –ανάμεσα στα φτερά του αγγέλου, ενός αγγέλου, δεν ξέρει ποιου, ξέρει όμως ότι είναι πολύ ποιητικό ένα πλάσμα όπως εκείνη να συνευρίσκεται με έναν άγγελο, ακόμη κι αν ο άγγελος είναι φτιαγμένος από πέτρα. Αλλά, από την άλλη, πάντοτε έτσι ήταν. Λάτρευε την ειρωνεία και την αναζητούσε στο κάθε τι. Προσγειώνεται αθόρυβα, σαν γάτα, αλλά οι κραδασμοί στα πόδια της διαψεύδουν την ψευδαίσθηση. Κάθε φορά που περπατάει στους δρόμους της αισθάνεται πως η πόλη της την καλωσορίζει. Όπως και τώρα. Και, κάθε φορά, νιώθει το γνώριμο ρίγος στα μπράτσα της, σημάδι πως κι αυτός που έχει πια γίνει ένα με την πόλη κάνει το ίδιο.
Στο πέρασμα των χρόνων, βρίσκει ολοένα και πιο δύσκολο το να επιστρέφει. Πόσος καιρός έχει περάσει, αλήθεια, από την τελευταία φορά; Διακόσια χρόνια; Τριακόσια; Προσπαθεί να θυμηθεί αν έβρεχε και τότε, αλλά αδυνατεί. Για κάποιον λόγο, της φαίνεται πως στην πόλη της πάντα βρέχει. Όχι, όχι πάντα. Αυτό είναι ανακριβές. Θυμάται έναν καιρό που ο ουρανός ήταν καθάριος κι ο ήλιος φώτιζε τις στέγες της, κάνοντάς την να μοιάζει με το πολυτιμότερο κόσμημα σ’ολόκληρη την πλάση. Αλλά έχουν περάσει πολλοί αιώνες από τότε και ήταν μια εποχή που ούτε θυμάται ούτε θα ήθελε να θυμάται. Ήταν τότε που ο  Ιανός ήταν ακόμη ζωντανός, τότε, πολύ πριν γίνει ένα με την πόλη κι η πόλη αποκτήσει δική της βούληση, σαν πράγμα ζωντανό αντί για την άψυχη μάζα από τσιμεντένια και γυάλινα κλουβιά που θα έπρεπε να είναι.
Ίσως, σκέφτεται, αυτός να είναι ο πραγματικός λόγος για τον οποίο επιστρέφει. Ίσως να φταίει το ότι η πόλη της είναι τόσο μοναδική. Εξαιτίας της θυσίας του Ιανού. Αλλά το να σκέφτεται τον Ιανό είναι τόσο επώδυνο που σχεδόν την καθηλώνει στη θέση της για μερικά δευτερόλεπτα. Ο πόνος είναι τόσο έντονος, τον αισθάνεται βαθιά μέσα της, στα σωθικά της, στο μυαλό της, στην ψυχή της. Αν υποθέσουμε πως πλάσματα όπως αυτή έχουν ψυχή.
Συνεχίζει να προχωράει παρόλα αυτά. Αγκαλιάζει τον πόνο της σαν να ήταν ένας παλιός κι ευπρόσδεκτος εραστής. Ίσως όντως να είναι. Άλλωστε, τώρα που όλοι της οι εραστές έχουν πλέον πεθάνει, κάπως πρέπει κι αυτή να συνεχίσει να υπάρχει. Γι’αυτό αποφεύγει να επιστρέφει. Η πόλη της θυμίζει πολλά. Πολλά πράγματα που θέλει να ξεχάσει, μα είναι αδύνατο. Υπάρχουν μερικές αναμνήσεις που, όσο κι αν προσπαθήσεις, δεν μπορείς να τις βγάλεις από πάνω σου. Κι εκείνη το γνωρίζει πολύ καλά.
Τα βήματά της την οδηγούν στο ναό, όπως κάθε φορά. Δεν έχουν απομείνει πια πολλά απ’αυτόν, μόνο τρεις κολώνες, ένας βωμός σπασμένος ακριβώς στη μέση κι ένα σχεδόν ολοκληρωτικά σβησμένο ψηφιδωτό. Εκείνη, βέβαια, θυμάται ακριβώς τι αναπαριστούσε κάποτε. Και θυμάται και τον Ιανό, να στέκεται σκεφτικός μπροστά στο βωμό, με τα χρυσά μαλλιά του να ακολουθούν τις κινήσεις του σώματός του και τα μάτια του που ήταν σαν τον ουρανό να λάμπουν όταν ενθουσιαζόταν πολύ με κάποια ιδέα. Ή να σκοτεινιάζουν όταν ξυπνούσε ο άλλος του εαυτός, εκείνος που ήταν ικανός να τρομάξει κι αυτήν ακόμη.
Η αλήθεια ήταν ότι κανείς τους δεν περίμενε ότι ο Ιανός θα έδινε την ύπαρξή του για κείνους. Αλλά, βέβαια, δεν ήταν για εκείνους, όχι στ’αλήθεια. Ήταν για τους ανθρώπους. Γι’αυτά τα βρώμικα και εύθραυστα πλάσματα που η περιορισμένη διάρκεια ζωής τους τους έκανε τόσο εφευρετικούς που είχαν καταφέρει να εξαφανίσουν ακόμη και το δικό της είδος από τον πλανήτη.
«Από πού έρχονται οι θεοί, μαμά»; είχε ακούσει κάποτε ένα μικρό κορίτσι να ρωτάει γεμάτο αγωνία τη μητέρα του.
Η γυναίκα –που ήταν απασχολημένη με το ξεπουπούλιασμα μιας κότας- δεν είχε απαντήσει, μόνο είχε γρυλίσει κάτι ακατάληπτο, που είχε ως αποτέλεσμα το κορίτσι να τρέξει μακριά. Δεν είχε κάτσει να δει αν θα επέστρεφε.
Από πού έρχονταν οι θεοί αλήθεια; Είχε αναρωτηθεί τότε και αναρωτιόταν και τώρα ακόμη. Για τους ανθρώπους ήταν όλα τόσο απλά. Τους αρκούσε να πιστεύουν σε κάτι για να θεωρήσουν πως υπάρχει. Αλλά για όσους ήταν σαν εκείνη, τα πράγματα ήταν λίγο διαφορετικά. Πίστευαν ότι ήταν ασφαλείς, για παράδειγμα. Μεγάλο ψέμα. Δεν ήταν καθόλου ασφαλείς. Ανατριχιάζει ολόκληρη στην ανάμνηση.
Χαϊδεύει το βωμό με τρεμάμενα δάχτυλα. Κι η μνήμη της τη χτυπάει τόσο απότομα που πέφτει στα γόνατα, ανήμπορη να αντισταθεί στη βιαιότητα των εικόνων που κατακλύζουν το μυαλό της.
Ήταν τότε που είχε εμφανιστεί στον κόσμο αυτός ο νέος θεός. Αυτός ο Λευκός Χριστός, όπως τον αποκαλούσαν οι πιστοί της. Ήταν τότε που ο Ιανός είχε θυσιαστεί για να κλείσει για πάντα την πύλη που άφηνε στην πραγματικότητα αυτά τα πανίσχυρα και αιώνια πλάσματα που η ανθρωπότητα βάφτιζε θεούς. Αν και αμφιβάλλει σχετικά με το κατά πόσο κάποιος θα τη θεωρούσε θεά βλέποντάς την έτσι όπως είναι τώρα. Φυσικά, δεν έχει χάσει τίποτα από την ομορφιά της ή την άγρια, αδάμαστη φύση της. Δεν έχει χάσει τίποτα από τις δυνάμεις της ή την ικανότητά της στη μάχη. Όμως έχει χάσει το μεγαλείο της και το ξέρει. Μπορεί η πίστη των ανθρώπων να μην της έδινε ισχύ –αυτή την είχε ήδη- όμως την έκανε στ’αλήθεια να μοιάζει με θεά. Κι αυτό είναι κάτι που πια έχει χάσει. Κι είναι κάτι που ο Ιανός, μ’όλο το ταλέντο που είχε στο να ανοίγει και να κλείνει πύλες ανάμεσα στους κόσμους, είχε καταλάβει την κατάλληλη στιγμή. Κι είχε γίνει ένα με την πόλη της, προκειμένου να μην μπορέσει κανένας άλλος νέος θεός να περάσει σ’αυτόν τον κόσμο. Ό,τι κι αν ήταν, απ’ όπου κι αν έρχονταν.
Δεν θυμάται πού βρισκόταν πριν ούτε ποια ήταν. Όχι, αυτό δεν είναι ακριβώς αλήθεια. Θυμάται κάποια πράγματα, μικρά θραύσματα που δεν είναι καν σίγουρη αν είναι αλήθεια ή όχι. Αλλά τα θυμάται.
Χώνει τα χέρια της στο χώμα, ανάμεσα στα κομμάτια του σπασμένου ψηφιδωτού κι αφήνει τη γη να τη χαϊδέψει στοργικά. Έχει μέσα της κάτι από τον Ιανό. Τα μάτια της βουρκώνουν, αλλά η βροχή καλύπτει αποτελεσματικά τα δάκρυά της. Αισθάνεται έναν ψίθυρο. Δεν ξεχωρίζει λόγια, αλλά ξέρει καλά πως είναι εκείνος.
«Ιανέ…», μουρμουρίζει.
Κι έπειτα σηκώνεται αποφασιστικά και φεύγει από το ναό κι από την πόλη σαν να την κυνηγάνε χίλιοι δαίμονες κι ο Λευκός Χριστός μαζί.
«Από πού έρχονται οι θεοί, μαμά»;
Η Μόρριγκαν αναρωτιέται. Κι η πόλη αφήνει έναν θλιμμένο ψίθυρο καθώς η θεά την εγκαταλείπει.
 

1 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:

Seventeen είπε...

Ah, my young padawan. You see, the city is an insomniac whore. A lot of things she can do, but memory's not among them. Can do existence, cannot do memory, simple as that. But others remember, so it's settled.

Now, you do understand that your supernatural twist comes with promises for a second (hell, even third or fourth whatever-th) part. Dare not treat this as a stand-alone post, else I will have to call in bad folkpop songs from my never-ending trash collection.

About Me

Η Φωτό Μου
Writing is flying in dreams. When you remember. When you can. When it works. It's that easy.

In Da Cryptarchivo