Τον κοίταξε παραξενεμένη και με μια αίσθηση επικείμενης καταστροφής να κρέμεται πάνω από το κεφάλι της.
"Άντε, πες", του είπε με τουπέ, σαν να του έκανε χάρη.
"Μπορώ να σε φιλήσω";
Ξαφνικά έχασε όλο της το τουπέ κι ένιωσε τον κόσμο να αποχρωματίζεται και να παγώνει.
"Ε; Τι εννοείς";
Δεν ήθελε πραγματικά να κάνει την ερώτηση. Δεν ήταν ότι δεν είχε καταλάβει τι εννοούσε. Η αλήθεια ήταν ότι είχε καταλάβει πολύ καλά. Αλλά κάτι μέσα στο μυαλό της αδυνατούσε να κάνει τη σύνδεση...αδυνατούσε να πιστέψει πως αυτό όντως συνέβαινε. Είχε μεγαλώσει πιστεύοντας ότι τέτοια σκηνικά ζούσε κανείς μόνο στις ταινίες. Και να που, για πρώτη ίσως φορά, εκείνη που μονίμως υποστήριζε ότι είχε πάντα δίκιο είχε κάνει λάθος.
"Τι εννοώ, αν μπορώ να σε φιλήσω", επανέλαβε με ένα νευρικό χαμόγελο που, παρά τη σύγχυση που επικρατούσε μέσα της, βρήκε αξιολάτρευτο.
Για μερικά δευτερόλεπτα δεν είπε τίποτα. Σχεδόν σαν να φοβόταν πως θα κατέστρεφε τη στιγμή.
"Γιατί"; τον ρώτησε με έναν πανικό στη φωνή της που τρόμαξε κι αυτήν την ίδια.
"Γιατί δεν άντεξα";
"Γιατί";
Της πέρασε από το μυαλό πως μάλλον η αντίδρασή της δεν ήταν αυτή που περίμενε, πως ίσως να τον φρίκαρε, αλλά αν ήθελε να είναι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό της όφειλε να παραδεχτεί ότι κι η ίδια ήταν εξίσου φρικαρισμένη.
Το μυαλό της έκανε βουτιά ξαφνικά, κάτι χιλιόμετρα μακριά και κάτι χρόνια πίσω. Κι είδε το Σκοτεινό Αντικείμενο, τόσο καθαρά όσο θα το έβλεπε αν στεκόταν μπροστά της εκείνη τη στιγμή. Και συνειδητοποίησε ότι το σύμπαν, τελικά, είχε πολύ αρρωστημένη αίσθηση του χιούμορ γιατί αυτό το σκηνικό το είχε ξαναζήσει τότε, μόνο που εκείνη τη φορά οι ρόλοι ήταν αντεστραμμένοι ή, τουλάχιστον, στο περίπου.
"Σε θέλω", του είχε πει.
Είχε αργήσει πολύ να της απαντήσει. Κι όταν τελικά της απάντησε, δεν ήταν αυτό που περίμενε να ακούσει. Αν τη ρωτούσε κανείς τότε, φυσικά, θα του έλεγε ότι δεν ήξερε τι περίμενε να ακούσει. Αλλά τώρα, τόσα χρόνια μετά, δεν ήταν και τόσο σίγουρη ως προς αυτό.
"Γιατί μου το λες τώρα; Φεύγεις αύριο".
Κι αυτή ήταν η ιστορία της ζωής της, καθώς έδειχναν τα πράγματα. Όλα τα σημαντικά πράγματα συνέβαιναν όταν έφευγε. Έτσι και τώρα. Την επόμενη μέρα θα πήγαινε στο χωριό για καλοκαίρι κι εκείνος είχε θυμηθεί να της το πει την τελευταία στιγμή. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι η αίσθηση θα ήταν τόσο παράδοξη. Άραγε έτσι να είχε νιώσει και το Σκοτεινό Αντικείμενο όταν του είχε πει ότι τον ήθελε, μια μέρα προτού γυρίσει στην Αθήνα;
Η βουτιά στο παρελθόν τελείωσε τόσο απότομα όσο είχε αρχίσει και ξαναβρέθηκε πίσω, να δυσκολεύεται να τον κοιτάξει στα μάτια ή να μιλήσει ή να κάνει το οτιδήποτε, γενικότερα. Την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού με μια τρυφερότητα που έκανε την καρδιά της να χάσει έναν χτύπο.
"Τελικά μπορώ να σε φιλήσω ή όχι";
Αν εξαιρούσε κανείς το γεγονός ότι τα γόνατά της είχαν γίνει νερό και δεν ήταν πολύ σίγουρη σχετικά με το κατά πόσο ανέπνεε, ναι, γιατί όχι; Δεν ήταν δα ότι δεν το ήθελε. Κάθε άλλο. Το ήθελε τόσο πολύ που, τώρα που θα γινόταν επιτέλους, είχε την αίσθηση πως έχανε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της.
Ανασήκωσε τους ώμους ξεψυχισμένα, γνωρίζοντας καλά πως, πιθανότατα, δεν ήταν αυτή η απάντηση που εκείνος προσδοκούσε. Ωστόσο, ήταν η μόνη απάντηση που μπορούσε να δώσει χωρίς να ανοίξει το στόμα της. Γιατί, αν έκανε το λάθος να το ανοίξει, ήταν σίγουρη πως κάποια μαλακία θα έλεγε και θα χάλαγε τα πάντα. Κι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε.
Παρόλα αυτά, η έλλειψη ευφράδειας εκ μέρους της δεν έδειξε να τον πτοεί και έκανε αυτό ακριβώς που είχε απειλήσει ότι θα έκανε εξαρχής.
Φλασμπακ νούμερο δύο. Στη συναυλία των Guardian το 2007, σε μια από τις πιο ωραίες νύχτες της ζωής της, τότε που μπορούσε ακόμη να περνάει καλά χωρίς να τη νοιάζει τίποτα και κανείς, πριν το Σκοτεινό Αντικείμενο θυμηθεί, τελικά, έξι μήνες μετά, ότι κι αυτό την ήθελε και πριν το σύμπαν της γαμηθεί μεγαλοπρεπώς.
Είχε πιστέψει ότι είχε ξεχάσει πώς ήταν. Όχι το να φιλάς κάποιον, αυτό είναι σαν το ποδήλατο, δεν ξεχνιέται ποτέ. Όχι. Είχε πιστέψει ότι είχε ξεχάσει πώς ήταν να είσαι τόσο απόλυτα και ολοκληρωτικά χαρούμενος που να νομίζεις ότι θα εκραγεί το στήθος σου και θα πεταχτεί έξω η καρδιά σου, μόνο και μόνο επειδή το σώμα σου δεν τη χωράει. Έκανε λάθος. Θυμόταν. Θυμόταν πολύ καλά.
Γιατί μερικά πράγματα δεν τα ξεχνάς, διάολε, και γιατί η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται, ως σωστή πουτάνα που είναι.
Κι αυτή ήταν η ιστορία της ζωής της, καθώς έδειχναν τα πράγματα. Όλα τα σημαντικά πράγματα συνέβαιναν όταν έφευγε. Έτσι και τώρα. Την επόμενη μέρα θα πήγαινε στο χωριό για καλοκαίρι κι εκείνος είχε θυμηθεί να της το πει την τελευταία στιγμή. Ποτέ δεν είχε φανταστεί ότι η αίσθηση θα ήταν τόσο παράδοξη. Άραγε έτσι να είχε νιώσει και το Σκοτεινό Αντικείμενο όταν του είχε πει ότι τον ήθελε, μια μέρα προτού γυρίσει στην Αθήνα;
Η βουτιά στο παρελθόν τελείωσε τόσο απότομα όσο είχε αρχίσει και ξαναβρέθηκε πίσω, να δυσκολεύεται να τον κοιτάξει στα μάτια ή να μιλήσει ή να κάνει το οτιδήποτε, γενικότερα. Την πήρε αγκαλιά και τη φίλησε στην κορυφή του κεφαλιού με μια τρυφερότητα που έκανε την καρδιά της να χάσει έναν χτύπο.
"Τελικά μπορώ να σε φιλήσω ή όχι";
Αν εξαιρούσε κανείς το γεγονός ότι τα γόνατά της είχαν γίνει νερό και δεν ήταν πολύ σίγουρη σχετικά με το κατά πόσο ανέπνεε, ναι, γιατί όχι; Δεν ήταν δα ότι δεν το ήθελε. Κάθε άλλο. Το ήθελε τόσο πολύ που, τώρα που θα γινόταν επιτέλους, είχε την αίσθηση πως έχανε τον κόσμο κάτω από τα πόδια της.
Ανασήκωσε τους ώμους ξεψυχισμένα, γνωρίζοντας καλά πως, πιθανότατα, δεν ήταν αυτή η απάντηση που εκείνος προσδοκούσε. Ωστόσο, ήταν η μόνη απάντηση που μπορούσε να δώσει χωρίς να ανοίξει το στόμα της. Γιατί, αν έκανε το λάθος να το ανοίξει, ήταν σίγουρη πως κάποια μαλακία θα έλεγε και θα χάλαγε τα πάντα. Κι αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που ήθελε.
Παρόλα αυτά, η έλλειψη ευφράδειας εκ μέρους της δεν έδειξε να τον πτοεί και έκανε αυτό ακριβώς που είχε απειλήσει ότι θα έκανε εξαρχής.
Φλασμπακ νούμερο δύο. Στη συναυλία των Guardian το 2007, σε μια από τις πιο ωραίες νύχτες της ζωής της, τότε που μπορούσε ακόμη να περνάει καλά χωρίς να τη νοιάζει τίποτα και κανείς, πριν το Σκοτεινό Αντικείμενο θυμηθεί, τελικά, έξι μήνες μετά, ότι κι αυτό την ήθελε και πριν το σύμπαν της γαμηθεί μεγαλοπρεπώς.
Είχε πιστέψει ότι είχε ξεχάσει πώς ήταν. Όχι το να φιλάς κάποιον, αυτό είναι σαν το ποδήλατο, δεν ξεχνιέται ποτέ. Όχι. Είχε πιστέψει ότι είχε ξεχάσει πώς ήταν να είσαι τόσο απόλυτα και ολοκληρωτικά χαρούμενος που να νομίζεις ότι θα εκραγεί το στήθος σου και θα πεταχτεί έξω η καρδιά σου, μόνο και μόνο επειδή το σώμα σου δεν τη χωράει. Έκανε λάθος. Θυμόταν. Θυμόταν πολύ καλά.
Γιατί μερικά πράγματα δεν τα ξεχνάς, διάολε, και γιατί η ιστορία έχει την τάση να επαναλαμβάνεται, ως σωστή πουτάνα που είναι.


3 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:
"Ως σωστή πουτάνα που είναι..."
Τι σημαίνει αυτό;
Μην το πάρεις προσωπικά, αλλά αποφεύγω να εξηγώ τι εννοώ μ' αυτά που γράφω. Έχοντας περάσει το μεγαλύτερο μέρος της ζωής μου ως φανατική αναγνώστρια, έχω μάθει ότι η μαγεία ενός κειμένου -σε αντίθεση μ' αυτήν μιας ταινίας ή ενός πίνακα, π.χ.- έγκειται ακριβώς στο ότι αφήνει κάποια πράγματα καθαρά επάνω στη φαντασία του αναγνώστη. Οπότε σίγουρα σημαίνει κάτι για μένα, αλλά αυτό το κάτι δεν θέλω απαραίτητα να το "επιβάλω" σε όσους με διαβάζουν. Μπορεί για σένα να σημαίνει κάτι άλλο, μπορεί και τίποτα, αυτό εξαρτάται καθαρά από σένα.
Aγαπάω τα κείμενά σου. Αυτό ιδιαίτερα όμως μόνο και μόνο για τον τίτλο (και την αναφορά στους Guardian)...
Δημοσίευση σχολίου