25.9.11

Ντόμινο

| |



Τι θέλω”;

Γέλασε, μ'εκείνο το βαθύ, βραχνό γέλιο της και τίναξε πίσω τα κατακόκκινα μαλλιά της.

Σίγουρα όχι παγκόσμια ειρήνη”, σχολίασε ανασηκώνοντας τους ώμους της με μια κίνηση που μπορεί να έμοιαζε φυσική αλλά ήξερα καλά πως δεν ήταν.

Τίποτε από όσα έκανε δεν ήταν αυθόρμητο. Αυτό δεν με κολάκευε ιδιαίτερα, δεδομένου ότι σήμαινε πως είχε σταθεί ικανή να προβλέψει με τόση ακρίβεια τις αντιδράσεις μου από τη στιγμή που τη βρήκα να περιμένει στο κατώφλι μου μέχρι τώρα. Από την άλλη, ίσως δεν έπρεπε να κρίνω τον εαυτό μου τόσο αυστηρά. Στο κάτω-κάτω, εγώ δεν κουβαλούσα αιώνες στην πλάτη μου.

Έγλειψε αργά τα χείλη της και, χωρίς να το θέλω, αυτή της η κίνηση μου τράβηξε την προσοχή, κόκκινα, τόσο κόκκινα και τα ήθελα απεγνωσμένα πάνω μου, όπως μια φορά κι έναν καιρό. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου απότομα, σε μια προσπάθεια να ξεφύγω από όλα αυτά τα οποία ξυπνούσε μέσα μου, αλλά ήξερα καλύτερα. Ποιος θα μπορούσε να της αντισταθεί;

Και τελικά τι θες”; τη ρώτησα απότομα.

Μου έριξε ένα σχεδόν πληγωμένο βλέμμα -σχεδόν, γιατί δεν είχα την ψευδαίσθηση ότι οτιδήποτε και να έκανε ένα ασήμαντο πλάσμα όπως η αφεντιά μου θα μπορούσε να την πληγώσει.

Πολύ καλά, λοιπόν. Δεν είχα σκοπό να πάει έτσι αυτή η συζήτηση, αλλά αν αυτό επιθυμείς...”

Σταύρωσε τα πόδια της και η μπλε, ατσαλάκωτη καπαρντίνα που φορούσε άνοιξε, αποκαλύπτοντας πανάκριβες κάλτσες ως εκεί που έφτανε το μάτι και γυμνό δέρμα πιο πάνω, τίποτε άλλο. Αναρωτήθηκα αν στ' αλήθεια δεν είχε έρθει με σκοπό να με αποπλανήσει. Όχι πως αυτό θα χρειαζόταν ιδιαίτερη προσπάθεια, δεδομένης της προϊστορίας μας. Προϊστορία. Αποπλάνηση. Πισώπλατα μαχαιρώματα. Χειραγώγηση. Αυτό ήταν το παιχνίδι της μια ζωή, όσο την ήξερα και πιο πριν ακόμη, προτού καν γεννηθώ. Εκατοντάδες χρόνια πριν.

Κόφ' το” πέταξα εκνευρισμένα μέσα από τα δόντια μου. “Ό,τι κι αν είναι αυτό που μου κάνεις, σταμάτησέ το. Αλλιώς φύγε. Δεν είσαι πλέον ευπρόσδεκτη εδώ. Ή μήπως νομίζεις ότι ξέχασα τόσο γρήγορα”;

Το χαμόγελο σβήστηκε από τα χείλη της και η έκφρασή της σοβάρεψε απότομα. Ξαφνικά, δεν μπορούσα να καταλάβω τις προθέσεις της κι αυτό με ανησυχούσε περισσότερο κι από την πιθανότητα να είχε όντως έρθει για να περάσει μια νύχτα στο κρεβάτι μου.

Θέλω να σκοτώσεις κάποιον”.

Αναστέναξα. Φυσικά. Τι άλλη χρησιμότητα θα μπορούσε να έχει για κάποιον όπως εγώ;

Ευχαριστώ για την ειλικρίνεια, αλλά όχι. Δεν σου χρωστάω τίποτα”.

Προτού καλά-καλά το καταλάβω, είχε βρεθεί σκυμμένη από πάνω μου, με το ένα της πόδι λυγισμένο, να ακουμπάει στον καναπέ, χιλιοστά από το δεξί μου χέρι, και το άλλο ανάμεσα στα δύο δικά μου. Το ύφασμα της καπαρντίνας άνοιξε λίγο ακόμη, επιδεικνύοντας επιμελώς μερικά ακόμη εκατοστά γυμνής, κατάλευκης σάρκας. Το άρωμά της με τύλιξε και το πρόσωπό της, τόσο κοντά μου, ήταν ένα θέαμα που δεν μπορούσα να αποφύγω ακόμη κι αν ήθελα. Και δεν ήθελα.

Ένα ζευγάρι καταπράσινα, αφύσικα φωτεινά μάτια, καρφώθηκε στα δικά μου και μου προκάλεσε ρίγη μέχρι τα βάθη της ύπαρξής μου. Αψεγάδιαστη. Τέλεια. Κατακόκκινα μαλλιά γλίστρησαν μπροστά. Μάγισσα. Πλανεύτρα. Το χέρι μου κινήθηκε σχεδόν από μόνο του, γραπώνοντας τον μηρό της με βία και τραβώντας την πάνω μου. Διπρόσωπη. Υπολογίστρια. Την άρπαξα από τα μαλλιά και πλησίασα τα χείλη μου στο αφτί της. Τα μάτια της είχαν μισοκλείσει από την καύλα και ο τρόπος με τον οποίο έμοιαζε να ανταποκρίνεται σε κάθε μου άγγιγμα καθιστούσε αυτό που επρόκειτο να κάνω ακόμη πιο δύσκολο. Ένας θεός ήξερε πόσος καιρός είχε περάσει από την τελευταία φορά που μια γυναίκα με είχε αγγίξει μ'αυτόν τον τρόπο.

Είπα. Όχι.”

Τα μάτια της άνοιξαν αργά, μεθυσμένα από πόθο και επιθυμία.

Δεν με νοιάζει”, μουρμούρισε.

Και κάθε ανάμνηση του παρελθόντος, του πώς με είχε προδώσει, πώς με είχε αφήσει να πεθάνω μόνος, πολεμώντας τους δικούς της διώκτες, σβήστηκε μεμιάς. Έπιασα τα πέτα της καπαρντίνας της και την απομάκρυνα από κοντά μου. Με κοίταξε σχεδόν ικετευτικά.

Δεν υπόσχομαι τίποτα”, είπα κοφτά.

Πέρασε και το άλλο της πόδι από πάνω μου και με καβάλησε.

Δεν με νοιάζει”, επανέλαβε βραχνά.

Της άνοιξα την καπαρντίνα αργά, βασανιστικά αργά. Το δέρμα της ήταν τόσο απαλό και δροσερό όσο το θυμόμουν. Ήταν δροσερή παντού, μέσα και έξω. Ποτέ δεν είχα καταφέρει να το συνηθίσω απόλυτα αυτό, παρόλο που, κατά τα φαινόμενα, δρούσε ως αφροδισιακό επάνω μου.

Δεν την πήγα στο κρεβάτι. Όχι ξανά. Αυτό έπρεπε να το κερδίσει. Δεν έβγαλα καν τα ρούχα μου. Και σίγουρα δεν ήμουν καλός μαζί της. Κάθε αμυχή και κάθε σημάδι που μου έκαναν εκείνη την καταραμένη νύχτα εξαιτίας της, της τα ανταπέδωσα στο δεκαπλάσιο. Όταν τέλειωσα μαζί της, έδειχνε εξίσου τέλεια και αψεγάδιαστη όπως συνήθως. Τη μίσησα στιγμιαία γι'αυτό. Μου είχε πάρει μήνες να αναρρώσω μετά το βράδυ εκείνο.

Ικανοποιήθηκες”; με ρώτησε χαμηλόφωνα. “Πήρες την εκδίκησή σου”;

Τη χτύπησα χωρίς να το πολυσκεφτώ. Ούτε καν μια κοκκινίλα. Τίποτα. Τέλεια. Αψεγάδιαστη.

Ούτε καν ξεκίνησα”.

Σηκώθηκε με μια ρευστή κίνηση από το πάτωμα όπου την είχα αφήσει κι άρχισε να φοράει ό,τι είχε απομείνει από τα ρούχα της. Την έπιασα από τον καρπό και την τράβηξα κοντά μου. Υπάκουσε αδιαμαρτύρητα. Την ανάγκασα να με κοιτάξει. Δεν υπήρχε τίποτα εκεί, τίποτα που να μπορώ να διαβάσω. Μάγισσα. Πλανεύτρα.

Πες μου γι'αυτόν που θέλεις να σκοτώσω”, είπα τελικά, μετά από μια μακριά σιωπή.

Απελευθερώθηκε από τη λαβή μου και άνοιξε τον χαρτοφύλακα τον οποίο την είχα δει να κρατάει όταν γύρισα από τη δουλειά και τη βρήκα να με περιμένει. Μου έδωσε ένα βιβλίο. Ήταν πολύ μικρό, όχι μεγαλύτερο από πενήντα ή εξήντα σελίδες. Το εξώφυλλό του είχε ένα παράξενο χρώμα, κάτι ανάμεσα σε μαύρο και ασημί και, γραμμένος με κατακόκκινα γράμματα, ήταν ο τίτλος “Οι Μέρες του Αίματος”.

Ανασήκωσα εύγλωττα τα φρύδια μου και την κοίταξα ερωτηματικά.

Θέλω να βρεις αυτή που το έγραψε και να το διευθετήσεις”.

Αυτός ήταν ο τρόπος της να μου πει πως ήθελε να τη σκοτώσω.

Γιατί”;

Μας εκθέτει. Όλους μας. Τους Νυκτόβιους, για αρχή, αλλά ξέρεις πώς πάνε αυτά τα πράγματα. Είναι ντόμινο. Ένας μας να πέσει, θα πέσουμε όλοι”.

Είχε δίκιο. Κι αν ίσχυαν όσα έλεγε, τότε αυτό ήταν πολύ πιο σοβαρό απ' όσο είχα πιστέψει αρχικά. Το οποίο με άφηνε με μια μόνο απορία.

Γιατί ήρθες σε μένα; Γιατί δεν πήγες κατευθείαν στον Βαρούχ”;

Χαμογέλασε δειλά και ανασήκωσε τους ώμους της.

Ήθελα να σε δω. Είχα την ελπίδα πως αν σου έδινα κάτι τόσο μεγάλο να πας στο αφεντικό σου ίσως και να σκεφτόσουν να με συγχωρέσεις”.

Την πλησίασα και πήρα το πρόσωπό της στα χέρια μου. Τη φίλησα κι απομακρύνθηκα μόνο όταν ένιωσα έναν ελαφρύ πόνο στο εσωτερικό του χείλους μου. Αίμα έσταξε στο πηγούνι μου.

Κορνηλία...”

Μάτια μαύρο-μέσα-σε-μαύρο και κατάλευκοι κυνόδοντες, μυτεροί σαν βελόνες. Με ένα απότομο τίναγμα του κεφαλιού επανήλθε και πάλι στον γνώριμο εαυτό της, πράγμα που με ανακούφισε κάπως. Όταν γινόταν έτσι δεν ήταν εύκολο να ξεχνάω πως είχε σκοτώσει χωρίς τύψεις στο παρελθόν και θα το έκανε ξανά στο μέλλον αν χρειαζόταν. Δεν ήταν εύκολο να ξεχνάω τι ήταν. Αλλά, από την άλλη, ίσως αυτό ακριβώς να είχα ανάγκη. Να θυμάμαι.

Την έσπρωξα μακριά μου.

Δεν ξέρω τι παιχνίδι παίζεις ούτε γιατί δεν ήθελες να μιλήσεις προσωπικά με τον Βαρούχ γι'αυτό. Φαντάζομαι πως έχεις τους λόγους σου και πως με κάποιον τρόπο σχετίζονται με το δικό σου προσωπικό όφελος, όπως πάντα. Αλλά είσαι γελασμένη αν νομίζεις πως θα χορέψω στο ρυθμό σου”.

Έκλινε το κεφάλι της στο πλάι και με περιεργάστηκε για λίγο, σαν να σκεφτόταν με ποιον τρόπο θα μπορούσε να με διαμελίσει καλύτερα. Στο τέλος, μου γύρισε την πλάτη και απλά συνέχισε να φοράει τα ρούχα της, ενώ εγώ προσπαθούσα να αποφασίσω αν ήθελα να την καρατομήσω ή να την πηδήξω μέχρι να ικετεύει για έλεος. Μάλλον η αλήθεια βρισκόταν κάπου ανάμεσα στα δύο.

Έδεσε τη ζώνη της καπαρντίνας της, τη ζώνη την οποία είχα χρησιμοποιήσει για να δέσω την ίδια λίγο νωρίτερα, και πήρε το χαρτοφύλακά της. Δεν μου ζήτησε το βιβλίο. Σταμάτησε στην πόρτα και στράφηκε προς το μέρος μου.

Διάβασέ το. Και τότε έλα να μου πεις αν παίζω παιχνίδια, Ανάθεμα”.

Η πόρτα έκλεισε μ' έναν τρόπο τόσο τελεσίδικο που σχεδόν με έκανε να ευχηθώ να μπορούσα να πάρω πίσω όσα είχα πει. Ξάπλωσα στον καναπέ που είχε ακόμα το άρωμά της και βάλθηκα να διαβάζω. Κι από τις πρώτες κιόλας σελίδες κατάλαβα πως δεν μου είχε πει ψέματα. Αυτό ήταν πολύ μεγαλύτερο από κάποια προσωπική πλεκτάνη για εξουσία. Αυτό ήταν κάτι που απειλούσε να μας καταστρέψει όλους. Κι αν όλοι εμείς χανόμασταν, τι τέρατα θα είχε η ανθρωπότητα για να φοβάται και να μισεί και να πολεμάει; 

2 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:

υπόσχομαι να μην κάνω κανένα reference στην όμορφη μικρή τσοπάνα είπε...

Άντε, μας κάβλωσες νυχτιάτικα.

Μου δημιουργείς απορίες για το πόσο αφοσιωμένος θα είναι ο εν δυνάμει δολοφόνος στο task του. Κάτι μου λεει οτι έχουμε ανατροπή. Και άσχετο αλλά το όνομα Βαρούχ εμένα γιατί μου λεει κάτι; brainfart ή όντως θα '΄πρεπε να μου λεει κάτι; Anyhoo, δώσε τσόντα στο λαό και κυρίως καλό plot. Here, you deliver.

On to the next one now..

elgalla είπε...

@ she who shall not be named

Αυτός ήταν ο σκοπός μου.

Μπορεί να το έχεις διαβάσει στο intro που σου είχα στείλει γι'αυτήν την ιστορία. Μπορεί να το έχεις διαβάσει στο Κεχριμπαρένιο Τηλεσκόπιο, αν έχεις διαβάσει Philip Pullman that is. Μπορεί και να το έχεις διαβάσει στην Παλαιά Διαθήκη αν και, somehow, I wouldn't bet my money on that. :P

About Me

Η Φωτό Μου
Writing is flying in dreams. When you remember. When you can. When it works. It's that easy.

Άλλες Κρύπτες

In Da Cryptarchivo