Previously on Tales From the Crypt - Θεριστές
Ο δρόμος της επιστροφής έμοιαζε να διαρκεί αιώνες. Η Ραίην κοιτούσε έξω από το τζάμι σιωπηλή κι εγώ ήμουν προσηλωμένος στη διαδρομή. Συχνά της έριχνα μια κλεφτή ματιά, αλλά, αν είχε καταλάβει κάτι, δεν το έδειχνε. Έπαιζε αφηρημένα με μια μαύρη τούφα και μασουλούσε το κάτω χείλος της χωρίς να μοιάζει να έχει επίγνωση του τι έκανε ή για ποιο λόγο. Σκεφτόμουν -τι άλλο;- την Κορνηλία. Ένα κομμάτι του εαυτού μου ήθελε να γυρίσει πίσω και να περάσει τη νύχτα μαζί της. Ένα άλλο, πάλι, ήξερε καλύτερα.
“Είχες δίκιο”.
Η φωνή της με ξάφνιασε και, για λίγα δευτερόλεπτα, δεν ήμουν καν σίγουρος για το ποιος μου μιλούσε και σε τι μπορεί να αναφερόταν. Της έριξα ένα φευγαλέο, απορημένο βλέμμα κι έστρεψα πάλι τα μάτια μου στο δρόμο μπροστά μου.
“Για την Κορνηλία, εννοώ. Είχες δίκιο ότι δεν ήταν αυτό που νόμιζα”.
Θα περίμενε κανείς πως μετά από τα τόσα χρόνια εκπαίδευσης, θα είχα μάθει να ελέγχω καλύτερα τις αντιδράσεις μου. Και πράγματι, θα έπρεπε. Αλλά ήταν κάτι το οποίο ποτέ δεν είχα καταφέρει να πετύχω. Τα φρύδια μου υψώθηκαν σαν να είχαν δική τους θέληση.
“Αλήθεια”.
Ακόμη κι εγώ δεν δυσκολεύτηκα να αναγνωρίσω την ειρωνεία στη φωνή μου. Με την άκρη του ματιού μου, την είδα να χαμογελάει αμυδρά.
“Μπορείς να μην ακούγεσαι τόσο δύσπιστος αν θες. Και, εν πάσει περιπτώσει, αμφιβάλλω αν εννοούμε το ίδιο”.
“Μιλάς με γρίφους”.
Ανασήκωσε ελαφρά τους ώμους της.
“Έχεις σκοτώσει πολλούς Νυκτόβιους, έτσι δεν είναι”; με ρώτησε.
Δεν ήμουν σίγουρος αν καταλάβαινα πού το πήγαινε ή αν ήθελα να προσπαθήσω να μαντέψω.
“Αρκετούς”, απάντησα τελικά, περισσότερο επειδή έπρεπε να απαντήσω κάτι παρά για οποιονδήποτε άλλο λόγο.
Ένευσε καταφατικά.
“Κι εγώ έχω σκοτώσει δυο φορές τόσους. Ποιο είναι το ένα κοινό πράγμα που έχουν όλοι οι Νυκτόβιοι, Σεζάρ”;
Αν το μισό μου μυαλό δεν ήταν απασχολημένο με το να ανησυχεί σχετικά με το πώς αυτή η κουβέντα θα κατέληγε πίσω στην Κορνηλία, σίγουρα θα είχα βρει πολλά πράγματα που να έχουν κοινά όλοι οι Νυκτόβιοι. Αλλά εκείνη τη στιγμή λειτουργούσα μόνο με μισό εγκέφαλο και αυτός έπρεπε να προσέχει μην τυχόν και τρακάρουμε.
“Είναι...λάθος. Μπορεί με την πρώτη ματιά να φαίνονται όμορφοι, ίσως ακόμη και υπερβολικά όμορφοι, όμως αν τους παρατηρήσεις το βλέπεις πεντακάθαρα. Κάτω από την επιφάνεια, είναι ατελείς και ελαττωματικοί. Σαν κάτι που έσπασε και μετά κόλλησε στραβά”.
Ήταν αλήθεια. Αλλά ήταν το τελευταίο που περίμενα να ακούσω. Ευτυχώς, αυτή τη φορά δεν περίμενε να της απαντήσω για να συνεχίσει.
“Αλλά αυτή δεν είναι έτσι. Είναι τέλεια. Αψεγάδιαστη. Δεν υπάρχει τίποτα το ελαττωματικό πάνω της. Δεν είναι συνηθισμένη Νυκτόβια, Σεζάρ. Είναι κάτι άλλο. Πιθανότατα κάτι πολύ πιο επικίνδυνο”.
Έστριψα αριστερά σ΄ένα σκοτεινό, απομονωμένο δρομάκι. Σε λίγο θα φτάναμε.
“Πάντα πίστευα πως αυτό ήταν θέμα ηλικίας. Στο είπα, είναι η αρχαιότερη Νυκτόβια που γνωρίζω”.
Κούνησε το κεφάλι της αρνητικά.
“Δεν είναι αυτό”, είπε με έμφαση. “Αν μη τι άλλο, με τα χρόνια το εξωτερικό τους προσωπείο παραμορφώνεται, γίνεται ένα μ'αυτό που είναι πραγματικά. Με τα χρόνια χάνουν ακόμη κι αυτό το περίβλημα της ελαττωματικής ομορφιάς”.
Δεν υπήρχε τίποτα που να μπορώ να απαντήσω σ'αυτό. Η αλήθεια ήταν -και το ήξερα πολύ καλά- πως είχε δίκιο. Δεν ήταν ότι δεν μου είχε περάσει ποτέ από το μυαλό η πιθανότητα η Κορνηλία να μην είναι ακριβώς αυτό που πίστευα πως ήταν, αλλά κάθε φορά την απωθούσα στο πίσω μέρος του μυαλού μου. Κόκκινα μαλλιά, λευκό δέρμα, φωτεινά, πράσινα μάτια και αιμάτινα χείλη, αυτό ήταν το μόνο που έβλεπα όποτε την κοίταζα. Ήταν δύσκολο να σκεφτώ οτιδήποτε άλλο όταν ήμουν μαζί της. Πράγμα που με έκανε να απορώ, από τη μία, σχετικά με το πώς τα είχε καταφέρει η Ραίην, αλλά από την άλλη με έκανε να τη θαυμάζω και, ίσως, να τη ζηλεύω και λίγο.
Έστριψα δεξιά σε ένα αδιέξοδο και κοίταξα προσεκτικά γύρω μου. Όχι ότι υπήρχε η οποιαδήποτε πιθανότητα να μας δει κανείς -η υπηρεσία διάλεγε πολύ προσεκτικά τους κόμβους μεταφοράς που χρησιμοποιούσε, αλλά ποτέ δεν έβλαπτε να είσαι προσεκτικός. Αφού βεβαιώθηκα πως δεν μας παρακολουθούσαν, οδήγησα το αμάξι κατευθείαν επάνω στον τοίχο. Παρατήρησα πως η Ραίην έκλεισε τα μάτια της σφιχτά την τελευταία στιγμή και χαμογέλασα ελαφρά. Ακόμη δεν είχε καταφέρει να το συνηθίσει. Περάσαμε μέσα από τον τοίχο σαν να ήταν ένα παραπέτασμα φτιαγμένο από νερό και, για μας που γνωρίζαμε τι ακριβώς υπήρχε από πίσω, ήταν ακριβώς αυτό. Για κάποιον κοινό θνητό, όμως, που δεν θα έβαζε με το νου του πως τέτοια πράγματα θα μπορούσαν στ'αλήθεια να υπάρχουν, αυτός ο τοίχος θα ήταν εξίσου στέρεος με οποιονδήποτε άλλο.
Πάρκαρα το αμάξι στην πρώτη κενή θέση που βρήκα. Η Ραίην είχε βγει ήδη έξω όταν έσβησα τη μηχανή και με περίμενε χτυπώντας ανυπόμονα το πόδι της στο τσιμέντο. Προτού καλά κλειδώσω, είχε ξεκινήσει για το ασανσέρ. Αναρωτήθηκα αν είχε θυμώσει μαζί μου, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ τι θα μπορούσα να έχω κάνει που να υποκίνησε την οργή της τόσο ξαφνικά. Ανασήκωσα τους ώμους, ανήμπορος να κάνω οτιδήποτε άλλο, και την ακολούθησα.
Οι πόρτες του ασανσέρ άνοιξαν στο ισόγειο κι αμέσως κάθε ίχνος ησυχίας εξαφανίστηκε. Ήταν λες και τα τρία τέταρτα των ενεργών πρακτόρων της υπηρεσίας -τουλάχιστον- είχαν βρει τη συγκεκριμένη ώρα της νύχτας για να δουλέψουν. Δεν ήταν τόσο σπάνιο, ούτε τόσο παράξενο. Όταν κάποιος έκανε τη δουλειά που κάναμε εμείς, ήταν επόμενο το βιολογικό του ρολόι να διαταράσσεται οριστικά και αμετάκλητα. Πολύ συχνά έπρεπε να αναζητήσουμε πλάσματα που κυκλοφορούσαν μόνο μετά τη δύση του ήλιου, με αποτέλεσμα οι μέρες και οι νύχτες να αντιστρέφονται για μας. Από την άλλη, βέβαια, μετά από κάθε τέτοια δουλειά υπήρχαν αναφορές που έπρεπε να γραφτούν, φόρμες που έπρεπε να συμπληρωθούν και, γενικότερα, κάθε είδους άχαρες και βαρετές γραφειοκρατικές διαδικασίες, οι οποίες απαιτούσαν την προσοχή μας κατά τη διάρκεια της μέρας. Ήταν μια κατάσταση από την οποία δεν μπορούσες να βγεις κερδισμένος. Τουλάχιστον, ένα από τα θετικά του να επιστρέφεις από τον κόσμο των νεκρών ήταν ότι δεν ένοιωθες κούραση. Όχι πως δεν χρειαζόμασταν ύπνο, απλά, μπορούσαμε να παραμείνουμε ξάγρυπνοι και λειτουγικοί για αρκετές μέρες προτού ο οργανισμός μας αρχίσει να διαμαρτύρεται. Το ίδιο ίσχυε και με το φαγητό.
Υπήρχε τόσος κόσμος στον αποστειρωμένα λευκό, φωτισμένο διάδρομο, που σχεδόν δυσκολευόμουν να ακολουθήσω τη Ραίην. Λευκές πόρτες άνοιγαν και έκλειναν δεξιά κι αριστερά μας, φωνές ακούγονταν από διάφορες κατευθύνσεις, σε περισσότερες γλώσσες από όσες καταλάβαινα ή από όσες θα μπορούσα ποτέ να μάθω. Ο κόσμος ελαττώθηκε όταν φτάσαμε στη διακλάδωση που οδηγούσε στα προσωπικά διαμερίσματα των πρακτόρων και, τελικά, την έφτασα. Την άρπαξα από τον αγκώνα και την ανάγκασα να σταματήσει.
“Τι συμβαίνει”; τη ρώτησα με ειλικρινή απορία.
Μου έριξε ένα εξεταστικό βλέμμα και ξεγλίστρησε από τη λαβή μου.
“Τίποτα. Απλά, σκέφτομαι”.
“Την Κορνηλία”;
Ίσως είχα κάνει λάθος. Ίσως η Ραίην να μην ήταν τόσο ανθεκτική στην επιρροή της Κορνηλίας όσο πίστευα. Σκέψη που επαληθεύτηκε όταν την είδα να νεύει καταφατικά. Ο στιγμιαίος δισταγμός που φανερώθηκε στο πρόσωπό της δεν διέφυγε της προσοχής μου. Ανασήκωσα τα φρύδια μου εύγλωττα, αδυνατώντας να κρύψω την ευθυμία μου. Με κοίταξε αγριεμένα και μου γύρισε την πλάτη, συνεχίζοντας το δρόμο της. Γυναίκες, σκέφτηκα από μέσα μου.
Δεν καταλάβαινα πού πηγαίναμε, μέχρι που την είδα να κοντοστέκεται μπροστά στη μία και μοναδική μαύρη πόρτα του ορόφου.
“Ραίην”;
Αυτή τη φορά δεν μου έδωσε σημασία. Παρατηρούσε την πόρτα σαν να φοβόταν να την ανοίξει. Δεν την αδικούσα. Η Πυθία ήταν για μας κάτι εφάμιλλο του Ιερού Δισκοπότηρου. Κανείς δεν επιτρεπόταν να της μιλάει και κανείς μας δεν την είχε δει ποτέ. Ο μόνος που είχε το δικαίωμα να την αντικρίζει ήταν ο Βαρούχ κι αυτός ήταν ιδιαίτερα μυστικοπαθής σχετικά με τις συναντήσεις τους. Πολλές φορές την είχα φανταστεί και ήξερα πως το ίδιο κάναμε όλοι μας. Για μένα, ήταν μια ηλικιωμένη γυναίκα, ντυμένη εκκεντρικά, που εμφανιζόταν μέσα σε αρωματικούς καπνούς. Πριν πεθάνω, είχα συναντήσει μια τσιγγάνα μάγισσα και, σε μεγάλο βαθμό, η εντύπωσή μου για την Πυθία προερχόταν από εκείνη τη συνάντηση. Αλλά τίποτα δεν θα μπορούσε να με έχει προετοιμάσει γι' αυτό που θα έβλεπα.
Τελικά, η Ραίην στράφηκε προς το μέρος μου. Αντικρουόμενα συναισθήματα διακρίνονταν στο βλέμμα της. Από τη μία, την έτρωγε η περιέργεια, όπως κι εμένα. Από την άλλη, έτρεμε τις επιπτώσεις. Όπως κι εγώ. Αναρωτήθηκα αν υπήρχε οτιδήποτε σ'αυτή τη γη για το οποίο να άξιζε να προκαλέσουμε την οργή του Βαρούχ. Έκανα ένα αποφασιστικό βήμα προς την πόρτα. Αν υπήρχε έστω και ένα πράγμα, ήταν αυτό.
Άπλωσα το χέρι μου και, μετά από μερικά δευτερόλεπτα που μου πήρε για να προετοιμάσω τον εαυτό μου, άνοιξα. Το ήξερα πως δεν έπρεπε να βρισκόμαστε εκεί, πως δεν έπρεπε να κάνουμε αυτό που ετοιμαζόμασταν να κάνουμε. Ήξερα όμως και κάτι ακόμα και ήμουν σίγουρος πως κι η Ραίην είχε σκεφτεί το ίδιο κι αυτό ήταν που την είχε οδηγήσει μέχρι τη μαύρη πόρτα και αυτήν την απόφαση. Αν η Κορνηλία είχε πει στον Βαρούχ πως οι δικές της προσπάθειες είχαν αποτύχει κι αφού ο ίδιος είχε ήδη μιλήσει με την Πυθία σχετικά με το ζήτημα του μυστηριώδους βιβλίου, γιατί δεν μας είχε ενημερώσει; Γιατί μας είχε αφήσει να πιστεύουμε πως θα βρίσκαμε απαντήσεις αν μιλούσαμε στον Μπάστιαν ή έστω στην ίδια; Ήταν προφανές, όσο κι αν δεν ήθελα να το σκέφτομαι. Ο Βαρούχ είχε τη δική του αντζέντα σ'αυτήν την υπόθεση κι αυτό σήμαινε πως δεν μπορούσαμε να τον εμπιστευτούμε. Αυτό, φυσικά, δεν ήταν ιδιαίτερο πρόβλημα, δεδομένου ότι κανείς στην υπηρεσία δεν εμπιστευόταν πραγματικά τον Βαρούχ. Ήταν πολύ διαφορετικός από τους περισσότερους από εμάς κι έμοιαζε να δουλεύει για τη Suspiria από πάντα.
Μπήκα στο δωμάτιο προσεκτικά. Ένοιωθα την ανάσα της Ραίην στο λαιμό μου. Ενστικτωδώς, άπλωσα το χέρι μου και βρήκα το δικό της. Τα δάχτυλά μου τυλίχτηκαν γύρω από τον καρπό της και την τοποθέτησα πίσω μου, καλύπτοντας το σώμα της με το δικό μου, όπως έκανα στις πρώτες αποστολές που είχαμε αναλάβει μαζί, τότε που ακόμα την εκπαίδευα και πριν καταλήξει να γίνει αυτή η φονική μηχανή με εμφάνιση σκοτεινού αγγέλου στην οποία είχε μεταμορφωθεί.
Ένα αμυδρό μπλε φως ήταν ο μόνος μας οδηγός μέσα στο σκοτάδι. Μια μοναχική, μικροκαμωμένη φιγούρα ήταν σκυμμένη στο πάτωμα, αγκαλιάζοντας τα γόνατά της. Έμοιαζε να παρατηρεί κάτι με μεγάλη προσοχή, αλλά ήταν αδύνατο να καταλάβω τι από αυτήν την απόσταση. Πλησιάσαμε αργά και με κάθε επιφύλαξη. Όταν φτάσαμε στο ένα μέτρο από τον φωτισμένο κύκλο και η φιγούρα στράφηκε προς το μέρος μας, πίστεψα πως η καρδιά μου σταμάτησε για λίγο. Η Πυθία που είχα δημιουργήσει στο μυαλό μου δεν είχε καμία σχέση με την πραγματική.
Ήταν ένα νεαρό κορίτσι, όχι πάνω από δώδεκα ή δεκατριών ετών, αποστεωμένο σε τέτοιο βαθμό που μπορούσες να μετρήσεις τα κόκκαλά της ένα προς ένα. Το δέρμα της ήταν αφύσικα λευκό και διάφανο, γαλάζιες φλέβες διαγράφονταν πεντακάθαρα από κάτω του. Το κρανίο της ήταν τελείως γυμνό και λείο, χωρίς καθόλου μαλλιά, ενώ τα φρύδια και οι βλεφαρίδες της έλειπαν επίσης. Δεν ήταν ντυμένη, αλλα΄το κορμί της ήταν κατά τόπους καλυμμένο με επιδέσμους. Βελόνες ξεπρόβαλλαν από παντού επάνω της. Από αυτές έφευγαν μακριοί, λεπτοί σωλήνες, που κατέληγαν κάπου μέσα στο σκοτάδι. Ήταν γεμάτοι με ένα λευκοκίτρινο υγρό, το οποίο διοχέτευαν στο σώμα της επ' αόριστον. Τα μάτια της έμοιαζαν να μας κοιτούν χωρίς στ'αλήθεια να μας βλέπουν. Ήταν τελείως μαστουρωμένη. Το θέαμα ήταν ανατριχιαστικό και, κάτω από το μπλε φως, το παιδί έμοιαζε σχεδόν εξωγήινο.
Δεν μας έδωσε περαιτέρω σημασία. Αντ' αυτού, επέστρεψε σ'αυτό που με τόση προσήλωση κοιτούσε προτού τη διακόψουμε. Έκανα δύο διστακτικά βήματα και κοίταξα πάνω από τον σκελετωμένο της ώμο. Προσπαθούσε να φτιάξει ένα παζλ. Έπνιξα έναν καγχασμό. Φυσικά και θα προσπαθούσε να φτιάξει ένα παζλ, άλλωστε, ήταν παιδί.
“Το κάνεις λάθος”, άκουσα τη Ραίην να της λέει με μια φωνή που ποτέ πριν δεν την είχα ακούσει να χρησιμοποιεί.
Ήταν γλυκιά και τρυφερή, σχεδόν μητρική. Κούνησα το κεφάλι μου δύσπιστα. Αυτή η νύχτα, τελικά, ήταν γεμάτη εκπλήξεις. Η Πυθία ένευσε αρνητικά.
“Όχι”, είπε με μια βαθιά, στοιχειωμένη φωνή που δεν ταίριαζε καθόλου στο παρουσιαστικό της.
Άπλωσε ένα μακρύ, λεπτό δάχτυλο κι έδειξε δύο κομμάτια.
“Έχουν το ίδιο χρώμα, αλλά δεν ταιριάζουν. Το χρώμα είναι όμορφο, μα το ταίριασμα όχι. Δεν είναι σωστό. Αλλά εγώ κάνω αυτό που πρέπει να κάνω”.
Η Ραίην μου έριξε ένα βλέμμα γεμάτο απορία. Τι στο καλό; έμοιαζε να λέει. Η Πυθία, όμως, δεν έδειχνε να επηρεάζεται στο ελάχιστο από τέτοιες ασήμαντες, εξωτερικές παρεμβάσεις. Έδειξε δύο άλλα κομμάτια, κάπου πιο πέρα.
“Έχουν το ίδιο χρώμα και ταιριάζουν. Το χρώμα είναι όμορφο και το ταίριασμα είναι τέλειο. Είναι σωστό. Κι εγώ κάνω αυτό που πρέπει να κάνω”.
Άνοιξα το στόμα μου έτοιμος να σχολιάσω πως τίποτα από όλα αυτά δεν έβγαζε νόημα και πως ήταν, πιθανότατα, το παραλήρημα ενός υπερβολικά μαστουρωμένου παιδιού, όταν άκουσα την πόρτα πίσω μας να ανοίγει.
“Τι. Στο. Διάολο. Κάνετε. Εδώ”;
Η φωνή του Βαρούχ ήταν κοφτερή και παγωμένη σαν ατσάλι. Σκατά, σκέφτηκα.


6 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:
Not fair... Να διακόπτεις την αφήγηση στο καλύτερο σημείο... Λες και δεν θα ξαναρχόμασταν για την συνέχεια :Ρ
H pithia poli mou arese kai xarika pou ine koda se ayto pou fadastika :D
Poli kali sinexeiaq an kai argises ligaki ayth th fora :P alla se sugxoroume i guess... KEEP IT UP ^^
Μόνο πότε θα πεθάνω δεν ξέρω η πουτάνα. ΤΟ ΛΕΓΑ ΕΓΩ οτι η Κορνηλία είναι σπέσιαλ, το λεγααααα. Άντε να φτάσουμε στο pussy eating τώρα.
Αγαπώ Πυθία. Βγάζει πολύ Giger η εικόνα. Δώσε κρήπη πράματα στο λαό.
Α, να και το κτίριο του Όρφεους. Πόσο γαμάτο αυτό με τον τοίχο. Στο κλέβω με άνεση.
@Dante
Σιγά το καλύτερο σημείο. I seem to recall ένα ταβάνι που άνοιξε σε ένα γνωστό και μη εξαιρετέο κλαμπάκι...να συνεχίσω;
@Larva
I thank you. Η Πυθία όφειλε να είναι μορφάρα.
@ Αρνάκι άσπρο και παχύ
Φυσικά και είναι σπέσιαλ η Κορνηλία, έτσι τυχαία θα τη βλέπαμε ξανά και ξανά σε διάφορες ιστορίες; (remember Αερικό και φυσικά αναφέρεται και στις "Μέρες του Αίματος"). Ξέρω, ξέρω, ο λαός δεν ξεχνά/τα σκοτεινά λεσβιακά. Θα δούμε. Για την ώρα, τηρώ σιγή ιχθύος.
Καθηλωμένη περιμένω τη συνέχεια.Μην αργήσεις γιατί θα πιαστώ:)
Για κάποιον περίεργο άγνωστο λόγο το διασκεδάζω απίστευτα όταν οι πρωταγωνιστές έρχονται αντιμέτωποι με τέτοιες παλιοκαταστάσεις.Περιμένω μεγάλα πράγματα από το επόμενο μέρος λοιπόν!
Α,και απλά προσκυνώ το design της Πυθίας (σε συνδυασμό με τη φωτό μου φέρνει κάαααπως σε Delirium).Σ'αγαπώ όλο και πιο πολύ κάθε φορά.
@UnrealElsa
Δεν νομίζω να καθυστερήσει πολύ το επόμενο, ο λόγος που αυτό άργησε ήταν ότι έπρεπε να είμαι σε κατάλληλο mood για να γράψω την Πυθία όπως έπρεπε. Η Delirium είναι αγαπημένος χαρακτήρας, αλλά βέβαια όλοι οι Endless είναι γαμάτοι. Και, true, η εικόνα είναι καταλλήλως παρανοϊκή για να τη θυμίζει :)
Δημοσίευση σχολίου