Previously on Tales from the Crypt - Πυθία
Μετά βίας κατάφερα να καταπνίξω την παρόρμησή μου να γυρίσω προς το μέρος του με τα χέρια σηκωμένα ψηλά όπως γίνεται στις ταινίες. Δεν ήταν ότι κάποιος κανονισμός ή πρωτόκολλο το επέβαλλε, μονάχα ότι ο τόνος του ήταν τέτοιος που σε προδιέθετε να κάνεις κάτι τέτοιο αν ήθελες να κρατήσεις το κεφάλι σου στους ώμους σου. Απέφυγα το βλέμμα της Ραίην. Με είχε ανάγει σε προσωπικό της ήρωα τόσο πρόσφατα που δεν ήθελα να της χαλάσω την ψευδαίσθηση προτού καν προλάβει να το χαρεί λιγάκι. Πράγμα που αναμφίβολα θα συνέβαινε αν της επέτρεπα να δει την έκφρασή μου καθώς άκουγα τα λόγια του Βαρούχ.
Στράφηκα αργά, πολύ αργά και,παρόλο που τα χέρια μου παρέμειναν φαινομενικά χαλαρά στα πλευρά μου, κάθε μυς του σώματός μου ήταν τεντωμένος, περιμένοντας μια επίθεση που, προς έκπληξή μου, δεν ήρθε ποτέ. Περίμενα πως ο Βαρούχ θα έδειχνε εξαγριωμένος. Όχι. Έδειχνε ίδιος, όπως πάντα. Θαρρείς και κάποιος του είχε βιδώσει τη συγκεκριμένη μάσκα παγερής αδιαφορίας στο πρόσωπο και, από τότε, δεν είχε καταφέρει να την ξεφορτωθεί μέχρι που κατέληξε να γίνει ένα μαζί της.
“Βγείτε έξω. Τώρα”.
Η Ραίην μου έριξε μια κλεφτή ματιά, σαν να ζητούσε την άδειά μου. Της έκανα ένα αόριστο νεύμα, το οποίο προφανώς εξέλαβε ως κατάφαση και προχώρησε προς την έξοδο. Την ακολούθησα. Ο Βαρούχ μας περίμενε να βγούμε κι έπειτα έκανε κι αυτός το ίδιο, κλείνοντας πίσω του την πόρτα. Στάθηκε μπροστά από το δωμάτιο σιωπηλός κι ακίνητος σαν άγαλμα, παρατηρώντας μας μέχρι που αναγκαστήκαμε να αποστρέψουμε το βλέμμα. Τα μάτια του έμοιαζαν μαύρα, αλλά αυτό ήταν το μόνο σημάδι οργής που μπορούσα να διακρίνω επάνω του και, από την άλλη, ήταν εξίσου πιθανό να έφταιγε ο χαμηλός φωτισμός γι' αυτό.
Χωρίς καμία προειδοποίηση, μας γύρισε την πλάτη κι άρχισε να απομακρύνεται. Δεν κοντοστάθηκε ούτε γύρισε να δει αν θα τον ακολουθούσαμε. Ήταν σίγουρος πως θα το κάναμε. Δεν είχε άδικο. Στρίψαμε στον κεντρικό διάδρομο και αμέσως κατάλαβα ότι μας οδηγούσε στο γραφείο του. Καθώς προχωρούσαμε, όλοι παραμέριζαν προκειμένου να μας αφήσουν να περάσουμε, κάτι που με έκανε να νοιώθω ξαφνικά τυχερός που έβλεπα μόνο την πλάτη του Βαρούχ και όχι το πρόσωπό του. Ίσως, τελικά, να μην έφταιγε ο φωτισμός.
Ένιωσα τα δάχτυλα της Ραίην να γλιστράνε ανάμεσα στα δικά μου και να με σφίγγουν καθησυχαστικά. Ωραίος ήρωας ήμουν. Την κοίταξα, επιτέλους, κι αυτό που είδα με έκανε να νοιώσω πολύ χειρότερα από οτιδήποτε κι αν μας περίμενε στο γραφείο του Βαρούχ. Το βλέμμα της ήταν τόσο γεμάτο εμπιστοσύνη που, για μια στιγμή, μπήκα στον πειρασμό να την ταρακουνήσω και να την αναγκάσω να συνέλθει. Δεν μου άξιζε αυτό το βλέμμα. Ήμουν ανώριμος, δεν έτρεφα τον παραμικρό σεβασμό προς οποιουδήποτε είδους κανόνες και είχα την τάση να σκέφτομαι με το λάθος κεφάλι. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, ήμουν υπεύθυνος για την κατάσταση στην οποία βρισκόταν τώρα. Ήταν σαν να είχα τραβήξει τη σκανδάλη ο ίδιος, παρόλο που η ίδια δεν έδειχνε να το καταλαβαίνει ή να ενδιαφέρεται. Όπως κι αν είχε το πράγμα, ήμουν ο τελευταίος που είχε δικαίωμα σε ένα τέτοιο βλέμμα. Μουδιασμένα, τράβηξα το χέρι μου. Ίσα που πρόλαβα να δω μια έκφραση πληγωμένου παιδιού να περνάει στιγμιαία από το πρόσωπό της προτού χαμηλώσει τα μάτια της.
Πήρα μια βαθιά ανάσα και μπήκα στο γραφείο του Βαρούχ προσπαθώντας να μη σκέφτομαι τι θα ακολουθούσε μέσα στα επόμενα λεπτά. Κάτι το οποίο δεν ήταν καθόλου εύκολο αν λάμβανε κανείς υπόψην ότι το παρουσιαστικό του θύμιζε νεκροθάφτη που είχε ξεμείνει σε λάθος αιώνα. Μας έκανε νόημα να καθίσουμε. Σπεύσαμε να υπακούσουμε, λες κι αυτό θα μας γλίτωνε από την επερχόμενη τιμωρία. Σύνελθε, Σεζάρ, προσπάθησα να πείσω τον εαυτό μου. Στη χειρότερη περίπτωση, θα σας πετάξει στη Δίνη. Στην καλύτερη, θα σας αποσύρει από την υπόθεση. Όπως και να'χει, τα βάσανά σου θα τελειώσουν.
Αν ήθελα να είμαι απόλυτα ειλικρινής με τον εαυτό μου -κι αυτό ήταν ένα μεγάλο “αν”- έπρεπε να παραδεχτώ πως ανυπομονούσα να γίνει και πάλι η ζωή μου η ανιαρή ρουτίνα που ήταν προτού ξαναβρεθεί η Κορνηλία στο δρόμο μου. Τα πάντα είχαν πάρει την κάτω βόλτα από εκείνη τη νύχτα που είχε εμφανιστεί στο κατώφλι μου κρατώντας το χαρτοφύλακα που περιείχε τις “Μέρες του Αίματος”. Αλλά γιατί απορούσα; Αυτό ήταν το ταλέντο της, άλλωστε. Ή, μάλλον, ένα από τα ταλέντα της και το κακό ήταν ότι είχε πολλά. Και είχε την τάση να τα χρησιμοποιεί όλα δίχως έλεος.
“Θα περιμένω πολύ ακόμα”;
Η φωνή του Βαρούχ με επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Ήταν προφανές πως περίμενε κάποιου είδους εξήγηση, μόνο που δεν ήμουν σίγουρος σχετικά με το τι έπρεπε να του πω. Αν η θεωρία μας ήταν σωστή, τότε το τελευταίο πράγμα που έπρεπε να κάνουμε ήταν να του πούμε πως τον υποπτευόμασταν. Από την άλλη, αν κάναμε λάθος, αυτό σήμαινε πως η Κορνηλία μας είχε χειραγωγήσει προκειμένου να παρακάμψουμε τον Βαρούχ και να πάμε απευθείας στην Πυθία για κάποιο λόγο που μου διέφευγε, αλλά για τον οποίο εκείνος μπορεί να είχε κάποια ιδέα.
“Μιλήσαμε με την Κορνηλία. Προσπάθησε να μας πείσει ότι έχεις τη δική σου αντζέντα, ότι δεν μπορούμε να σε εμπιστευτούμε κι ότι, παρόλο που σου είχε πει για τις αποτυχημένες της προσπάθειες να εντοπίσει μόνη της τη συγγραφέα του βιβλίου, εσύ δεν έκρινες σκόπιμο ούτε να απευθυνθείς στην Πυθία, ούτε να μας το αναφέρεις προτού πάμε να τη δούμε”.
Τα φρύδια του υψώθηκαν τόσο που σχεδόν άγγιξαν τις ρίζες των μαλλιών του.
“Υποθέτω πως για να μου τα λες αυτά έχεις ήδη καταλήξει πως είμαι αθώος”, είπε αργόσυρτα.
Ανασήκωσα τους ώμους μου με μια ανεμελιά που δεν ένοιωθα.
“Αυτό στο οποίο έχω καταλήξει είναι πως η Κορνηλία έχει μάτια μέσα στην υπηρεσία και πως ήθελε πάση θυσία η Ραίην κι εγώ να πάμε στην Πυθία. Το γιατί δεν το γνωρίζω, αλλά έπρεπε να της δείξουμε ότι μας είχε πείσει. Θα μπορούσαμε, φυσικά, να σε έχουμε ενημερώσει προτού προβούμε σε οποιαδήποτε κίνηση, αλλά κάτι τέτοιο θα είχε σίγουρα κινήσει τις υποψίες του όποιου κατασκόπου έχει στο Λεβιάθαν”.
Έμεινε σιωπηλός για λίγη ώρα, κοιτώντας με εξεταστικά. Τελικά, στράφηκε στη Ραίην και, χωρίς να το θέλω, ένοιωσα να με κατακλύζει ανακούφιση.
“Περίμενα πως εσύ, τουλάχιστον, θα είχες το μυαλό να τον συγκρατήσεις”.
Παραλίγο να κάνω κάποιο καυστικό σχόλιο, αλλά συγκρατήθηκα. Όπως είχε αποδείξει το πρόσφατο παρελθόν, δεν ήμουν εγώ αυτός που χρειαζόταν λουράκι. Αλλά άντε πες το αυτό στον Βαρούχ. Αναμφίβολα, θα μου απαντούσε κάτι εξίσου καυστικό, το οποίο πιθανότατα θα αφορούσε την άριστη γνώση της ανατομίας των Νυκτόβιων την οποία κατείχα.
Καμιά φορά αναρωτιόμουν αν θα ήταν πιο εύκολο να τους πω πως ήμουν ερωτευμένος με την Κορνηλία, πως την αγαπούσα παρά το γεγονός ότι ήταν ένα τέρας που σκότωνε και χειραγωγούσε χωρίς να το σκεφτεί δεύτερη φορά. Θα προσπαθούσαν, φυσικά, να με αποτρέψουν και να μου δείξουν το λάθος της απόφασής μου, αλλά στο τέλος θα τα παρατούσαν, παραδεχόμενοι πως η αγάπη είναι τυφλή και κανείς δεν μπορούσε να ελέγξει ποιον θα ερωτευόταν. Το πρόβλημα, εν προκειμένω, ήταν πως δεν ήμουν ερωτευμένος με την Κορνηλία. Ήξερε να πατάει τα κουμπιά μου όπως καμία άλλη, σίγουρα, όμως δεν ήταν κανένα βαθύ και αγνό συναίσθημα αυτό που με τράβαγε κοντά της. Αντιθέτως, ήταν άγριο, βρόμικο και γεμάτο αίμα, πόνο και καύλα. Ακριβώς όπως άρεσε και στους δυο μας, δηλαδή.
“Ξέρεις πως είναι. Κανείς δεν μπορεί να τον συγκρατήσει όταν βάλει κάτι στο μυαλό του”, σχολίασε επικριτικά η Ραίην.
Τόσο επικριτικά που γύρισα ξαφνιασμένος προς το μέρος της. Έμοιαζε...ενοχλημένη. Αναρωτήθηκα τι είχα κάνει αυτή τη φορά. Ίσως είχε διαβάσει τις σκέψεις μου, κάτι το οποίο σίγουρα θα αρκούσε για να της αλλάξει τη διάθεση τόσο απότομα. Γυναίκες. Ο Βαρούχ δεν διαφώνησε, κάτι για το οποίο θα είχα σπεύσει να διαμαρτυρηθώ σε οποιαδήποτε άλλη περίπτωση αλλά, εν προκειμένω, δεν με έπαιρνε.
“Πηγαίνετε”, μας είπε έπειτα από λίγο.
Αν δεν ήξερα καλύτερα, θα έλεγα πως ακουγόταν απελπισμένος. Σηκώθηκα όσο πιο γρήγορα μπορούσα και, ακόμη κι έτσι, δεν μου φάνηκε αρκετά γρήγορα. Καθώς πλησίαζα προς την πόρτα, ο Βαρούχ έβηξε διακριτικά. Δεν γύρισα να τον κοιτάξω.
“Στο μέλλον θα πρόσεχα πάρα πολύ τις κινήσεις μου αν ήμουν στη θέση σας”, σχολίασε μελιστάλαχτα.
Ήταν ένας τόνος που δεν ταίριαζε στη φωνή του και, ξαφνικά, χάρηκα που δεν μπορούσε να δει το πρόσωπό μου γιατί, το δίχως άλλο, θα διέκρινε τους κόμπους κρύου ιδρώτα που είχαν βρει ακριβώς εκείνη τη στιγμή να κάνουν την εμφάνισή τους στο μέτωπό μου. Σε γενικές γραμμές, δεν ήμουν δειλός ούτε φοβόμουν εύκολα. Ήταν κάτι που πήγαινε παρέα με το επάγγελμα, θα έλεγε κανείς. Όσο να πεις, δεν γίνεται να κρατάς τις ισορροπίες μεταξύ του θνητού κόσμου και της Άλλης πλευράς αν τρέχεις κάθε λίγο να κρυφτείς. Όχι. Όμως ο Βαρούχ είχε αυτήν την επίδραση σε όλους μας. Αν ήμουν προσεκτικός με την Κορνηλία, ήταν μια προσοχή που οφειλόταν στη γνώση της ηλικίας της και του πώς λειτουργούσε το καθόλου αμελητέο μυαλό της. Ήταν πρόληψη, περισσότερο, παρά οτιδήποτε άλλο. Το ίδιο και με όλα τα πλάσματα της Άλλης πλευράς που είχα συναντήσει και γνώριζα ότι, ανά πάσα στιγμή, μπορούσαν να με σαπίσουν στο ξύλο πριν προλάβω να βγάλω άχνα, εκτός κι αν είχα φροντίσει να πάω με ενισχύσεις. Ο Βαρούχ ήταν διαφορετική περίπτωση. Ήταν ένα μυστήριο για μένα και δεν είχα την παραμικρή ιδέα για το πώς να το λύσω ή, έστω, να το καταλάβω. Και ήταν τρομακτικός με έναν τρόπο που ακόμη και τα μαύρα-μέσα-σε-μαύρο μάτια και οι μυτεροί σαν βελόνες κυνόδοντες δεν θα μπορούσαν ποτέ να είναι. Έφταιγε το ημίψηλο, αυτό ήταν το μόνο για το οποίο ήμουν σίγουρος.
Βγαίνοντας από το γραφείο, έγειρα στον τοίχο, έκλεισα τα μάτια μου και πήρα μια βαθιά ανάσα. Ένοιωθα σαν κάποιος που είχε μόλις βγει από μια λίμνη γλιτώνοντας βέβαιο πνιγμό. Όταν, τελικά, το πήρα απόφαση και κοίταξα τη Ραίην, είδα με μεγάλη μου έκπληξη ότι χαμογελούσε. Έφερε ένα δάχτυλο στα χείλη της και μου έδειξε την πόρτα. Ένευσα καταφατικά. Μου έκανε νόημα να την ακολουθήσω. Πάνω που πίστευα ότι η γυναικεία ψυχοσύνθεση δεν θα μπορούσε να κρύβει περισσότερα μυστικά. Ε, λοιπόν, το σύμπαν ποτέ δεν έπαυε να με εκπλήσσει.
Δεν είχα μπει ποτέ στο δωμάτιο της Ραίην. Όχι ότι δεν μου είχε δοθεί η ευκαιρία, απλά το είχα αποφύγει, θεωρώντας πως θα αντίκριζα κάτι που θα έμοιαζε με τη σπηλιά του Μπάτμαν ή τα ενδότερα του κάστρου του Κόμη Δράκουλα. Αν και η δεύτερη εικασία μου δεν ήταν πολύ μακριά από την πραγματικότητα, η αλήθεια ήταν πως, παρά την ξεκάθαρα βικτωριανή διακόσμηση, το δωμάτιο ήταν ιδιαίτερα ζεστό.
“Το ξέρεις πως δεν είμαστε υποχρεωμένοι να υποδυόμαστε τα άτομα των οποίων τα σώματα έχουμε πάρει, έτσι δεν είναι”;
Δεν ήμουν σίγουρος αν όντως το ήξερε. Δεν θυμόμουν να της το έχω αναφέρει ποτέ, αλλά αναμφίβολα θα βρισκόταν μέσα στο εγχειρίδιο της υπηρεσίας το οποίο αριθμούσε περί τις τρεις χιλιάδες σελίδες και από το οποίο είχα διαβάσει μόνο το εξώφυλλο. Ανασήκωσε τους ώμους της σαν να μην είχε ιδιαίτερη σημασία.
“Το γνωρίζω. Αλλά εξακολουθεί να είναι το δικό της σώμα και, εφόσον κανείς δεν της ζήτησε την άδεια για να της το πάρει...τελοσπάντων, είναι απλά ο τρόπος μου να κρατάω ένα κομμάτι της ζωντανό”.
Αυτό ήταν κάτι που μπορούσα να καταλάβω. Είχε συμβεί σε όλους μας. Όταν πεθαίναμε και οι ψυχές μας εμφανίζονταν στο εσωτερικό του Λεβιάθαν, μας εξηγούσαν πώς δούλευε όλο αυτό. Φυσικά, κανείς μας δεν θα διάλεγε τη Δίνη αντί για μια δεύτερη ευκαιρία. Ωστόσο, όταν ξυπνούσαμε στο νέο μας σώμα, πολύ συχνά ευχόμασταν να είχαμε διαλέξει την κουρτίνα δύο. Εντάξει, θα καταλήγαμε καύσιμα για ένα πλωτό νησί που κινούνταν με ψυχική ενέργεια. Κυριολεκτικά. Αλλά δεν θα ήμασταν αναγκασμένοι να καταπιέζουμε τις ξένες αναμνήσεις με φάρμακα προκειμένου να μην τρελαθούμε, ούτε θα αισθανόμασταν τόσες τύψεις απέναντι στον άνθρωπο του οποίου τη ζωή κλέψαμε. Υπήρχαν, βέβαια, άπειροι τρόποι να πείσουμε τους εαυτούς μας πως έκαναν το σωστό. Η ανθρωπότητα χρειαζόταν κάποιον να κρατάει την ψευδαίσθηση στη θέση του, να την προστατεύει από την αλήθεια της Άλλης πλευράς. Εκτός αυτού, οι ασθενείς σε κώμα -πρακτικά- δεν είχαν ψυχή. Αν αυτοί οι λόγοι το έκαναν πιο εύκολο, τότε μάλλον εγώ κι η Ραίην ήμασταν οι εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν τον κανόνα. Όχι πως είχα κάποιον τρόπο να το γνωρίζω μιας και θεωρούνταν σχεδόν ταμπού να συζητάμε γι'αυτά τα θέματα. Αλλά είχα τις υποψίες μου.
“Αυτό πήγε καλύτερα απ' όσο περίμενα”, είπε η Ραίην και το χαμόγελο επανήλθε στα χείλη της.
Έμοιαζε κάπως νευρική, αν και δεν μπορούσα να φανταστώ το λόγο. Δεν ήμουν καν σίγουρος αν ήθελα. Την κοίταξα δύσπιστα. Αυτή δεν ήταν που πριν λίγα λεπτά είχε κάνει κόμμα με τον Βαρούχ εναντίον μου; Κάπου εκεί παραιτήθηκα και αποφάσισα ότι το καλύτερο που είχα να κάνω ήταν να ακούσω τι είχε να μου πει, νεύοντας περιστασιακά και παριστάνοντας ότι καταλάβαινα έστω και το ένα δέκατο από το τι συνέβαινε μέσα στο κεφάλι της. Ήταν μια τακτική που έπιανε πάντα.
“Αχά”, ήταν η ευφάνταστη απάντησή μου σ'αυτό το σχόλιο.
“Καλή ιδέα να τον αφήσεις να πιστέψει πως είμαστε με το μέρος του και δεν τον υποψιαζόμαστε. Έτσι, είτε είναι αθώος είτε ένοχος, θα βγούμε κερδισμένοι. Υποθέτω πως οι στενές σου επαφές μαζί της σου έμαθαν κάτι, τελικά”.
Αναστέναξα με ανακούφιση.
“Ώστε γι'αυτό συμφώνησες με τον Βαρούχ για την έλλειψη αυτοσυγκράτησής μου. Χαίρομαι που κατάλαβες τι προσπαθούσα να πετύχω”.
Τα μάτια της έλαμψαν πειρακτικά και το χαμόγελό της πλάτυνε.
“Συμφωνήσα με τον Βαρούχ γιατί είναι γεγονός πως δεν έχεις ίχνος αυτοσυγκράτησης. Αλλά εννοείται πως κατάλαβα πού το πήγαινες, άλλωστε μην ξεχνάς πως εσύ με εκπαίδευσες, Σεζάρ”.
Δεν το ξεχνούσα. Αλλά αυτή δεν ήταν η ώρα να αναπολήσω το παρελθόν ούτε να ανοίξω πόρτες οι οποίες ήταν καλύτερο να παραμείνουν κλειστές. Πράγμα που μου θύμισε την Πυθία και τους μαστουρωμένους χρησμούς της.
“Έβγαλες κανένα νόημα από τις ασυναρτησίες με το παζλ”; τη ρώτησα τρίβοντας τους κροτάφους μου.
Μπορούσα να νοιώσω τον πονοκέφαλο να πλησιάζει επικίνδυνα.
“Όπως το είπες. Κανένα. Και είμαι σίγουρη πως όταν φτάσουμε να βγάλουμε, θα είναι πολύ αργά. Αλλά ίσως...”
Ο δισταγμός στη φωνή της δεν μου διέφυγε. Την κοίταξα ερωτηματικά. Απέφυγε το βλέμμα μου. Κάτι που με έκανε να σκεφτώ πως μάλλον αυτό που θα άκουγα θα ήταν τόσο απίθανο που θα της ζητούσα να το επαναλάβει τουλάχιστον άλλες δύο φορές προκειμένου να πειστώ πως όντως το είχα ακούσει. Όπως ήταν αναμενόμενο, είχα δίκιο.
“Ίσως η Κορνηλία να μπορεί να μας βοηθήσει μ'αυτό. Άλλωστε, δική της ιδέα ήταν να μιλήσουμε με την Πυθία”.
Το είπε γρήγορα και χωρίς ανάσα, σχεδόν σαν να ντρεπόταν και μόνο που το ξεστόμιζε.
“Τι πράγμα”;
“Λέω, ότι ίσως η Κορνηλία να μπορεί να μας βοηθήσει”.
Είχα μια ξαφνική εικόνα του εγκεφάλου μου ως οθόνη υπολογιστή, να καταγράφει όλα τα λάθη αυτής της πρότασης. Πρώτον, είχε πει “η Κορνηλία” και όχι “αυτή η γαμημένη πουτάνα”, όπως συνήθιζε. Δεύτερον, είχε προτείνει να της ζητήσουμε βοήθεια. Τρίτον, θεωρούσε πως μπορούσαμε να την εμπιστευτούμε αρκετά ώστε να δεχτούμε πως θα μας έλεγε την αλήθεια στην περίπτωση που της ζητούσαμε την προαναφερθείσα βοήθεια. Το συμπέρασμα που έβγαλε ο φτωχός μου εγκέφαλος από όλα αυτά ήταν το ίδιο, όσες φορές κι αν προσπάθησα να επανεκκινήσω την επεξεργασία των δεδομένων: error, error, does not compute.
“Τι πράγμα”;
“Μη νομίζεις ότι μου είναι η πλέον ευχάριστη προοπτική”, με αποπήρε η Ραίην. “Αλλά, ειλικρινά, δεν βλέπω τι άλλη επιλογή έχουμε. Είναι ή ο Βαρούχ ή η Κορνηλία και, αυτή τη στιγμή, το να πάμε στον Βαρούχ θα ήταν, το λιγότερο, αυτοκτονικό. Άρα η μόνη που μας μένει είναι η Κορνηλία”.
“Σίγουρα δεν κατάλαβες τίποτα από το χρησμό; Σκέψου καλύτερα, μπορεί να...”
Η νότα του πανικού στη φωνή μου ήταν εμφανής. Όχι, δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι της Κορνηλίας. Ή μάλλον ήθελα, αλλά όχι μαζί με τη Ραίην. Την πρώτη φορά απλά δεν μπορούσα να το αποφύγω. Η δεύτερη θα ήταν καθαρός μαζοχισμός. Αλλά η Ραίην δεν ήταν διατεθειμένη να με αφήσει να ξεφύγω τόσο εύκολα.
“Σεζάρ. Δεν κατάλαβα Χριστό. Ούτε κι εσύ. Εξάλλου, φανταζόμουν πως θα ήσουν ιδιαίτερα χαρούμενος στην προοπτική να δεις τη γκόμενά σου δύο φορές την ίδια νύχτα. Αλλά αν δεν θέλεις, μπορώ πάντα να πάω μόνη μου. Φυσικά, δεν ξέρω πώς μπορεί να καταλήξει αυτό”.
Αναρωτήθηκα αν μπλόφαρε, το σκέφτηκα για περίπου δέκα δευτερόλεπτα και κατέληξα πως αυτό τουλάχιστον ήταν ένα ρίσκο που δεν ήμουν διατεθειμένος να πάρω.
“Καλώς, καλώς. Θα έρθω. Αλλά προσπάθησε να μη μιλάς τόσο πολύ αυτή τη φορά, εντάξει”;
Ρουθούνισε εκνευρισμένη και μου γύρισε την πλάτη. Υπέθεσα πως αυτό, στο σκοτεινό άδυτο της συλλογικής γυναικείας μνήμης, σήμαινε ότι ήταν θυμωμένη μαζί μου. Αλλά δεν μπορούσα να νοιαστώ και γι'αυτό.
Τα μακριά, λευκά της δάχτυλα άγγιξαν την επιφάνεια της φωτογραφίας με κάτι που έμοιαζε με τρυφερότητα. Το βλέμμα της ταξίδεψε δύο ή τρεις φορές ανάμεσα στη φωτογραφία και σε μένα.
“Ώστε έτσι έδειχνες πριν”, είπε σκεφτικά. “Αυτό το πρόσωπο σου ταιριάζει καλύτερα”.
Ανασήκωσα τους ώμους μου. Δεν ήταν ότι είχα και επιλογή στο όλο θέμα.
“Πώς συνέβη; Πώς βρέθηκες να δουλεύεις για τον Βαρούχ”;
“Αυτές οι πληροφορίες είναι απόρρητες και δεν έχω το δικαίωμα να τις συζητήσω μαζί σας”.
Τα κατακόκκινα χείλη της κύρτωσαν ελαφρά κι ευθύς αισθάνθηκα το σφυγμό μου να εντείνεται.
“Καταλαβαίνω”.
Σταύρωσε δυο εγκληματικά μακριά πόδια και το φόρεμά της ανέβηκε μερικά εκατοστά. Ήταν ήδη υπερβολικά κοντό. Το βλέμμα μου, σαν να είχε δική του θέληση, καρφώθηκε στη μαύρη δαντέλα που διακρινόταν αμυδρά εκεί που τελείωναν οι κάλτσες της.
“Θα...θα θέλατε να μου πείτε πώς ήταν δυνατό να μη γνωρίζετε τίποτα σχετικά με τις προθέσεις μία εκ των υπηκόων σας να αποκαλύψει την ύπαρξη της Άλλης πλευράς στους θνητούς”;
Έκλινε το κεφάλι της στο πλάι. Κατακόκκινα μαλλιά γλίστρησαν μπροστά, καλύπτοντας το λαιμό και το στήθος της. Το μυαλό μου αδυνατούσε να συλλάβει πώς ήταν δυνατό να κάνει τέτοιες ασήμαντες κινήσεις να φαντάζουν τόσο ερωτικές. Από την άλλη, βέβαια, το μυαλό μου αδυνατούσε να συλλάβει καν την πιθανότητα ότι ένα πλάσμα με τη δική της ομορφιά ήταν δυνατό να υπάρχει. Κάτι που μάλλον δεν έλεγε πολλά για τη φαντασία μου.
“Η Μορτίσια είχε προσπαθήσει να με ανατρέψει, στο παρελθόν, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Παρόλα αυτά, είχε τη χρησιμότητά της γι'αυτό άλλωστε και δεν τη σκότωσα. Ήξερα πως οι ιδέες της ήταν κάπως...ακραίες, αλλά δεν φανταζόμουν ότι θα έφτανε τόσο μακριά προκειμένου να πετύχει το σκοπό της. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, πιστεύω πως ήταν θεότρελη. Αναμφίβολα η υπηρεσία σου δεν μπορεί να περιμένει από μένα να προβλέπω τις κινήσεις κάθε Νυκτόβιου που βρίσκεται στην επικράτειά μου, πόσω μάλλον κάποιου που είναι εμφανώς...ασταθής, όπως ήταν η Μορτίσια”.
Μου είχε φανεί απόλυτα λογικό. Φυσικά και δεν μπορούσαμε να περιμένουμε κάτι τέτοιο από αυτήν. Η πιθανότητα να επηρέαζε το μυαλό μου με κάποιον τρόπο ούτε καν μου πέρασε από το νου. Το οποίο μάλλον θα έπρεπε να μου έχει δείξει πως πράγματι το έκανε, αλλά εκείνη τη στιγμή δυσκολευόμουν να σκεφτώ γενικότερα.
“Και οι δικές σας απόψεις”;
Μου χαμογέλασε.
“Δεν συνηθίζω να προκαλώ προβλήματα, κάτι το οποίο σίγουρα η υπηρεσία σας γνωρίζει. Είμαι ικανοποιημένη μ'αυτά που μπορώ να έχω. Πίστεψέ με, δεν τα θεωρώ λίγα. Ίσως κάποτε αλλάξω γνώμη. Ίσως αποφασίσω πως όλοι αυτοί οι περιορισμοί και η αστυνόμευση δεν εξυπηρετούν τους σκοπούς μου. Θα είστε οι πρώτοι που θα το καταλάβετε. Ό,τι έχετε χτίσει με τόσο κόπο θα καεί συνθέμελα και το μόνο που θα απομείνει θα είναι αποκαΐδια. Θα είναι οι μέρες του αίματος, οι μέρες της στάχτης. Αλλά...”, πρόσθεσε εύθυμα “αυτό δεν πρόκειται να συμβεί στο άμεσο μέλλον, οπότε δεν έχετε λόγο να ανησυχείτε για μένα και τις προθέσεις μου”.


7 παράξενοι και σκοτεινοί επισκέπτες:
hehe once again euxaristw gia to ne story^^
Epic oi skepseis tou Sezar
Spirto h Rain
Trela h Kornilia
Koylos O Baroux.
Keep it up we need more..
Also nice touch me to flashback sto telos
Εξαιρετικό, όπως πάντα!
Το τελευταίο κομμάτι με έστειλε να ξαναδιαβάσω τις μέρες αίματος :P.... Κάτι ετοιμάζεις εσυ :)
@Larva
Thank you, thank you.
Cesar rules. On occasion.
Rain is indeed a match. And she's flammable.
Cornelia is awesome.
Baruch is a weirdo.
I'll give you more :D
Flashbacks are a useful tool
@ Μυρτώ
Καλώς την, καιρό είχα να σε δω εδώ γύρω! Σ'ευχαριστώ :)
@Dante
το περίμενα ότι θα το πιάσεις. Well done ;)
αν και το επόμενο κομμάτι με αποζημίωσε, οφείλω να αφήσω και εδώ ένα σχόλιο διότι είναι κρίμα να χαλάσουμε την παράδοση που απαιτεί a certain degree of innovative usernames κάτω από κάθε ποστ.
λοιπόνε. κάπως αργό. meandering ενώ το προηγούμενο σε έχει ετοιμάσει για απογείωση. με εξαίρεση το flashback στο τέλος, το υπόλοιπο θα μπορούσε να είναι half the length. then again, διαβάζοντας το επόμενο, I reckon it was kind of deliberate, ergo my point is null.
@dear mouse
σίγουρα ήταν αργό, αλλά διαφωνώ στο ότι θα μπορούσε να είναι το μισό από όσο είναι. It's called characterization I believe.
yeah, but still. as I said, se syndyasmo me to epomeno it rolls smoothly. einai h katara tou na dhmosieyeis kati se synexeies I guess.
Δημοσίευση σχολίου