CLICK HERE FOR BLOGGER TEMPLATES AND MYSPACE LAYOUTS »

Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2009

Σκέφτομαι και [αντι]γράφω (pt 2)


Όπως και κάθε χρόνο, έτσι και φέτος έρχεται ο απολογισμός τη χρονιάς μέσα από βιβλία, ταινίες comics, μουσικές κ.ά. που για τον έναν λόγο ή τον άλλο με άγγιξαν βαθιά και εντυπώθηκαν στο μυαλό μου.

"But mostly there was force in those eyes, terrible force, a strength as relentless and merciless as the ice that had crushed Marsh’s dreams. Somewhere in that fog, Marsh could sense the ice moving, slow, so slow, and he could hear the awful splintering of his boats and all his hopes."

George R.R. Martin, Fevre Dream

Διάβασα το "Fevre Dream" κατόπιν προτροπής της φίλης Razz και, ομολογώ, πως δεν απογοητεύτηκα καθόλου. Αν και οι επιρροές από το "Interview with the Vampire" είναι προφανείς σε όποιον το έχει διαβάσει, το βιβλίο του Martin είναι μια ιστορία για βρικόλακες και για κοινωνικές αδικίες και για χαμένα όνειρα. Περισσότερο απ'όλα, όμως, είναι μια ιστορία για τις επιλογές που κάνουμε και για τις συνέπειες των επιλογών αυτών. Γιατί όλοι κάνουμε επιλογές και όλοι είμαστε αναγκασμένοι να ζούμε το υπόλοιπο της ζωής μας με τα αποτελέσματά τους.


"I'm getting really tired of bleeding. Someone stop the world, I want to get off. "

Lilith Saintcrow, Night Shift

Lilith Saintcrow διάβασα εξαιτίας της Δ. που με κόλλησε με την πενταλογία "Dante Valentine". Το άνωθεν quote προέρχεται από την τελευταία της σειρά, με τίτλο "The Jill Kismet Series" και πρωταγωνίστρια μια bad-ass, hell-tainted ηρωίδα με πολλά ψυχολογικά και μια αγάπη για τα μεγάλα όπλα. Αν και η σειρά δεν έχει τη βαθιά και μελετημένη μυθολογία της προηγούμενης, οι χαρακτήρες είναι φανταστικοί και οι σκηνές μάχης το κάτι άλλο. Η γραφή της Saintcrow είναι πανέμορφη και κατορθώνει με μεγάλη ευκολία να σε κάνει να ταυτιστείς με τους ήρωές της. Η Jill Kismet είναι πρώην πόρνη, νυν Hunter, περνάει δυο ώρες κάθε μήνα βασανίζοντας έναν μαζοχιστή δαίμονα, είναι αντικοινωνική και μπλέκει διαρκώς σε κάθε είδους μπελάδες με αποτέλεσμα να καταλήγει μονίμως μέσα στα αίματα και τα σπασμένα κόκκαλα. Γενικά, μιλάμε για μια σειρά βιβλίων την οποία μόνο ως pure delight μπορώ να χαρακτηρίσω.


“It’s in the unconscious that we carry what he calls the pre-mythago – that’s myth imago, the image of the idealised form of a myth creature. The image takes on substance in a natural environment, solid flesh, blood, clothing, and – as you saw – weaponry.”

Robert Holdstock, Mythago Wood


Ένα καταπληκτικό βιβλίο από έναν συγγραφέα που αρχικά ήταν ζωολόγος με ένα κάρο πτυχία και επιστημονικές συνεργασίες και κατέληξε να γράψει ένα από τα πλέον εμπνευσμένα έργα στο χώρο του fantasy. Με βαθιά έρευνα των μύθων και των θρύλων, όπως επίσης και της ψυχαναλυτικής θεωρίας, καθώς και της προσέγγισης του Jung σχετικά με το συλλογικό ασυνείδητο, ο Holdstock έγραψε μια πανέμορφη, σκοτεινή ιστορία για την ανθρώπινη φαντασία και τα αρχέτυπα τα οποία εμφανίζονται σ'αυτήν. Ο συγγραφέας τιμήθηκε με το World Fantasy Award και συνέχισε να γράφει διαρκώς, μέχρι τον Νοέμβρη του 2009 όπου και πέθανε.


"What a great idea, to make people feel that they belong to something, that their identity makes them special. If Hilter had bee able to enlist a twenty-first-century marketing department, would he have been able to sell Nazism to everyone? Why not? You can just see a beautiful, thin woman with her long blonde hair moving softly in the breezes, and the tagline ‘Because I’m worth it’. "

Scarlett Thomas, PopCo

Η Scarlett Thomas, καθηγήτρια στο πανεμιστήμιο του Kent και συγγραφέας, μας δίνει ένα ακόμη παράδοξο, απολαυστικό και γεμάτο προβληματισμούς βιβλίο. Οι μεγάλες πολυεθνικές και η ανάγκη μας για αποδοχή είναι το κεντρικό θέμα του "PopCο". Όχι μόνο όμως. Σημαντικό ρόλο στο συγκεκριμένο έργο κατέχει και η ανάγκη για αντίσταση, για επανάσταση απέναντι στην πλαστική κουλτούρα που μας επιβάλλεται μαζικά και την οποία η συγγραφέας κατακρίνει σκληρότατα. Overall, a great reading.


"You're alive, Bod. That means you have infinite potential. You can do anything, make anything, dream anything. If you can change the world, the world will change. Potential. Once you're dead, it's gone. Over. You've made what you've made, dreamed your dream, written your name. You may be buried here, you may even walk. But that potential is finished."

Neil Gaimn, The Graveyard Book

Ο αγαπημένος μου συγγραφέας και μάστορας της λογοτεχνίας του φανταστικού παραδίδει μαθήματα γραφής με κάθε του νέο βιβλίο. Κάθε ιστορία είναι ένα καινούριο πείραμα και, όπως έχω πει επανειλημμένα σχετικά με το "Graveyard Book", o Gaiman είναι ο μόνος συγγραφέας που θα είχε τα κότσια να γράψει ένα βιβλίο για ένα αγόρι που το κυνηγάνε μανιακοί δολοφόνοι και μυστικές αδερφότητες, το μεγαλώνουν φαντάσματα, έχει για προστάτες του λυκανθρώπους και βρικόλακες και το απαγάγουν ζόμπια...και το θράσος να το κατατάξει ως "παιδικό". Αν όλα τα παιδικά βιβλία ήταν έτσι, ο κόσμος αυτός ίσως να ήταν λίγο καλύτερος.


"Wizard's first rule: people are stupid. Given proper motivation, almost anyone will believe almost anything."

Terry Goodkind, Wizard's First Rule

Ο Terry Goodkind είναι ένας μικρός θεός, ένας συγγραφέας με εκπληκτικό στιλ και ύφος και cojones να γράφει epic fantasy που προβληματίζει και μπαίνει βαθιά στο πετσί σου. Αν και ο λόγος που διάβασα το πρώτο βιβλίο ήταν η σειρά "Legend of the Seeker" που βασίζεται πάνω του, μπορώ να πω πως ήταν μια από τις καλύτερες επιλογές μου στον τομέα του φανταστικού ever. Όσο απογοητέυτηκα από τους διθυράμβους που είχα ακούσει για το "Gardens of the Moon" του Steven Erikson και το "A song of Ice and Fire" του George R.R. Martin, τόσο δικαιώθηκα για το "Wizard's First Rule".


"Walt Kowalski once said to me that I knew nothing about life or death, because I was an over-educated, 27-year-old virgin who held the hand of superstitious old women and promised them eternity.Walt definitely had no problem calling it like he saw it. But he was right. I knew really nothing about life or death, until I got to know Walt... and boy, did I learn. "

Clint Eastwood, Gran Torino

"Because once you give people the freedom to do whatever they want, as the Lord found in the Garden of Eden, they will do exactly that. "

Clint Eastwood, Changeling


Δύο φανταστικές ταινίες από έναν πολύ αγαπητό μου σκηνοθέτη. Έχω γράψει και για τις δύο στο "Amores Perros", οπότε δεν έχω ιδιαίτερα πολλά πράγματα να πω εδώ. Μόνο ένα ίσως. Περιμένω με ανυπομονησία την ταινία για τον Nelson Mandela.


"It's the way people treat you that makes you a nigger. The way people put you down, call you names, spit on you, mess with you. People try to make you hate yourself, take away all the things you love the most. You gonna let 'em do that to you? I ain't sayin' life ain't hard. It is. But you can't let 'em win."

Deborah Kampmeier, Hounddog

Αυτή η αρκετά ιδιαίτερη ταινία μου άρεσε πολύ, τόσο λόγω θεματολογίας όσο και λόγω της φανταστικής κινηματογράφησης που είναι γεμάτη σκοτεινούς συμβολισμούς. Επίσης έχω γράψει γι'αυτήν στο "Amores Perros".


Illyria: I've nowhere to go. My kingdom is long dead. Long dead. There's so much I don't understand. I've become overwhelmed. I'm unsure of my place.
Wesley: Your place is with the rest of your people: dead and turned to ash.
Illyria: Perhaps...but I exist here. I must learn to walk in this world. I'll need your help...Wesley.
Wesley: If I were to help you find your way...you have to learn to change. You mustn't kill.
Illyria: You killed the Qwa'ha Xahn in defiance of your leader.
Wesley: He murdered the woman I love.
Illyria: And that made it just.
Wesley: No. It wasn't just. I'm probably the last man in the world to teach you what's right.
Illyria: But you will. If I abide, you will help me.
Wesley: Yes.
Illyria: Because I look like her?
Wesley: Yes.
Illyria: We cling to what is gone. Is there anything in this life but grief?
Wesley: There's love. There's hope...for some. There's hope that you'll find something worthy...that your life will lead you to some joy...that after everything...you can still be surprised.
Illyria: Is that enough? Is that enough to live on?


Joss Whedon, Angel

Με τρεις λέξεις απλά...Respect στον Master!





Δευτέρα, 21 Δεκεμβρίου 2009

Αερικό ( New Project Sneak Peak)

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι από ένα νέο προσωπικό project που έχω ξεκινήσει, με τον προσωρινό τίτλο "Αερικό". Enjoy!

Πρόλογος

«Μπορείτε να μου περιγράψετε, με δικά σας λόγια, τι συνέβη;»
Η φωνή της γυναίκας ήταν ήρεμη και καθησυχαστική κι έμοιαζε να κατευνάζει την ταραχή του. Ωστόσο, εκείνο το στοιχειωμένο βλέμμα δεν έλεγε να φύγει από το πρόσωπό του. Τα μάτια του ήταν κόκκινα και πρησμένα από την αϋπνία και το κλάμα. Το σαγόνι του σκιαζόταν από αφρόντιστα γένια και τα τσαλακωμένα του ρούχα είχαν δει καλύτερες μέρες. Ανασήκωσε τους ώμους, εκφράζοντας έτσι την ανημπόρια που τον είχε καταβάλλει από τη στιγμή που είχε φτάσει στο νοσοκομείο και δεν τον είχε εγκαταλείψει έκτοτε.
«Δεν ξέρω...είχε ανεβάσει ξανά πυρετό κι αυτή τη φορά έμοιαζε να είναι πολύ άσχημα...η γυναίκα μου έλειπε και δεν ήξερα τι να κάνω...τον έβαλα στο αυτοκίνητο, να τον φέρω στο νοσοκομείο...έκαιγε ολόκληρος και παραμιλούσε....προσπάθησα να τον καθησυχάσω, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ήταν τρομοκρατημένος, πίστευε ότι κάποιος θα ερχόταν να τον πάρει μακριά...έβλεπε φαντάσματα, παραληρούσε...Τι άλλο θέλετε να σας πω; Όταν τον έφερα εδώ ήταν πολύ αργά.»
Η γιατρός κοίταξε συμπονετικά τον άτυχο πατέρα. Εκείνος, πάλι, παρατηρούσε τα παπούτσια του, σαν να έβρισκε εκεί κάτι πολύ ενδιαφέρον.
«Δεν είμαστε απόλυτα σίγουροι για την κατάσταση του γιου σας, κύριε Βαρνέζη. Πρέπει να κάνουμε κάποιες εξετάσεις ακόμη.»
Ανασήκωσε το βλέμμα του και, για μια στιγμή, ένιωσε να παραλύει από την απελπισία και τον πόνο στις δυο αυτές απύθμενες, κατάμαυρες λίμνες. Καθάρισε το λαιμό της με κάποια νευρικότητα. Ήξερε πως δεν του έλεγε αυτό που ήθελε να ακούσει.
«Θα γίνει καλά, γιατρέ;» τη ρώτησε τελικά, βλέποντας πως εκείνη δεν είχε σκοπό να θίξει το ζήτημα από μόνη της.
Η γυναίκα περιορίστηκε σε μια αόριστη κίνηση των ώμων που φανέρωνε την ανικανότητά της να χειριστεί την κατάσταση.
«Δεν θα σας κοροϊδέψω, κύριε Βαρνέζη» είπε μετά από μια ολιγόλεπτη σιωπή. «Στην παρούσα φάση, κανείς δεν γνωρίζει. Είναι πιθανό ο γιος σας να ξυπνήσει από στιγμή σε στιγμή ή...να φύγει. Είναι επίσης πιθανό να παραμείνει σ’αυτήν την κατάσταση για χρόνια ολόκληρα. Δεν ξέρουμε.»
Ο Αλέξανδρος Βαρνέζης έκρυψε το πρόσωπό του στις παλάμες του και παραδόθηκε σ’ένα βουβό, σπαραχτικό κλάμα. Η γιατρός δεν ήξερε τι θα μπορούσε να κάνει ή να πει για να τον βοηθήσει. Ήταν το χειρότερο κομμάτι της δουλειάς, το ήξερε καλά. Οι συνάδελφοί της στο Νοσοκομείο Παίδων συνήθως την έβαζαν να ανακοινώνει αυτή τα δυσάρεστα νέα, πιστεύοντας πως το φύλο της θα της επέτρεπε να το αντιμετωπίσει με μεγαλύτερη ευαισθησία. Κι όμως, το μόνο που ένιωθε κάθε φορά που έπρεπε να πει σ’έναν γονιό ότι το παιδί του θα πέθαινε, ήταν βάρος. Ένα δυσβάσταχτο φορτίο που πλάκωνε την καρδιά της και και κατακαθόταν στα σωθικά της σαν μολύβι.
Σηκώθηκε αργά κι έκανε το γύρο του γραφείου. Διστακτικά, άπλωσε το χέρι της στον ώμο του σκυφτού άντρα, σαν να ήθελε να τον παρηγορήσει. Τελικά, το μετάνιωσε και το τράβηξε πίσω. Η δυστυχία του έμοιαζε υπερβολικά προσωπική για να εισβάλει εντός της απρόσκλητη.



1. Ο νόμος του Μέρφι

Κοίταξε το ρολόι της για δέκατη φορά. Έμενε περίπου ένα τέταρτο και δεν είχε φτάσει καν στη μέση της δεύτερης ερώτησης. Ξεφύσηξε εκνευρισμένα και, αγνοώντας τις προσπάθειες της Κάλιας να αντιγράψει ό,τι μπορούσε, αφοσιώθηκε και πάλι στο γραπτό της. Γιατί η κλινική ψυχολογία έπρεπε να είναι τόσο δύσκολη και, κυρίως, γιατί της φαινόταν τόσο μα τόσο γελοία; Κατέβαλλε υπεράνθρωπες προσπάθειες να συγκεντρωθεί, όμως, για κάποιον απροσδιόριστο λόγο, της ήταν παντελώς αδύνατο.
Από την ώρα που είχε ξυπνήσει, η αφηρημάδα την κυνηγούσε. Είχε φορέσει δυο διαφορετικές κάλτσες, είχε βάλει τη μπλούζα της ανάποδα, με αποτέλεσμα να αποκαλύπτεται ένα γενναιόδωρο μέρος από το στήθος της αντί από την πλάτη της και είχε ξεχάσει να στεγνώσει τα μαλλιά της – κάτι που αναμφίβολα θα οδηγούσε σε μια φρικτή ψύξη την επόμενη μέρα. Στο λεωφορείο είχε ξεχάσει το πάσο της, με αποτέλεσμα να αναγκαστεί να δώσει τα τελευταία λεφτά του μήνα στον ελεγκτή που είχε τη φαεινή ιδέα να ανέβει στο δικό της 235. Σαν να μην έφταναν όλα αυτά, φτάνοντας στη σχολή συνειδητοποίησε πως δεν είχε διαβάσει ένα κεφάλαιο από την ύλη, του οποίου η προσθήκη είχε ανακοινωθεί όσο εκείνη ήταν στο χωριό και, όπως ήταν επόμενο, κανείς δεν είχε σκεφτεί να την ενημερώσει. Το ότι η μία από τις δύο ερωτήσεις θα προερχόταν από το εν λόγω κεφάλαιο ήταν φυσικό επακόλουθο δεδομένης της γκαντεμιάς της. Αυτό που δεν περίμενε, ωστόσο, ήταν πως θα έπιανε τις έξι από τις συνολικές δέκα μονάδες.
Φέρνοντας όλες αυτές τις ατυχίες στο μυαλό της, η Νιόβη μόνο σε ένα συμπέρασμα μπορούσε να καταλήξει. Είτε το σύμπαν την προετοίμαζε για μια κατραπακιά μεγαλειωδών διαστάσεων, είτε κάποιος της είχε κάνει μάγια. Όντας απαισιόδοξος άνθρωπος, βέβαια, έτεινε προς την πρώτη εκδοχή.
Ήταν την ώρα που άφηνε κάτω το στιλό της και παρέδιδε την κόλλα της στη φανερά εκνευρισμένη επιτηρήτρια που ένιωσε κάτι να δονείται στην πίσω τσέπη του τζην της. Μάζεψε τα πράγματά της βιαστικά και βγήκε από την αίθουσα σχεδόν τρέχοντας, για να προλάβει την κλήση. Έβγαλε το κινητό της έξω κι έριξε μια ματιά στην οθόνη πριν το ανοίξει. Ήταν η μάνα της.
«Έλα, μαμά» είπε λαχανιασμένη.
Αυτό που της απάντησε στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ένα συνοθύλευμα από λυγμούς και ρουφήγματα μύτης, σε συνδυασμό με κοφτές ανάσες και ψελλίσματα.
«Μαμά;» ρώτησε η Νιόβη, αυτή τη φορά φανερά ανήσυχη.
«Π...πρ...πρέπει...ν...ν...να...έρ...θεις...σπ...σπ...σπίτι. Ο π...π...πατέρας σου...» τράυλισε η γυναικεία φωνή στο τηλέφωνο.
Αυτό ήταν, λοιπόν. Η καταστροφή την οποία προμήνυαν όλες οι ατυχίες που την είχαν βρει από το πρωί ήταν αυτό το τηλεφώνημα. Η Νιόβη ίσα που κατάλαβε πώς έκλεισε το κινητό και το έβαλε στην τσάντα της. Τα πόδια της τη μετέφεραν από μόνα τους μέχρι τη στάση του λεωφορείου. Ήταν παράξενο. Δεν ένιωθε φόβο ούτε θλίψη, μόνο ένα περίεργο μούδιασμα, λες και τα πάντα μέσα της είχαν νεκρωθεί.
Μετά βίας αισθάνθηκε πως κάποιος την ταρακουνούσε έντονα και με μεγάλη δυσκολία κατάφερε να εστιάσει το βλέμμα της στην Κάλια που την κοίταζε τρομαγμένη.
« Τι έπαθες; Ο Γιώργος μου είπε πως σε είδε να φεύγεις σαν να σε κυνηγούσαν. Είσαι κατάχλωμη, το ξέρεις; Νιόβη; Θα μου μιλήσεις, επιτέλους; Με τρομάζεις, τι έγινε;»
Όλα αυτά πέρασαν από τα αφτιά της σαν βροχή, μην κατορθώνοντας να αγγίξουν τη συνειδητότητά της. Δεν ήξερε τι ακριβώς τη ρώταγε η φίλη της, ούτε τι ήταν αυτό που έπρεπε να της απαντήσει. Το μόνο που ήξερε ήταν πως έπρεπε να πάει σπίτι και να υποστεί το χαμό που, δίχως αμφιβολία, είχε αφήσει πίσω του ο θάνατος του πατέρα της.
Η μάνα της δεν είχε πει τίποτα για θάνατο, φυσικά, όμως η Νιόβη ήταν σίγουρη πως αυτό είχε συμβεί. Δεν της έκανε ιδιαίτερη εντύπωση το γεγονός και, μάλιστα, απορούσε που η μητέρα της είχε καταρρακωθεί τόσο. Η ίδια πάντα το περίμενε, κάπου μέσα της, πως αυτή η στιγμή θα ερχόταν. Μάλιστα, αν κάποιος ρώταγε τη γνώμη της, θα του έλεγε πως είχε αργήσει υπερβολικά.
Από τότε που θυμόταν τον εαυτό της, πάντα έμοιαζε χαμένος κι είχε μονίμως ένα απόμακρο, στοιχειωμένο βλέμμα που τη φόβιζε όταν ήταν μικρή. Στην πορεία είχε καταλήξει πως απλά ήταν ανίκανος να βιώσει ή να εκφράσει οποιοδήποτε συναίσθημα. Η εμμονή του με τη συγγραφή ήταν τέτοια που δεν άφηνε χώρο στη ζωή του για τίποτε άλλο, ούτε καν για την οικογένειά του.
«Νιόβη;»
Η φωνή της Κάλιας ξανά, σαν από κάπου πολύ μακριά, την επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Ανοιγόκλεισε τα μάτια της αργά, λες και προσπαθούσε να διώξω τα δάκρυα που κανονικά θα έπρεπε να υπάρχουν στα βλέφαρά της. Μόνο που δεν υπήρχε απολύτως τίποτα. Την κοίταξε ανέκφραστα, σχεδόν παγερά.
«Πέθανε ο πατέρας μου.»
Τέσσερις λέξεις. Τέσσερις γαμημένες λέξεις που θα έπρεπε να την κάνουν να κλαίει ή έστω να υποφέρει βαθιά μέσα της κι όμως...δεν αισθανόταν κανέναν πόνο, καμία θλίψη. Μονάχα αυτό το μούδιασμα που είχε νεκρώσει το κορμί και το μυαλό της.
Η Κάλια την κοίταζε εμβρόντητη, μην ξέροντας τι να πει. Η Νιόβη δεν την αδικούσε. Η φίλη της ήταν καλό παιδί, αλλά είχε μεγαλώσει στην Εκάλη, είχε δικό της αμάξι από τη μέρα που έκλεισε τα δεκαοχτώ και σπούδαζε για την πλάκα της. Ποτέ δεν είχε χρειαστεί να έρθει αντιμέτωπη με τα σκατά της ζωής, με το να υπολογίζει τα λεφτά μέχρι την τελευταία δεκάρα, με το να της πιάνουν τον κώλο βρωμεροί ηλικιωμένοι στα λεωφορεία και με φίλες που οι γονείς τους πέθαιναν απρόσμενα.
Συνέχισε να την κοιτάζει εμβρόντητη καθώς η Νιόβη έμπαινε αμίλητη στο λεωφορείο κι εξαφανιζόταν μέσα στο σαρδελοποιημένο πλήθος χωρίς να ρίξει ούτε ένα βλέμμα πίσω της.
Η Νιόβη ακούμπησε το μέτωπό της στο δροσερό τζάμι κι έκλεισε τα μάτια. Ο κόσμος της μόλις είχε γκρεμιστεί κι ο Μέρφι γελούσε κάπου μακριά.

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Mephistopheles


(Άλλη μια παλιά, από έξι χρόνια πριν...)


Δεν έχω όρεξη να γράψω τίποτα σήμερα. Δεν είναι καλές αυτές οι μέρες. Η Αθήνα ένα καμίνι που βράζει, οι σχολές κλειστές, καταλήψεις, απεργίες, πορείες και μέσα σ' όλα αυτά δεν υπάρχει τίποτα να κάνεις. Το μυαλό μου ταξιδεύει. Το σώμα μου μένει εδώ. Δεν μπορώ να το συνηθίσω με τίποτα. Γιατί η ζωή μου φαίνεται τόσο αφύσικη; Την πρώτη φορά που είδα το Matrix, σκέφτηκα..."λες;". Ίσως γι' αυτό να γράφω. Ίσως οι φανταστικοί μου κόσμοι μου φαίνονται πιο αληθινοί.
Πού αρχίζει το όνειρο και πού τελειώνει η πραγματικότητα;Χτες βράδυ τα λέγαμε, μ' ένα φίλο απ' τα παλιά. Είναι από εκείνους τους τύπους που ενδόμυχα τους ερωτεύεσαι. Για την αυθάδειά τους, για το ωραίο τους πρόσωπο, για το στραβό, ειρωνικό χαμόγελο. Είναι από εκείνους τους τύπους που σου προκαλούν πόθο και φόβο συνάμα. Δεν είχα κοιμηθεί μαζί του. Τον ήξερα πολύ καλά για να κάνω κάτι τέτοιο. Αλλά είχαν έρθει στιγμές που το θέλησα.
- Λοιπόν; Πώς πάει το γράψιμο;
- Άσ'τα. Δεν έχω έμπνευση. Έτσι μου'ρχεται να σκίσω ο,τι έχω γράψει. Νιώθω ξοφλημένη.
Γέλασε.
- Από τώρα;
Κοκκίνισα, παρόλο που δεν κοκκινίζω εύκολα. Μόνο όταν είμαι μαζί του. Ένευσα.
- Δεν ξέρω τι μου συμβαίνει. Μάλλον δε γουστάρω πια. Μάλλον...
Χαμογελούσε. Σταμάτησα να μιλάω.
- Αν θες..., ξεκίνησε διστακτικά, αν θες...μπορώ να σε βοηθήσω.
Τον κοίταξα παραξενεμένη.
- Εσύ; Πώς;
Ήξερα καλά τι σήμαιναν οι δικές του "βοήθειες" και δεν ήθελα να πέσω σ' αυτήν την παγίδα.
- Μπορώ να σου δώσω ιστορίες.
Φυσικά και μπορούσε. Αλλά ποτέ δεν είχε προσφερθεί να το κάνει κι εγώ ποτέ δεν του το ζήτησα. Ήταν η σειρά μου να χαμογελάσω.
- Με τι αντάλλαγμα;
Το βλέμμα του ήταν μπερδεμένο.
- Τι εννοείς;
- Έλα τώρα. Δεν είμαι τόσο αθώα όσο νομίζεις. Έχω ακούσει διάφορα.
Ανασήκωσε τους ώμους του και ρούφηξε λίγο μιλκ-σέικ.
- Φήμες.
Ναι, καλά. "Φήμες".
- Τι μου λες, τον ειρωνεύτηκα.
Με κοίταξε. Δεν μπόρεσα να ερμηνεύσω την έκφρασή του. Ήταν κάτι ανάμεσα σε θλίψη, πικρία και πλήξη. Σαν να είχε βαρεθεί να λέει τα ίδια πράγματα ξανά και ξανά.
- Αλήθεια. Αν θες ιστορίες, θα στις δώσω. Χωρίς αντάλλαγμα. Κι εξάλλου, τι θα μπορούσες να μου δώσεις;
Δεν τον πίστεψα. Παρόλα αυτά, άκουσα τον εαυτό μου να λέει "εντάξει".
- Έλα, μου είπε απλά.
Κι εγώ τον ακολούθησα. Ένιωθα κάτι μέσα μου να αναδεύεται. Κάτι που έμοιαζε με την αρχή μιας ιστορίας. Περπατούσαμε πολλή ώρα έτσι, σιωπηλοί. Περίμενα.
- Πρέπει να καταλάβεις, άρχισε σιγανά, πως όλες οι ιστορίες, στο βάθος τους, αρχίζουν κάπως έτσι. Κάποιος δεν έχει έμπνευση. Κάποιος νιώθει ξοφλημένος. Αλλά οι ιστορίες...οι ιστορίες είναι πάντα εκεί. Μην κάτσεις να τις σκεφτείς, γιατί δε θα βγουν ποτέ στην επιφάνεια. Αφέσου να τις νιώσεις και ίσως κάτι να καταφέρεις.
Δεν είπα τίποτα. Τον πήρα από το χέρι και συνεχίσαμε να περπατάμε. Μερικές ώρες μετά, ήμουν ξαπλωμένη πάνω του, στο κρεβάτι του κι εκείνος χάιδευε την πλάτη μου νωχελικά.
- Νόμιζα πως είπες ότι θα ήταν χωρίς αντάλλαγμα.
Σηκώθηκε απότομα από το κρεβάτι και πήγε στο παράθυρο. Το πρόσωπό του ήταν μια παγωμένη μάσκα.
- Ήταν, είπε ήρεμα. Και οι ιστορίες...και το σεξ.
Κράτησα την ανάσα μου, υπερβολικά καχύποπτη για να χαρώ. Στράφηκε προς το μέρος μου αργά. Χαμογελούσε ξανά, μ' εκείνο το ειρωνικό, στραβό χαμόγελο.
- Όλες οι ιστορίες που έχω πει είναι διαφορετικές. Κι όμως, στην πραγματικότητα, είναι μόνο μία ιστορία. Η δικιά σου...η δικιά σου...
Έκλεισε τα μάτια και το σκέφτηκε για λίγο.
- ...ας αρχίσει έτσι:"Περπατούσα στους έρημους δρόμους, μέσα στο σκοτάδι, χωρίς να έχω ιδέα πού πήγαινα και με το θάνατο να βαδίζει στο πλάι μου."


Τρίτη, 15 Δεκεμβρίου 2009

Αλγολαγνεία


(Μια ακόμη ιστορία από τα παλιά...σκοπεύω σταδιακά να τις ανεβάσω όλες ή τουλάχιστον όσες κατάφερα να ξαναβρώ μετά το ατυχές συμβάν της κλοπής του υπολογιστή μου.)

Δε θυμάμαι τι μέρα ήταν. Δε θυμάμαι τι χρόνος ήταν, τι ώρα ή τι εποχή. Δε θυμάμαι καν τι ρούχα φόραγα. Δε θυμάμαι γιατί το έκανα. Θυμάμαι μόνο τον εαυτό μου να το κάνει. Όλα τα υπόλοιπα μοιάζουν να έχουν σβηστεί. Σχεδόν όλα. Θυμάμαι και το όπλο του εγκλήματος. Ίσως γιατί ήταν η πρώτη μου φορά. Ίσως γιατί, παρόλα τα όπλα που χρησιμοποίησα μετά, διητήρησα μαζί του μια σχέση τρυφερή, σχεδόν ερωτική και δεν το είδα ποτέ ως εργαλείο ικανό να προκαλέσει πόνο.
Με θυμάμαι, λοιπόν, να παίζω νευρικά με το διαβήτη στην τάξη των καλλιτεχνικών. Ποτέ δεν τα πήγαινα καλά με το γραμμικό σχέδιο. Ήμουν...δεν ξέρω τι ήμουν. Πάντως, το έκανα. Σχεδόν μηχανικά. Σχεδόν αυθόρμητα. Ένιωσα πως έπρεπε; Δεν ξέρω. Πάντως...το έκανα. Είδα το αίμα να κυλάει στον καρπό μου. Μπορούσα να νιώσω τη γλυκερή, μεταλλική οσμή του. Δεν πόναγα. Παράξενο δεν είναι που οι πληγές δεν πονάνε όσο αιμορραγούν, αλλά μόνο πολύ αργότερα...όταν έχουν πια κρυώσει;
Κανείς δεν είχε δει. Ήμουν σίγουρη ότι κάποιος θα το είχε προσέξει, αλλά όχι. Ένιωσα ανακούφιση. Κι ένα είδος διεστραμμένης περηφάνειας. Σήκωσα το χέρι μου-το άλλο μου χέρι- και ζήτησα να πάω στο μπάνιο. Είχα κοπεί κατά λάθος. Οι γονείς μου δεν έδωσαν σημασία. Ήξεραν, αλλά δεν έδωσαν σημασία. Δεν τους συνέφερε, ίσως. Ούτε κι εμένα. Γιατί να τους γκρεμίσω από το ροζ σύννεφό τους, τη στιγμή που μ'άρεσε να κάνω αυτό που έκανα;
Οι περισσότεροι, το ξέρω, θα πουν πως είμαι άρρωστη. Πως δεν είναι φυσιολογικό να μου αρέσει ο πόνος. Κι όμως. Μόνο μέσα απ'αυτόν μπόρεσα να νιώσω ζωντανή. Μόνο βλέποντας το αίμα μου να τρέχει στα πλακάκια του μπάνιου μπορούσα να σιγουρευτώ ότι πράγματι μέσα μου κυλούσε αίμα. Και μου άρεσε αυτό το γλυκό μούδιασμα μετά τον πόνο. Μερικές φορές κατάπινα το ίδιο μου το αίμα, μόνο και μόνο για να μη χαθεί. Να μην προδοθεί το μυστικό μου απ'τους λεκέδες. Μου άρεσε που είχα ένα μυστικό.
Ακόμη και τώρα, όσοι το ακούνε λένε πως είμαι άρρωστη. Μα δεν είναι έτσι. Γιατί υπάρχει μια πολύ απλή αλήθεια, που κυβερνάει αυτόν τον κόσμο. Τα πάντα είναι αντιθέσεις. Κι όπως έχουμε ανάγκη ν' αγαπάμε, έτσι έχουμε κι ανάγκη να πληγώνουμε και να καταστρέφουμε. Όταν όμως δεν έχεις κανέναν ν'αγαπήσεις ή όταν η αγάπη σου είναι μάταιη, το μόνο που σου μένει είναι να καταστρέψεις και να πληγώσεις. Και ποιο θύμα είναι καλύτερο από τον ίδιο τον εαυτό μας; Ποιο θύμα είναι πιο πρόθυμο; Ποιο θύμα είναι σίγουρο ότι ποτέ δε θα μιλήσει;
Ρωτάνε αν μου άρεσε. Ναι, μου άρεσε. Ένιωθα ξεχωριστή, για κάποιο λόγο. Ένιωθα μακριά και πέρα από τους άλλους. Ένιωθα πως είχα περάσει σ'ένα άλλο επίπεδο. Την πρώτη φορά που έκανα σεξ αρνήθηκα να βγάλω τη μπλούζα μου. Τα χέρια μου ήταν γεμάτα χαρακιές και πάντα κυκλοφορούσα στο σχολείο με μακρυμάνικο. Μετά από λίγο καιρό συνειδητοποίησα ότι το σεξ ήταν απλώς ένα ακόμη μέσο για να συνεχίσω...ο πόνος είχε άλλη γεύση όταν μου τον προκαλούσαν άλλοι, μα δε μ'ενοχλούσε. Οι χαρακιές μειώνονταν. Στα χέρια μου, τουλάχιστον.
Κάποιοι δυσπιστούσαν. Κάποιοι παρίσταναν τους προσβεβλημένους. Όμως, στο τέλος όλοι υπέκυπταν. Γιατί σ' αυτό το παιχνίδι, όπως κι αν ξεκινήσεις, ποτέ δεν ξέρεις αν είσαι ο κυνηγός ή το θήραμα και ποτέ δεν μπορείς να αρνηθείς να πληγώσεις ή να πληγωθείς. Ακόμη κι όταν έκλαιγα, ακόμη κι όταν ικέτευα, ήξερα πως εγώ είχα το πάνω χέρι. Γιατί μπορούσα πάντα να γυρίσω στα ξυραφάκια μου, ενώ εκείνοι δεν είχαν τίποτα για να γυρίσουν. Και γιατί ήμουν η δική τους ευκαιρία να νιώσουν ζωντανοί.
Τώρα κρατάω πάλι στα χέρια μου εκείνο το διαβήτη και τον αγγίζω με αγάπη και κάποια νοσταλγία. Σήκωσα το χέρι μου-το άλλο χέρι μου- και ζήτησα να πάω στο μπάνιο. Είχα κοπεί κατά λάθος. Την άλλη μέρα ο διαβήτης θα μου έσπαγε. Θα αγόραζα καινούριο. Σήμερα θα ήμουν στο κρεβάτι κάποιου που θα μ'αγαπούσε. Και αύριο θα έβγαινα για καφέ με την κολλητή μου. Θα φόραγε μακρυμάνικο, παρά τους τριανταπέντε βαθμούς, αλλά δε θα τη ρώταγα γιατί. Θα ήξερα, μα δε θα ρώταγα. Γιατί αν το έκανα, μπορεί να ξύπναγε και ο δικός μου πόθος και για μια ακόμη φορά να μεταμορφωνόμουν σε άβυσσο.
Κάποιοι λένε πως αν κοιτάξεις την άβυσσο στα μάτια, αυτή θα σου ανταποδώσει το βλέμμα. Αλήθεια λένε. Να τους ακούτε αυτούς που έχουν στα μάτια τους κενό και στο σώμα τους σημάδια. Δεν είναι άρρωστοι. Είναι απλώς νεκροί.

Δευτέρα, 14 Δεκεμβρίου 2009

Το Σύνδρομο του Σωτήρα


Η Διδώ ήταν μια κοπέλα για την οποία κανείς απ'όσους γνώριζα δεν είχε την καλύτερη άποψη. Οι καθηγητές τη θεωρούσαν τεμπέλα και χαζή, οι συμμαθητές φάλαινα και μάγισσα επειδή είχε κάποια κιλά παραπάνω και της άρεσε η μέταλ. Δεν ήμασταν στο ίδιο τμήμα και, μέχρι την πρώτη Λυκείου, δεν είχαμε μιλήσει ποτέ. Η γνωριμία μας έγινε τυχαία, μια μέρα που περιμέναμε το 140 επί δύο ώρες στη βροχή. Τα τρία τέταρτα που ήμασταν κολλημένες στην κίνηση προλάβαμε να μιλήσουμε για τα πάντα. Για τη μουσική που ακούγαμε, το κοινό μας πάθος για τη ζωγραφική, τις ταινίες που μας άρεσαν, τα άτομα που αντιπαθούσαμε στο σχολείο. Κάπως έτσι αρχίσαμε να κάνουμε παρέα συστηματικά και, προτού καλά-καλά το καταλάβω, είχαμε γίνει κολλητές.
Οι άλλες μου φίλες - η Κέλλυ, η Ιωάννα, η Τζίνα, η Τάνια - δεν συμπαθούσαν τη Διδώ και προσπαθούσαν να με πείσουν να ξεκόψω απ'αυτήν. Ωστόσο, αυτό δεν ήταν ικανό να αλλάξει το γεγονός ότι μαζί της ήμουν ο εαυτός μου και δεν χρειαζόταν να φοράω καμιά μάσκα. Αυτό είναι το χειρότερο κακό που έρχεται με το να είναι κάποιος ο καλύτερος μαθητής και να είναι, συγχρόνως, τόσο έξυπνος που να μη χρειάζεται να καταβάλει προσπάθεια. Οι άλλοι σε βγάζουν στην απ'έξω γιατί δεν ταιριάζεις στα στεγανά τους. Δεν μπορούν να σε πουν "φυτό", αλλά δεν μπορούν και να σε θεωρήσουν μέλος της ομάδας τους. Έτσι, είσαι αναγκασμένος να φοράς το προσωπείο της ψεύτικης ηρεμίας και ευτυχίας, όταν εσωτερικά η θλίψη σου κοχλάζει και θέλεις να ουρλιάξεις και να τα σπάσεις όλα και να στείλεις τον κόσμο στο διάολο.
Με τη Διδώ όμως δεν ήταν έτσι. Ήταν πολύ χειρότερη μαθήτρια από μένα και λιγότερο έξυπνη από μένα. Κι οι δυο το ξέραμε και είχαμε αποδεχτεί αυτήν την παράξενη ανισορροπία στη σχέση μας. Ομως η Διδώ είχε το σπάνιο χάρισμα να βλέπει το καλό σε όλους τους ανθρώπους, ακόμη και σε μένα. Οι στιγμές μαζί της ήταν σαν όαση μέσα στην εξωφρενική καθημερινότητα όπου πιεζόμουν να κάνω παρέα με άτομα που δεν ήθελα και να ικανοποιώ τις προσδοκίες άχρηστων καθηγητών τους οποίους ήθελα να καρφώσω με ασημένιες πρόκες στον μαυροπίνακα που καθημερινά καταχράζονταν και να τους επιβάλω να ακούσουν τις απαράδεκτες παραδόσεις τους μέχρι να ματώσουν τα αφτιά τους και να παρακαλέσουν για έλεος.
Αυτό ήταν ένα από τα πράγματα που έκρυβα καλά μέσα μου κι η Διδώ κατάφερε να το ανακαλύψει και να το αγαπήσει. Η βία μου. Όλη η γαλήνη και η αναισθησία με τις οποίες νάρκωνα τον εαυτό μου δεν ήταν παρά μέσα για να καταπολεμήσω την οργή μου. Τις λίγες φορές που είχα χάσει την ψυχραιμία μου, είχα τρομάξει τόσο με τον εαυτό μου που δεν ήθελα να ξανασυμβεί. Ήταν ένα κομμάτι μου που όσοι το είχαν δει απέφευγαν να το αγγίζουν κι έκαναν πλάκα μ'αυτό, σαν να μην ήταν σημαντικό. Όμως όχι η Διδώ. Η Διδώ ποτέ.
Πολύ σύντομα άρχισα να καταλαβαίνω πως απ'όλες μου τις φιλίες του Λυκείου, μόνο η Διδώ θα έμενε σταθερή αξία στα χρόνια που θα έρχονταν. Δεν ήταν μόνο η τρυφερότητα που μας έδενε, ούτε ήταν μόνο το γεγονός ότι με δεχόταν όπως ήμουν. Σημαντικότερο κι απ'αυτά ακόμη, ήταν το γεγονός ότι η Διδώ με είχε ανάγκη. Με χρειαζόταν να τη συμβουλεύω στο κάθε τι, να την παρηγορώ και να της λέω πως όλα θα πάνε καλά. Με χρειαζόταν να την κρατάω μακριά από το χείλος του γκρεμού - στο οποίο βάδιζε επικίνδυνα κοντά. Τι να πω; Έπασχα από το σύνδρομο του σωτήρα.
Η Διδώ ήξερε τα πάντα για μένα. Μόνο ένα πράγμα δεν της είχα πει κι αυτό ήταν η σχέση μου με τη Βάλια. Δεν ήταν η κατακραυγή που θα αντιμετώπιζα αν μαθαινόταν ότι δεν ήμουν στραίητ αυτό που φοβόμουν. Αυτό που φοβόμουν ήταν πως η Διδώ θα ένιωθε προδωμένη και θα'χε δίκιο. Ήμουν τόσο σκατένιο άτομο κι αυτή με είχε βάλει σ'ένα βάθρο και με λάτρευε κι ήξερα πως με το να γκρεμίσω τη φαντασίωσή της θα της έκανα ανεπανόρθωτο κακό.
Η ίδια η Βάλια διασκέδαζε με την όλη κατάσταση. Ήταν ο τύραννος του Λυκείου, η σκύλα που όλοι αγαπούσαμε να μισούμε. Στη δική μου περίπτωση ίσχυε το αντίστροφο. Μισούσα να την αγαπώ. Ήταν εγωίστρια, μικρόψυχη και της άρεσε να βασανίζει τους άλλους. Ήταν τοξική. Αλλά, θεέ μου, όταν ένιωθα το δέρμα της στο δικό μου έχανα τον κόσμο. Όταν με κοίταζε κοροϊδευτικά, το μόνο που σκεφτόμουν ήταν πώς να την κάνω να τελειώσει κι όταν έκανε τη ζωή της Διδώς μαρτύριο μπροστά στα μάτια μου, η μόνη μου επιθυμία ήταν να την ξεμοναχιάσω στις τουαλέτες και να την πάρω εκεί, επιτόπου.
Τα είχαμε σχεδιάσει όλα. Θα δηλώναμε κι οι δυο Θεσσαλονίκη στο μηχανογραφικό μας και θα ήμασταν επιτέλους μόνες, μακριά από το κωλοσχολείο που μας επέβαλλε ρόλους τους οποίους ποτέ δεν είχαμε θελήσει. Ωστόσο, από κάποια σατανική σύμπτωση, φαίνεται πως κι οι δυο δειλιάσαμε τελικά και δηλώσαμε Αθήνα. Και περάσαμε σε διαφορετικά τμήματα του ίδιου Πανεπιστημίου. Εγώ Ψυχολογία, εκείνη ΔΕΣ.
Ξέκοψα σταδιακά από τις παλιές μου παρέες κι απέκτησα νέες, πιο ενδιαφέρουσες. Η Βάλια κι εγώ σταματήσαμε να μιλάμε με τον καιρό. Την έβλεπα στη σχολή καμιά φορά κι ένιωθα τον παλιό πόθο να ξυπνάει μέσα μου, όμως τον έπνιγα. Στη Διδώ μίλαγα για το Σκοτεινό Αντικείμενο, έναν αθώο, πλατωνικό, ετεροφυλοφιλικό έρωτα που είχα επινοήσει προκειμένου να κρατήσω τους πάντες μακριά από την αλήθεια. Και με πίστευε γιατί η εναλλακτική θα ήταν να της αποκαλύψω πως ο εφιάλτης των σχολικών της χρόνων ήταν ο έρωτας της ζωής μου και το άτομο που με σημάδεψε βαθύτερα απ' όλα.
Είχαν περάσει πια τρία χρόνια και βάλε. Είχα ξεκινήσει την πρακτική μου σε γνωστό νοσοκομείο και, μια μέρα, πηγαίνοντας να ζητήσω τις εξετάσεις αίματος των παιδιών του τμήματος, την είδα. Τα χαρακτηριστικά της ήταν τραβηγμένα κι έμοιαζε ανήσυχη και μελαγχολική. Την πλησίασα και μιλήσαμε λίγο. Ο πατέρας της ήταν άρρωστος και δεν ήξεραν αν θα τα έβγαζε πέρα. Δεν ήξερα τι να της πω. Ότι λυπόμουν; Ναι, λυπόμουν. Όταν άρχισε να κλαίει, απλά της χάιδεψα τα μαλλιά και την πλάτη και την κράτησα για λίγο κοντά μου, εκμεταλλευόμενη την ευκαιρία για να εισπνεύσω ξανά τη μυρωδιά της.
Την πήγα στο μπάνιο να πλύνει το πρόσωπό της πριν μπει στο δωμάτιο του μπαμπά της. Ήταν ένα ράκος. Δεν είχα καμιά πρόθεση να ξαναπιάσω τα παλιά θέματα, όμως όταν άρχισε να με φιλάει, δεν άντεξα. Ήταν σύντομο και μάλλον βίαιο, αλλά παθιασμένο, όπως πάντοτε μεταξύ μας. Ταχτοποίησε τα ρούχα της αμέσως μετά κι έφυγε βιαστικά, ευχαριστώντας με, ένας θεός ξέρει για ποιο λόγο.
Δεν την είδα ξανά και είχα καταφέρει μέχρι και να την ξεχάσω. Μέχρι που, μερικούς μήνες πριν, το τηλέφωνό μου δονήθηκε, φανερώνοντας έναν άγνωστο αριθμό.
"Σε χρειάζομαι. Βάλια."
Όπως είπα, είχα το σύνδρομο του σωτήρα.

Τετάρτη, 09 Δεκεμβρίου 2009

Blood and Marble


Ξέρω, κάποιες φορές, ο κόσμος σου κλείνει...κι εσύ μου μοιάζεις παγωμένη αγκαλιά που έχει τη γεύση της αβύσσου. Ξέρω, κάποιες φορές, ο κόσμος σου ανοίγει...κι αιμορραγεί στα ραγισμένα μάρμαρα και στις ρωγμές των προσωπείων των αθανάτων.

Σε κοιτάζω, ξαπλωμένη όπως είσαι, με τα μαλλιά σου να κυμματίζουν από τον καναπέ προς το πάτωμα, μ' ένα γλυκό, κουρασμένο χαμόγελο στα χείλη. Το δέρμα σου μοιάζει να παγιδεύει τις λιγοστές ακτίνες φωτός που το αγγίζουν, θλιβερά κατάλοιπα του φωτιστικού που ξέχασα να σβήσω. Τόσο λευκή, τόσο όμορφη...ποτέ μου δεν είχα φανταστεί ότι θα κρατούσα στα χέρια μου ένα πλάσμα όπως εσύ.
Ανοίγεις τα μάτια σου και δίδυμες μπλε φλόγες με καίνε ως την καρδιά, ως το άπειρο. Τα χείλη σου συστρέφονται σε μια παιχνιδιάρικη έκφραση όλο λαγνεία και, την ίδια στιγμή, ξέρω πέρα από κάθε λογική, πως έχω χάσει ολοκληρωτικά τον εαυτό μου και πως το μόνο που επιθυμώ πια είναι να γίνω ένα με σένα. Με το κορμί σου, με την ψυχή σου, με τα μυστικά που κουβαλάς και που ξέρω πολύ καλά πως κρύβεις από μένα.
Γελάς ανάλαφρα, λες και τίποτα στον κόσμο δεν έχει σημασία. Πόσο αταίριαστη μοιάζεις στο θλιβερό μου δωμάτιο! Κάθε νύχτα έρχεσαι και φεύγεις τις πρώτες ώρες πριν ξημερώσει. Κάθε φορά ορκίζομαι στον εαυτό μου πως δεν θα κοιμηθώ, πως θα σε δω να φεύγεις και θα σ'αποχαιρετίσω με φιλιά κι αγγίγματα, όμως ποτέ δεν τα καταφέρνω. Μυστήριο. Ο ύπνος μου ποτέ δεν ήταν ιδιαίτερα καλός.
Με πλησιάζεις τώρα, σαν μια θεά που περιμένει τη θυσία της, γλείφοντας τα αιμάτινα χείλη σου, ισορροπώντας πάνω στις γόβες που ακόμη φοράς. Με πλησιάζεις και νιώθω τον κόσμο να χάνεται, να ξεθωριάζει σταδιακά, μέχρι να μείνεις μονάχα εσύ. Τα χέρια σου τρυπώνουν στα μαλλιά μου και τραβάς το κεφάλι μου προς τα πάνω. Με πονάς, αλλά ο πόνος είναι τόσο γλυκός που το μυαλό μου θολώνει και παραδίνομαι απόλυτα στα χέρια σου.
Το στόμα σου πλησιάζει το πρόσωπό μου κι η γλώσσα σου παίζει για λίγο με τον λοβό του αφτιού μου. Μου ξεφεύγει κάτι ανάμεσα σε στεναγμό και κλαψούρισμα. Τα μακριά σου νύχια ιχνηλατούν το δέρμα μου από τον αυχένα ως το σαγόνι και κάθε μόριο του σώματός μου αναγνωρίζει το άγγιγμά σου μ'έναν τρόπο που μοιάζει σχεδόν επώδυνος.
Τα μάτια μου κλείνουν αυθόρμητα, περιμένοντας το επόμενο ευφάνταστο παιχνίδι στο οποίο θα αποφασίσεις να με παρασύρεις. Αυτό κάνεις άλλωστε από το πρώτο εκείνο βράδυ της γνωριμίας μας στον άδειο κινηματογράφο του οποίου ήμασταν οι μόνοι δύο θαμώνες. Αισθάνομαι κάτι να πέφτει πάνω στα γυμνά μου πόδια κι ανοίγω τα μάτια. Δεν είσαι πια εκεί και το μόνο που έχει απομείνει είναι ένα κομμάτι χαρτί με δυο λέξεις μόνο.
"Βρες με".
Και, ξαφνικά, καταλαβαίνω πως επιτέλους πέρασα στο επόμενο στάδιο και πως μου δίνεις τον έλεγχο, περιμένοντας να δεις αν θα τα καταφέρω. Θα έπρεπε να νιώθω χαρά, όμως το μόνο που νιώθω είναι πόνος. Τα σημεία όπου με άγγιξες με καίνε σαν πυρωμένα κάρβουνα και το ότι με διάλεξες, εμένα ανάμεσα σε τόσο κόσμο, δεν έχει πια καμιά σημασία. Απλά σε θέλω εδώ. Το πίσω μέρος του χαρτιού είναι λεκιασμένο με τρεις ασύμμετρες, κόκκινες σταγόνες που μοιάζουν απαράδεκτα πολύ με αίμα.

Τρίτη, 17 Νοεμβρίου 2009

Longing


Η θέα απ'το μπαλκόνι μου


Πάει πολύς καιρός από την τελευταία φορά. Το ξέρω. Προχτές καθόμουν στο σπιτάκι μου - τι παράξενο, να μένω μόνη μου, κουλουριασμένη στον καναπέ μου και βλέποντας τα τελευταία επεισόδια του "Angel". Έξω γινόταν χαλασμός. Ο αέρας χτυπούσε τα τζάμια με μανία και τα κλαδιά μαστίγωναν τα παράθυρά μου. Άκουγα το χαλάζι να πέφτει, ήταν μεσημέρι κι ο ουρανός μαύρος σαν νύχτα κι εγώ φοβόμουν.
Έπρεπε να διαβάσω αλλά δεν μπορούσα να ξεκολλήσω. Όχι τόσο από την οθόνη - αν και τα προαναφερθέντα επεισόδια είναι όντως συγκλονιστικά - όσο απ'αυτήν την αίσθηση της ραστώνης και του χουχουλιάσματος κάτω από την κουβέρτα.
Και την επόμενη μέρα; Την επόμενη μέρα, χαρά θεού. Ο ήλιος έλαμπε σ'έναν ασυννέφιαστο ουρανό, η θάλασσα κάτω από το σπίτι μου ήταν λάδι και, για τέλη φθινοπώρου, έκανε ζέστη. Βγήκα για ψώνια, να πάρω κάνα ρούχο της προκοπής γιατί αυτά με τα οποία είχα έρθει από την Αθήνα κοντεύαν πια να λιώσουν πάνω μου κι είχα αρχίσει να νιώθω όπως ένιωθα στο Λύκειο. Και για όποιον με ξέρει καλά, το Λύκειο ήταν τα χειρότερά μου χρόνια.
Εδώ θα ανοίξω μια μεγάλη παρένθεση. Δεν είμαι άνθρωπος που ανοίγεται εύκολα. Κι ακόμη κι όταν το κάνω, συνήθως λέω λίγα πράγματα. Δεν ξέρω αν προτιμώ να ακούω τους άλλους να μιλάνε ή αν το κάνω από συνήθεια. Ίσως λίγο κι απ'τα δύο. Επίσης, δεν είμαι ιδιαιτέρως κοινωνική. Τι γιατί; Γιατί έχω ένα σκασμό κολλήματα και κόμπλεξ, τα οποία ο περισσότερος κόσμος δεν μπορεί να καταλάβει.
Είχε έρθει η φίλη Razz να τη φιλοξενήσω, τις προάλλες, και μια νύχτα σαν άνθρωποι δεν κοιμηθήκαμε. Τέσσερις και έξι το πρωί πέφταμε για ύπνο κι όχι επειδή λιώναμε σε κλαμπάκια, αλλά επειδή μιλάγαμε ώρες ατέλειωτες. Είχα πολύ καιρό να το κάνω αυτό με κάποιον και μου'χε λείψει. Μου'χε λείψει αυτή η αίσθηση του να συζητάς με κάποιον και να νοιώθεις ότι σε "πιάνει". Ότι σε καταλαβαίνει, ρε γαμώτο.
Τις περισσότερες φορές δεν με καταλαβαίνουν. Φταίω κι εγώ. Κρατάω πολλά πράγματα μέσα μου και, συνήθως, δεν μιλάω όταν πρέπει. Είναι που δεν γουστάρω να πλακώνομαι. Γι'αυτό, προτιμώ να χάνομαι. Από ανθρώπους, από μέρη. Μερικές φορές χάνομαι μέσα στο ίδιο το μυαλό μου. Ίσως γιατί εκεί μέσα τα πράγματα είναι τόσο οικεία και τόσο σκοτεινά που βολεύομαι. Δεν ξέρω. Αλλά αν κάτι ή κάποιος με ξενερώνει, απλά δεν τον ξαναβλέπω. Ακούγεται πιο εύκολο από το να τσακωθείς και να λύσεις το πρόβλημα. Δεν είναι. Γιατί μερικές φορές, το πρόβλημα δεν λύνεται, όσο κι αν προσπαθείς.
Μερικές φορές οι άλλοι σε κάνουν πέρα κι όσο κι αν το παλεύεις, τελικά δεν βρίσκεις πια κοινό σημείο επαφής. Μερικές φορές στη φέρνουν άσχημα και δεν καταλαβαίνουν καν για ποιο λόγο πληγώθηκες. Δεν ξέρω τι μαλακία μας δέρνει εμάς τις γυναίκες. Δεν ξέρω γιατί 99% φορές ανάμεσα στη φίλη μας και το γκόμενο θα προτιμήσουμε το γκόμενο. Δεν ξέρω γιατί 99% φορές αντί να παραδεχτούμε το πραγματικό μας λάθος ισχυριζόμαστε ότι αιτία του τσακωμού είναι κάτι άλλο. Δεν ξέρω γιατί είμαστε τόσο καριόλες ούτε γιατί είμαστε τόσο κατίνες. Μακάρι να είχα τις απαντήσεις σ'όλα αυτά. Αν τις είχα ίσως και να είχαν έρθει αλλιώς τα πράγματα.
Κάποτε εμπιστευόμουν πολύ εύκολα τους ανθρώπους, αλλά έφαγα τα μούτρα μου πάρα πολλές φορές και πια έχω φτάσει σε σημείο να μην εμπιστεύομαι κανέναν. Γιατί κάποτε καταλήγεις όχι να περιμένεις αν θα στη φέρουν, αλλά να περιμένεις το πότε θα στη φέρουν. Μπορεί να έφταιγε και το σχολείο μου, τα ιδιωτικά το κάνουν αυτό στους ανθρώπους. Μπορεί να έφταιγα κι εγώ που δεν ήμουν πιο πονηρεμένη. Τι να πω; Πραγματικά, δεν έχω ιδέα.
Αυτό που ξέρω, πάντως, είναι ότι όταν φτάνεις στο σημείο να σκέφτεσαι πως θα βγεις με κάποιον και σου γυρνάει το στομάχι - στην κυριολεξία - τότε οι τσακωμοί και οι προσπάθειες συμβιβασμού είναι χαμένος κόπος κι όσο νωρίτερα το αναγνωρίσεις αυτό , τόσο το καλύτερο για σένα.
Πριν πολύ-πολύ καιρό, κάτι είχε γίνει κι είχα ξεκόψει από τις παλιές μου παρέες κι είχα βρει νέες. Η μάνα μου τότε με έκραζε ότι με το που άλλαξε η ζωή μου ξέγραψα τις φίλες μου, αλλά δεν ήταν αλήθεια. Όντως κάτι είχε γίνει, απλά δεν γούσταρα να μιλήσω γι'αυτό γιατί χαλιόμουν πάρα πολύ. Τελικά δεν άντεξα τη γκρίνια και τα κηρύγματα και της είπα τι είχε παιχτεί. Έμεινε με το στόμα ανοιχτό. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως αυτά τα κορίτσια που ήξερε θα μπορούσαν να φερθούν έτσι. "Εγώ στη θέση σου ούτε καλημέρα δεν θα τους έλεγα". Τι να μου πεις κι εσύ, ρε μάνα; Σάμπως εσύ μου έδειξες καμιά εμπιστοσύνη; Τα φόρτωσες σε μένα και ησύχασες. Όπως πάντα.
Τελοσπάντων, για να κλείσει αυτή η τεράστια παρένθεση που άνοιξα με τα παιδικά και εφηβικά μου τραύματα, εκεί που ήθελα να καταλήξω είναι ότι τον τελευταίο καιρό, με την αλλαγή κλίματος, τη μοναξιά, το γεγονός ότι ήμουν μακριά απ' όλους και απ'όλα, είχα ξεχάσει πολλά πράγματα. Είχα ξεχάσει την υπόσχεση που είχα δώσει στον φίλο μου τον Χ. "Να λες αυτό που θες πριν σε ρωτήσουν, να φροντίζεις τον εαυτό σου και να τον μοιράζεσαι". Αλλά αυτές οι μέρες με τη Razz μου το θύμισαν. Για διάφορους λόγους. Αλλά, κυρίως, γιατί για πρώτη φορά μετά από πάρα πολύν καιρό αισθάνθηκα την ανάγκη να μιλήσω και, αισθάνθηκα πως, ότι κι αν έλεγα, ότι κι αν έκανα, πολλές από τις παλιές μου ανασφάλειες ζουν και βασιλεύουν κι ίσως να μην πεθάνουν ποτέ. Αλλά τώρα θυμάμαι. Δεν έχει σημασία πόσες ανασφάλειες έχεις. Αυτό που έχει σημασία είναι να κάνεις αυτό που θες, παρά τις ανασφάλειές σου και να μην μετανιώνεις ποτέ για τίποτα. Και, στο τέλος της μέρας, δεν υπάρχει καλύτερη επιβράβευση από το ηλίθια χαρωπό χαμόγελο που έχει βιδωθεί στο πρόσωπό σου και δεν λέει να ξεκολλήσει.
Τέλος της παρένθεσης. Τι έλεγα; Α, ναι, πήγα για ψώνια, λοιπόν. Ήταν παράξενα χωρίς τη μάνα μου να μου υποδεικνύει συνέχεια τι να δοκιμάσω και τι να πάρω. Παράξενα, αλλά ωραία. Κι ήταν εντυπωσιακό το πόσο πιο γρήγορα τέλειωσα με τα ψώνια όταν δεν είχα το άγχος της έγκρισης κάποιου άλλου.
Είναι εντυπωσιακό πάντως. Όχι, αλήθεια είναι εντυπωσιακό. Εδώ, στο Brighton, βρίσκεις απίστευτα ρούχα και σε λογικότατες τιμές. Παρόλα αυτά, οι Αγγλίδες κυκλοφορούν με τα τρύπια καλσόν και χωρίς παπούτσια. Επίσης, αν ξαναδώ άλλο ένα ημιδιαφανές κολάν το οποίο δεν αφήνει τίποτα στη φαντασία, θα ουρλιάξω. Δεν τους έχει πει κανείς ότι αυτά τα φοράνε μέσα από άλλα ρούχα και όχι σκέτα γιατί γινόμαστε περίγελος; Προφανώς όχι. Άλλο πράγμα που μου τη σπάει στην Αγγλία είναι πως δεν υπάρχουν καφετέριες. Μόνο αλυσίδες τύπου Starbucks, Nero ή Costa. Και δεν φτάνει που δεν υπάρχουν καφετέριες, κανείς δεν κάθεται για καφέ πάνω από μισή ώρα. Τι να πρωτοπείς σε μισή ώρα; Πήζουμε που πήζουμε στο διάβασμα, δεν μπορούμε και να ξεσκάσουμε λίγο σαν άνθρωποι.
Στα θετικά; Καταρχήν το σπίτι μου. Είναι ένα κουκλίστικο, μικρό σπιτάκι που μοιάζει με χομπιτότρυπα. Έχει απίστευτη βεράντα και ακόμη πιο απίστευτη θέα. Κατά δεύτερον, το course μου, με το οποίο και είμαι παντελώς ερωτευμένη. Πραγματικά, η επιλογή μου ήταν η τελευταία που περίμεναν όλοι, η πιο απρόσμενη κι όμως, νομίζω τελικά ότι ήταν η πιο σωστή απ'όλες. Επίσης, είμαστε το πιο πολυπολιτισμικό μεταπτυχιακό της Ψυχολογίας. Έχουμε έναν Ταϊλανδό, μια Κινέζα (μεγαλωμένη στην Ιαπωνία, παρακαλώ), έναν Χιλιανό, μια Βραζιλιάνα, δύο Εγγλέζες, δυο Αμερικάνες, μια Νοτιοαφρικανή, έναν Τούρκο, μια Ολανδέζα, έναν Ιταλό, μια Πολωνέζα, έναν Γερμανό και μια Ουρουγουανή. Όπως καταλαβαίνει κανείς, εγώ κι ο Μητς (ο έτερος Έλληνας του course) προσπαθούμε διαρκώς να τους διαφθείρουμε και να τους πείσουμε ότι καφές της μισής ώρας δεν είναι καφές, αλλά χωρίς αποτέλεσμα. Ποιος ξέρει, ίσως μέχρι το τέλος της χρονιάς κάτι να έχουμε καταφέρει.
Δεν ξέρω τι άλλο να πω. Είναι γαμάτα. Μοναχικά, αλλά γαμάτα. Παρόλα αυτά, να και κάτι που ποτέ δεν περίμενα να πω. Ανυπομονώ να γυρίσω στην Αθήνα για Χριστούγεννα! Μου έχουν λείψει τόσα μέρη, τόσα πράγματα, τόσοι άνθρωποι.
Μου έχει λείψει το κρεβάτι μου, σ'αυτό εδώ πιάνομαι συνέχεια.
Μου έχει λείψει το παντζούρι μου, εδώ δεν έχω και ξυπνάω από το χάραμα.
Μου έχει λείψει το τετράδιο με τα ποιήματά μου, που το ξέχασα σπίτι φεύγοντας.
Μου έχουν λείψει τα αγαπημένα μου βιβλία, που κάθε τόσο διάβαζα κάποιο απόσπασμά τους.
Μου έχει λείψει η μαγειρική της μαμάς μου και τα νόστιμα φρούτα.
Μου έχουν λείψει οι φίλοι μου, που με συγκίνησαν το τελευταίο μου βράδυ στην Αθήνα.
Μου έχουν λείψει τα sessions Vampire και Mage.
Μου έχει λείψει αυτή η χαλαρότητα της Ελλάδας και το "δεν βαριέσαι, κι αύριο μέρα είναι".
Περισσότερο απ'όλα, όμως, μου έχει λείψει η αγκαλιά σου.
Περνάω γαμάτα, αλήθεια. Αλλά μερικές φορές δεν την παλεύω.